Στην Εμίλια-Ρομάνια της Ιταλίας, ο Ρομπέρτο, οκτώ χρονών, παρακολουθεί το τρομακτικό έθιμο της τελετουργικής σφαγής του χοίρου. Εκείνη τη μέρα αποκτά έναν καινούργιο φίλο, τον Ρικάρντο, και μαζί συναντούν τυχαία έναν νεαρό συγγραφέα, τον Πιερ –χαρακτήρας που βασίζεται στον συγγραφέα Pier Vittorio Tondelli–, ο οποίος τους προστατεύει από τους ναρκομανείς της περιοχής. Ο Παζολίνι έχει δολοφονηθεί την προηγούμενη νύχτα, μια εποχή τελειώνει, μια νέα εποχή ανατέλλει: η δεκαετία του ’80 διαφαίνεται στον ορίζοντα. Τα δύο αγόρια μπαίνουν στην εφηβεία, στην εποχή του έρωτα: ο Ρικάρντο έχει την Κιάρα, τον έρωτα της ζωής του, και ο Ρομπέρτο ξαναβρίσκει τον Πιερ, που τον αγαπάει κι ύστερα τον εγκαταλείπει. Διασχίζουν αυτά τα χρόνια συνεχώς μεθυσμένοι, τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα στους δρόμους της Ευρώπης, από τα πάρτι της Ιμπίθας στη Ρώμη των πρώτων πολιτιστικών φεστιβάλ, από την Οδησσό στη Βαρκελώνη, ώς την αναπόφευκτη καταστροφή.
Το Όλοι θέλουν να χορεύουν παρακολουθεί τη διαδρομή και των τεσσάρων –του Πιερ, του Ρομπέρτο, του Ρικάρντο και της Κιάρας– , που αυτή η βίαιη και σκοτεινή περίοδος θα τους ενώσει και έπειτα θα τους χωρίσει, κάποιους θυσιάζοντας και κάποιους ως εκ θαύματος διασώζοντας.
Λυρικό και μαγευτικό, το Όλοι θέλουν να χορεύουν είναι άλλος ένας σταθμός στο ταξίδι του Αλμπέρτο Γκαρλίνι στην πρόσφατη ιταλική ιστορία. Αυτή τη φορά, μας βυθίζει στη δεκαετία του ’80, και το πορτρέτο που της φτιάχνει είναι σκοτεινό και γιορτινό, ραφινάτο και βίαιο, αλλά πάντα χωρίς καμία παραχώρηση.
Αυτά ακριβώς τα λόγια δηλώνουν ακριβέστατα το σχολιαστικό χαρακτηρισμό ολοκλήρου του υπέροχου βιβλίου « Όλοι Θέλουν Να Χορεύουν». Σε αυτόν το χορό της ζωής με τον θάνατο δεν υπάρχουν αρχάριοι και προχωρημένοι, έμπειροι και άπειροι, καλοί και κακοί, τα είδη που χορεύουν είναι οντότητες φυσικής νομοτέλειας που αγνοούν την ανεκτίμητη αξία της στιγμής, την ηλικία, το χρόνο που θαρρούν πως τους χαρίζεται άπλετος, τις χαμένες στιγμές, τη χαραμισμένη ζωή, την πνιγμένη σε λάθη πάθη και απειρία.
Μα αυτή είναι είναι η ζωή, αυτή που περνά και χάνεται. Την εφηβεία, τη νιότη, που δεν εκτιμά αυτό για το οποίο αργότερα, στην θλιβερή άνοιξη της ενηλικίωσης θα αποτελέσει κίνητρο και λόγο απώλειας πολλών θεωρητικώς δεδομένων που τελικά διαπιστώνεται με ακρίβεια και πάσα ειλικρίνεια πως σε πραγματικό χρόνο όλα ήταν εφήμερα, και τώρα μπορεί άνετα να μελαγχολήσει μέχρι αυτοκτονίας ή να συνεχίσει να κοροϊδεύει την εντροπία με όποιο τρόπο θεωρείται ο κατάλληλος βάσει καταβολών γενικώς και ειδικώς.
Είναι ένα αυθάδικο καλογραμμένο όνειρο μέσα στο όνειρο του ονείρου που έρχεται να σε βρει όταν επηρεάζεσαι ψυχικά απο κάποια μορφή τέχνης , όταν ακούσεις ένα μουσικό απόσπασμα, όταν παρακολουθήσεις μια πεθαμένη ταινία, όταν κοιτάξεις για απειροστή φορά κάποιο πίνακα ζωγραφικής όπου εκεί, πίσω απο την κορνίζα του, κρύβονται αναμνήσεις, καθρεφτίζονται στιγμές που έχουν τη στάμπα της προσωπικής γνησιότητας στο είναι, το φαίνεσθαι και το γίγνεσθαι οποιασδήποτε συνειδησιακής μακαριότητας.
Ένα πνευματώδες δραματικό αρχείο καταγραφής μεθυσμένων ναρκωτικών και επαναληπτικών αντιδράσεων κάθε μορφής και σε κάθε εξελιγμένη χαρούμενη συμφορά μέσα στο αίμα της συνειδητοποιημένης τραγωδίας και ευφορίας.η γλώσσα των νεκρών είναι τόσο γλυκιά, πάντα σε συναρπάζει μέχρι δακρύων. Το γέλιο της τραγικής στιγμής αποφέρει συγκινήσεις και απραγματοποίητες ευχές που ίσως κάποτε να έμοιαζαν με κατάρες. Όλα και όλοι χορεύουν. Ταξιδεύουν. Γεννιούνται. Πεθαίνουν. Ενδιάμεσα αν είναι μοιραίο και φυσικά αποτελεσματικό ζουν και αναπνέουν, δημιουργούν και μεγαλουργούν ή απλώς περνούν και χάνονται παρασιτικά και σιωπηλά στην μουσική της υπαρξιακής ορχήστρας.
« Μα εγώ ήθελα μεγάλα φιλιά σαν ωκεανούς, μέσα τους να χαθώ και να πνιγώ, ήθελα φιλιά μεγάλα και φιλιά αργά σαν κοσμική αναπνοή, ήθελα να χαλαρώσω μέσα σε λουτρά απο φιλιά και, στο τέλος, να μάθω τις ερωτικές τους κινήσεις».
«Καμιά φορά η ζωή είναι όπως την περιγράφουν οι ποιητές. Οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη, ο ήλιος λάμπει ακόμα κι όταν βρέχει. Δεν υπάρχουν περισσότερα νιάτα ή γηρατειά απ’ όσα μπορεί να χωρέσει κάθε στιγμή, μήτε τελειότητα, μήτε περισσότερος παράδεισος ή περισσότερη κόλαση. Τα πράγματα ισορροπούν, συγκλίνουν και δεν εξαφανίζονται, ούτε επανέρχονται, αλλά υπάρχουν, κι αυτή είναι η ωραιότερη αίσθηση, η αίσθηση των πραγμάτων που υπάρχουν. Και πόσο παρόντα είναι τα πράγματα, πόσο κοντινά! Με πόση δύναμη, με πόση ευσπλαχνία…»
Ένα συγκινητικά όμορφο, ρομαντικό, λυρικό βιβλίο. Από τις ευχάριστες εκδοτικές εκπλήξεις της χρονιάς.
«Η ανθρώπινη ζωή είναι παράξενη, πηγαίνει ανάποδα: είμαστε πεταλούδες και μεταμορφωνόμαστε σε κάμπιες, οπότε καλύτερα να μένουμε πεταλούδες».
Ένα βιβλίο ενηλικίωσης, ένας χορός ζωής, ένα μοναδικό κάδρο της δεκαετίας του 80, ένα βιβλίο γεμάτο χρώματα και μυρωδιές μιας πανέμορφης και μαγευτικής Ιταλίας. Ο Γκαρλίνι καταγράφει, ζωγραφίζει ένα μοναδικό πορτραίτο της εποχής ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τις ιστορίες ενηλικίωσης των ηρώων. Με αφορμή την τελετή των χοιροσφαγίων, δύο μικρά παιδιά ο Ρομπέρτο και ο Ρικάρντο θα γνωριστούν και δημιουργήσουν μια δυνατή φιλία. Θα γίνουν αχώριστοι ενώ σύντομα στην παρέα τους θα προστεθεί ο Πιερ και η Κιάρα.
«Mα εγώ ήθελα φιλιά μεγάλα σαν ωκεανούς, μέσα τους να χαθώ και να πνιγώ».
Τα χρόνια περνούν. Ο συγγραφέας παρακολουθεί με ένα τρόπο ευφάνταστο και λιτό τη διαδρομή των ηρώων και καλείται ν αναπαραστήσει με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό μια εποχή που λίγο πολύ ήταν ο προπομπός όλων εκείνων που συναντάμε στο σύγχρονο κόσμο του σήμερα. Έρωτες, φιλία, ξέφρενος ρυθμός, αλκοόλ, ναρκωτικά, ποίηση, ηδονή. Ένας χορός ζωής και θανάτου που οι ήρωες του θα κληθούν να μάθουν τα βήματα του.
« Ο θάνατος και η ζωή είναι ο νόμος του κόσμου. Ζεις για λίγο και μετά πεθαίνεις, κι ο κόσμος αδιαφορεί για το αν ο θάνατος σου είναι πρόωρος ή άδικος, αν σου άξιζε ή ήταν βίαιος. Ο κόσμος δεν τηρεί μητρώο του καλού και του κακού, ο κόσμος σε προσπερνάει και συνεχίζει το δρόμο του.Όταν επίκειται να σε ποδοπατήσουν, λοταν καταλαβαίνεις ότι το κελαήδημα των πουλιών και το θρόισμα των σεντονιών στον αέρα θα συνεχίσουν χωρίς εσένα, μετά από σένα, τη στιγμή που ο κόσμος παίρνει φόρα και πηδάει πάνω από τη ζωή σου, δεν έχεις πια επιλογή».
Είναι από κείνα τα βιβλία που θα σε παρασύρουν να λικνιστείς στον ρυθμό του σε ένα μοναδικό ταξίδι για την νεότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις και πως εκείνες εξελίσσονται στο πέρασμα του χρόνου σ’ ένα μακρύ αγώνα επιβίωσης. Κινηματογραφικό, χορταστικό, μεθυστικό. 4*
«Φέτος η μουσική μετριέται με χτυπήματα ανά λεπτό, ανάμεσα στα εκατόν είκοσι δύο και τα εκατόν σαράντα τέσσερα: την αποκαλούν ντίσκο. Όλοι θέλουν να χορεύουν».
Όλα αρχίζουν το 1975, όταν οι οχτάχρονοι Ρομπέρτο και Ρικάρντο παρευρίσκονται με τις οικογένειές τους στην Πάρμα για να παρακολουθήσουν το τρομακτικό έθιμο της τελετουργικής σφαγής του χοίρου. Είναι η μέρα που δολοφονείται ο Παζολίνι, γεγονός καθόλου τυχαία τοποθετημένο στην ιστορία, καθώς σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή.
Έτσι, ξεκινά μια ιστορία ενηλικίωσης που λαμβάνει χώρα στην Ιταλία των 70s και 80s με πρωταγωνιστές τα δύο αγόρια που έγιναν αχώριστοι φίλοι μετά την τελετή -παρότι διαφορετικοί χαρακτήρες-, ενώ στην πορεία προστίθενται ακόμη δύο σημαντικοί ήρωες: Η Κιάρα, που ζει έναν παράφορο έρωτα με τον Ρικάρντο και ο Πιερ -χαρακτήρας βασισμένος στον συγγραφέα Πιερ Βιττόριο Τοντέλι- που αγαπά τον Ρομπέρτο αλλά τον εγκαταλείπει.
Το βιβλίο αποτελείται από μικρά κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων εκτυλίσσεται σε διαφορετική πόλη εντός ή και εκτός Ιταλίας. Αυτή η συχνή εναλλαγή σκηνικών δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ενός road novel, αντικατοπτρίζοντας έτσι την ανάγκη των έφηβων ηρώων για περιπλάνηση και αναζήτηση και την ανάγκη να βρουν τον εαυτό τους, τον έρωτα και το νόημα της ζωής.
«Φέτος η μουσική μετριέται με χτυπήματα ανά λεπτό, ανάμεσα στα εκατόν είκοσι δύο και τα εκατόν σαράντα τέσσερα: την αποκαλούν ‘ντίσκο’. Όλοι θέλουν να χορεύουν.»
Τους ακολουθούμε, λοιπόν, καθώς κυνηγούν με ξέφρενους ρυθμούς μια ζωή γεμάτη έρωτα, μουσικές, χορούς, ναρκωτικά, σεξ, αλκοόλ… Κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά μετά την εφηβεία έρχεται πάντα η ενηλικίωση και οι ήρωές μας προσγειώνονται απότομα καθώς επέρχεται το τέλος της αθωότητας με ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που κλονίζει τις σχέσεις τους μια για πάντα.
«Το καλοκαίρι που τελειώνει τώρα, τελειώνει για πάντα».
«Ήμαστε ωραίοι, ήμαστε έτσι όπως έπρεπε να είμαστε, αλλά ο χρόνος μάς πρόδωσε και μας παρέδωσε στη μοναξιά».
Πρόκειται για βιβλίο πνευματώδες με υπέροχη γραφή, που διακρίνεται από έντονη ποιητικότητα και ποικίλες παραπομπές σε στίχους και καλλιτεχνικές νότες διάστικτες σε όλο το κείμενο. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι σχεδόν όλοι οι ήρωες του Garlini σε αυτό το βιβλίο ασχολούνται με κάποια μορφή τέχνης (Ο Πιερ είναι συγγραφέας, η Κιάρα ασχολείται με το θέατρο και ο Ρομπέρτο λατρεύει τη λογοτεχνία).
Αξίζει να σημειωθεί και η εξαιρετική λυρική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, του οποίου η προσοχή στη λεπτομέρεια και οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου βοηθούν τον αναγνώστη να εξοικειωθεί με τις μουσικές και την τέχνη της εποχής, μεταφέροντας τον παλμό της Ιταλίας την εποχή εκείνη.
"Μα εγώ ήθελα φιλιά μεγάλα σαν ωκεανούς, μέσα τους να χαθώ και να πνιγώ, ήθελα φιλιά μεγάλα και φιλιά αργά σαν κοσμική αναπνοή, ήθελα να χαλαρώσω μέσα σε λουτρά από φιλιά και, στο τέλος, να μάθω τις ερωτικές τους κινήσεις."
Άκρως ρομαντικό και μεθυστικό, όπως η ίδια η νιότη!
Δύο οκτάχρονα αγόρια παρευρίσκονται με τις οικογένειές τους στην εθιμική τελετή των χοιροσφαγίων στην εξοχή της Πάρμα τον Νοέμβριο του 1975. Αυτή τη μέρα διασταυρώνονται και ενώνονται οι ζωές του ευαίσθητου Ρομπέρτο και του δυναμικού Ρικάρντο. Φίλοι αχώριστοι συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο. Είναι η μέρα που δολοφονείται ο Παζολίνι. Μια δολοφονία που σηματοδοτεί μια εποχή. Είμαστε στην Ιταλία τις δεκαετίες των '70 και '80. Οι δύο φίλοι είναι πια έφηβοι και αρχίζουν να ζουν στους ξέφρενους ρυθμούς της εποχής. Ο Ρικάρντο ερωτεύεται ολοκληρωτικά και παραφορά την Κιάρα ενώ στη ζωή του Ρομπέρτο έρχεται ο Πιερ, ένας μεγαλύτερος του ήδη γνωστός συγγραφέας. Sex , drugs, alcohol, rock and disco. Μέσα από τις ζωές, κυρίως, αυτών των τεσσάρων ανθρώπων και των δορυφόρων τους ο Garlini περιγράφει μια εποχή επανάστασης και απενεχοποίησης. Ανατρεπτικές μορφές τέχνης, αντισυμβατικές αντιλήψεις, χρήση ναρκωτικών ουσιών, ομοφυλοφιλία, οικογενειακές σχέσεις, πολιτικά σκάνδαλα και διαπλοκή υπό τον ήχο των Jethro Tull, Beatles, U2, Diaframma, ανάμεσα σε στίχους των Ουΐτμαν, Παζολίνι, Σαίξπηρ. Έχουμε περάσει στην δεκαετία του '80 και τα σκηνικά αλλάζουν διαδοχικά. Μάντοβα, Ρίμινι, Ιμπίθα, Φλωρεντία, Βαρκελώνη, Οδυσσός, Ρώμη, Λινιάνο.
Και μέσα στη ντισκοτέκ "...ο πυρετός τους καταβροχθίζει. Φέτος η μουσική μετριέται με χτυπήματα ανά λεπτό, ανάμεσα στα εκατόν είκοσι δύο και τα εκατόν σαράντα τέσσερα : την αποκαλούν 'ντίσκο'. Όλοι θέλουν να χορεύουν. "
Ξέφρενοι ρυθμοί, ιλιγγιώδεις ταχύτητες, απαγκίστρωση από το κατεστημένο, αντίδραση στον συντηρητισμό στην πρώιμη φάση της παγκοσμιοποίησης, των πολιτικοκοινωνικών ανακατατάξεων και των τεχνολογικών καινοτομιών. Οι έφηβοι ενηλικιώνονται, η ζωή φέρνει τις ανατροπές και τις δυσκολίες της. Δεσμοί κλυδωνίζονται, σχέσεις δοκιμάζονται, κλονίζονται και αναντίρρητα εκεί όπου υπάρχει ζωή παραμονεύει ο θάνατος, όπου υπάρχει το όλον ενεδρεύει η στέρηση, όπου ηχεί η ευτυχία αντηχεί ο πόνος, όπου σκιάζει η απελπισία φωτίζει η ελπίδα για το θαύμα, όπου σιγεί η μοναξιά καρδιοχτυπάει ο έρωτας.
"Μα εγώ ήθελα φιλιά μεγάλα σαν ωκεανούς, μέσα τους να χαθώ και να πνιγώ ..."
Ένα ρομαντικό, μεθυστικό, ατμοσφαιρικό και συνάμα δυναμικό και σκληρό αφήγημα εσωτερικών αναζητήσεων και φιλοσοφικών θεωρήσεων σε μια εκπληκτική, λυρική μετάφραση από τον Αχιλλέα Κυριακίδη.
Να, λοιπόν, μια ευχάριστη έκπληξη της φετινής αναγνωστικής χρονιάς. Και λέω έκπληξη, όχι γιατί το "Όλοι θέλουν να χορεύουν" με εντυπωσίασε στον απόλυτο βαθμό, αλλά γιατί πολύ απλά δεν είχα καθόλου εικόνα για το συγκεκριμένο βιβλίο -όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν κάμποσες μέρες, δεν υπήρχαν και πολλές κριτικές ώστε να καταλάβω τι σόι βιβλίο είναι-, και τελικά αποδείχτηκε ένα πολύ καλογραμμένο, ενδιαφέρον και ιδιαίτερο μυθιστόρημα. Εντάξει, ίσως σε μερικά σημεία να είναι αρκετά λυρικό για τα γούστα μου και να γίνεται πιο ποιητικό απ’ όσο αντέχω σ' ένα κοινωνικό δράμα (πιο πολύ στο πρώτο μισό), όμως συνολικά μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε, αλλά και ότι με καθήλωσε. Πρόκειται για μια έντονα γραμμένη ιστορία ενηλικίωσης, αλλά και ένα νοσταλγικό ταξίδι στην Ιταλία της δεκαετίας του ’80 (ως επί το πλείστον), και ειλικρινά με δυσκολία άφηνα το βιβλίο κάτω για να ασχοληθώ με άλλα πράγματα. Μην περιμένετε κάποια ιδιαίτερη πλοκή, βασικό μέλημα του συγγραφέα ήταν να παρουσιάσει κάποιους εξαιρετικά σκιαγραφημένους χαρακτήρες, μέσω των οποίων ήθελε (και κατάφερε) να αναδείξει τις σκέψεις, τα όνειρα και τα πάθη των νέων κατά τη δεκαετία του ’80, στη γειτονική μας Ιταλία. Χάρη στη γραφή και χάρη στο βάθος των περιγραφών και των σκέψεων, ο συγγραφέας κατάφερε να με κάνει ένα με το δράμα των βασικών πρωταγωνιστών, και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα μου λείψουν, τόσο αυτοί, όσο και ο μικρόκοσμός τους. Είναι ένα βιβλίο με σκηνές και εικόνες που μένουν στο μυαλό σου για αρκετό καιρό, ενώ είναι ικανό να σου δημιουργήσει ποικίλα συναισθήματα και να σε βάλει σε διάφορες σκέψεις. Τέλος, εννοείται πως η έκδοση είναι άψογη, με τον Αχιλλέα Κυριακίδη να δίνει για άλλη μια φορά ρέστα στη μετάφραση. Το μόνο "κακό" είναι που οι σημειώσεις βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου, αλλά αυτό είναι κάτι υποκειμενικό.
Ήμαστε ωραίοι, ήμαστε έτσι όπως έπρεπε να είμαστε, αλλά ο χρόνος μας πρόδωσε και μας παρέδωσε στη μοναξιά.
Η ιταλική δεκαετία του 80 μέσα στις παραδοχές και τις αντιφάσεις της
Η προσδοκία του εφικτού μεγαλειώδους....
Μα εγώ ήθελα φιλιά μεγάλα σαν ωκεανούς, μέσα τους να χαθώ και να πνιγώ, ήθελα φιλιά μεγάλα και φιλιά αργά σαν κοσμική αναπνοή,. ήθελα να χαλαρώσω μέσα σε λουτρά από φιλιά και, στο τέλος, να μάθω τις ερωτικές τους κινήσεις.
.... ως τη διάψευση της μοναξιάς που ύπουλα κατέλαβε το χαμένο χρόνο
Τους παρατηρώ αυτούς τους ανθρώπους, είναι μαθημενοι σε μια ζωή αλλιωτικη από τη δική μου: καρποί μιας τόσο διαφορετικής ιστορίας, και τους ξαναβρίσκω, σαν αδέλφια μου, εδώ... όμως η σκιά που υπάρχει πια μέσα μας όλο κερδίζει χρόνο, χαλαρώνει κάθε δεσμό
Όποιος λάτρεψε το Less than zero της εκκωφαντικης κατάρρευσης του εύρωστου νιατου, θα γοητευτεί από την ποιητική πρόζα του Garlini.
Σίγουρα θα ψάξω και το επερχόμενο La legge dell'odio.
Το Όλοι θέλουν να χορεύουν είναι μία από τις πιο ευχάριστες εκδοτικές κυκλοφορίες της χρονιάς από έναν άγνωστο σε εμάς Ιταλό συγγραφέα που ευτυχώς θα έχουμε την ευκαιρία μελλοντικά να ξαναδιαβάσουμε. Είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης κι αυτός ήταν αρχικά ο λόγος που θέλησα να το διαβάσω γιατί εκτός του ότι λατρεύω να διαβάζω τέτοιου είδους ιστορίες, η υπόθεση αρχικά μου θύμισε έντονα το αγαπημένο μου Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους του Νικολά Ματιέ. Φυσικά, αν και κοινός παρονομαστής των δύο είναι ότι πρόκειται για μυθιστορήματα ενηλικίωσης με παραπάνω από έναν νεαρούς πρωταγωνιστές την ιστορία των οποίων και παρακολουθούμε σε παλαιότερες δεκαετίες, στην ουσία τα κοινά τους στοιχεία σταματάνε εκεί, αφού εκτός από την πλοκή και η γραφή τους είναι τελείως διαφορετική με το Όλοι θέλουν να χορεύουν να διαθέτει μία έντονη λυρικότητα, στοιχείο που μου άρεσε ιδιαίτερα καθώς προσδίδει ακόμη πιο νοσταλγική χροιά στο κείμενο η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται τη δεκαετία του ογδόντα. Από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει τελευταία.
"Μέσα απ’ το πλήθος τον πολυκύμαντο ωκεανό μια σταγόνα τρυφερά Έπεσε πάνω μου Ψιθυρίζοντας: Σε αγαπώ, γρήγορα θα πεθάνω, Ταξίδεψα τόσο μακριά για να σε δω και να σε αγγίξω, Γιατί δεν γινόταν να πεθάνω χωρίς να σε δω έστω μια φορά, Γιατί φοβόμουν μήπως αργότερα σε χάσω. Τώρα που ανταμώσαμε, τώρα που κοιταχτήκαμε, είμαστε πια σωσμένοι, Γύρισε πίσω στον ωκεανό, γαλήνια αγάπη μου, Κι εγώ είμαι κομμάτι του ίδιου ωκεανού, αγάπη μου, δεν είμαστε στ’ αλήθεια χωρισμένοι…"
Όλοι θέλουν να χορεύουν, κανείς όμως από τους ήρωες του μυθιστορήματος του Αλμπέρτο Γκαρλίνι δεν ξέρει τα βήματα του χορού. Όλοι, ο καθένας με το δικό του βηματισμό, παραπατούν και παραπαίουν στα χρόνια του ατομικισμού της δεκαετίας του 80, διόλου τυχαία γνωστής και ως δεκαετίας του "εγώ". Η είδηση της δολοφονίας του Παζολίνι, του πιο εμβληματικά πολιτικοποιημένου καλλιτέχνη των 70s, με την οποία ξεκινά το βιβλίο, και η σφαγή του χοίρου, ως τελετή μύησης και τέλος της παιδικής ηλικίας των δύο βασικών ηρώων, προϊδεάζουν για όλα όσα θα ακολουθήσουν: η απαξίωση της πολιτικής που εκκωφαντικά απουσιάζει από τις σελίδες του βιβλίου, η επιδημία του AIDS, ο ψυχικός και σωματικός κατακερματισμός και μια ακρωτηριασμένη ελπίδα που παρ' όλα αυτά θα επιβιώσει στον φαινομενικά πιο αδύναμο ήρωα. Κι όλα αυτά με μια γλώσσα ποιητική και απελπισμένα λυρική, με αναπάντεχες επιλογές λέξεων και παρομοιώσεων και την (όπως πάντα) εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη που διατηρεί τη μουσικότητα και το ρυθμό μιας γλώσσας, που μπορείς να φανταστείς ακόμα κι αν δεν την ξέρεις.
Ο τάφος είναι ένα τετράγωνο γη δυο επί δύο σαν την μικρή αυλή που ο Πιέρ έπαιζε με τα άλλα παιδιά της πολυκατοικίας…απλωμένα σεντόνια μπάλα να κυλά ανάμεσα σε φανταστικά τέρματα. Ένα διπλό κρεβάτι οπού ο ύπνος είναι άνετος…Αυτή η καταραμένη δεκαετία του 80 είχε τελειώσει με τα ψέματα της τα απατηλά θεάματά της την ψεύτικη ζωή που μας είχε αναγκάσει να ζήσουμε… 3 ½*
Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης με όμορφη γραφή, έντονα συναισθήματα και παιδιά που δεν κατάφεραν τελικά να μεγαλώσουν. Μου άρεσε η εικόνα της Ιταλίας του 80, η ανεμελιά της νεότητας, σχεδόν μυρισα το αλκοόλ. Ωστόσο οι χαρακτήρες δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένοι, αν σκεφτεί κανείς ότι το βιβλίο αφορά 4 βασικά νέους και τις σχέσεις μεταξυ τους. Ο Ρικάρντο δεν είχε βάθος, μόνο παρορμησεις που δεν μάθαμε από πού πηγάζουν. Την Κιαρα την γνωρίσαμε υπό το male gaze του συγγραφέα. Ήταν όμορφη και αγαπούσε τον Ρικάρντο. Ο, τι και να της συνέβαινε.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Το βιβλίο Όλοι θέλουν να χορεύουν του Alberto Garlini κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος καταφέρνει να αποδώσει επαρκώς ―κάτι παραπάνω από επαρκώς― τον λυρισμό του κειμένου. Ο Ρικάρντο και ο Ρομπέρτο ―8 ετών αμφότεροι― συναντιούνται στο πρωτόγονο έθιμο της τελετουργικής σφαγής του γουρουνιού. Την ίδια μέρα γνωρίζουν τον Βίκυ ―μετέπειτα Πιερ―, ανερχόμενο συγγραφέα, ο οποίος τους προστατεύει από τους ναρκομανείς της περιοχής. Έχει προηγηθεί το τέλος μιας εποχής, σάμπως να έχει καταργηθεί με τη δολοφονία του Παζολίνι την προηγούμενη νύχτα. Είναι η αρχή μιας νέας δεκαετίας. Εκεί όπου η ντίσκο μουσική κυριαρχεί, κι ο χορός λυτρώνει και ξεπλένει κατά μια έννοια κάθε πάθος. Η σεξουαλική απελευθέρωση συνεχίζει να κρατάει τα σκήπτρα, τα ταξίδια με ψυχοτρόπα ναρκωτικά είναι στο απόγειο της δόξας τους, και η ελευθερία του ομοφυλόφιλου έρωτα σαν ώριμο ―παράξενο και ταυτόχρονα οικείο― φρούτο λάμπει στο περιβόλι της συντηρητικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα είναι η εποχή της εμφάνισης της επιθετικής ασθένειας του AIDS, η οποία συνταράζει τους κύκλους των ομοφυλόφιλων. Ο συγγραφέας, με τον έντονο λυρισμό του, με την ποιητικότητα της γραφής του, με έναν σχεδόν λυγμικό τρόπο μας ταξιδεύει ―έχει ασφαλώς όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενός road μυθιστορήματος― στις πόλεις της Ιταλίας, της Αυστρίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας, μέχρι τα ανατολικά της Ευρώπης, την Οδησσό, και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ωκεανού. Γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, μέσω του παντογνώστη αφηγητή παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα ―ως προς την εξέλιξη, και ταυτόχρονα μένοντας ενεοί εμπρός στη λυρικότητα της γραφής― το ταξίδι του Ρομπέρτο, του Ρικάρντο, της Κιάρας και του Πιερ προς τον παράδεισο ή την κόλαση, είναι θέμα οπτικής, μέσα από θάλασσες αλκοόλ, μέσα από ατελείωτα χιλιόμετρα που οδηγούν σε νέες πόλεις, σε νέες εμπειρίες και ταυτόχρονα δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο σ’ ένα τούνελ χωρίς έξοδο. Δίπλα τους, σε δεύτερους ρόλους, η οικογένεια του Ρομπέρτο κυρίως αλλά και του Ρικάρντο, καθώς και η καρικατούρα του ξενοδόχου Ετόρε, ο οποίος δίνει την απαραίτητη σπιρτάδα ώστε να ξετυλιχθεί το κουβάρι του μύθου. Το Όλοι θέλουν να χορεύουν έχει μια, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ιδιαιτερότητα. Δεν σε πιάνει ―αναγνωστικά μιλώντας πάντα― από τα μαλλιά. Αλλά σε παρασύρει γλυκά, πονηρά, φθονερά σαν την αράχνη που προκαλεί, προσκαλεί το ανυποψίαστο θύμα της στον κολλώδη ιστό, στο αναγνωστικό ταξίδι, το οποίο εξελίσσεται σε αναγνωστική απόλαυση. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους αγαπούν τη λογοτεχνία «δρόμου», σε όλους όσοι έζησαν εκείνη την τρελή από όλες τις απόψεις δεκαετία, σε όλους όσοι ήθελαν να τη ζήσουν. Τέλος σε όλους όσοι αγαπούν την καθαρή ανόθευτη λογοτεχνία. Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Το 1975 στην Εμίλια- Ρομάνια της Ιταλίας γνωρίζονται ο Ρομπέρτο και ο Ενρίκο με αφορμή το φρικιαστικό έθιμο της σφαγής του χοίρου. Τα παιδία είναι στην τρυφερή ηλικία των 8 χρόνων που ένα ερέθισμα σε αυτήν την φάση αποτυπώνεται στο υποσυνείδητο έντονα. Εκείνη η μέρα μένει στην ιστορία και με τον θάνατο του σπουδαίου σκηνοθέτη Πάολο Παζολίνι.
Από εκεί και πέρα σηματοδοτείται μία νέα εποχή. Η δεκαετία του 80 είναι συνυφασμένη με την σεξουαλική απελευθέρωση και την ελευθερία έκφρασης του ομοφυλόφιλου έρωτα που στιγματίζεται από την έλευση της ασθένειας του AIDS. Επίσης η χρήση των ναρκωτικών ουσιών είναι στο ζενίθ τους.
Ένα σκληρό και λυρικό βιβλίο που μας παρουσιάζει τα στάδια ανάπτυξης των δύο προσώπων από την παιδική, εφηβική και στην πορεία ενήλικη ζωή. Ένα δυνατό road trip που κινείται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς . Κάθε τόπος και μία νέα εμπειρία. Ο Ρομπέρτο, ο Ενρίκο, ο Πιερ και η Κιάρα αναμετριούνται με τις επιθυμίες και τις αντοχές τους σε ένα συνεχές αγώνα να αγγίξουν την ευχαρίστηση και την πληρότητα.
Ένα ανάγνωσμα που δύσκολα το ξεχνάς γιατί έχει τον τρόπο του να σε μαγνητίσει με την απλότητα του. Νιώθεις τον παλμό της μουσικής και τις ανάσες των προσώπων της ιστορίας.
Όσοι αγαπάτε την μη στιλιζαρισμένη πεζογραφία θα το αγαπήσετε.
Στο βιβλίο Όλοι θέλουν να χορεύουν ο Ρικάρντο και ο Ρομπέρτο, δυο νεαρά αγόρια, συναντιούνται με έναν αλλόκοτο τρόπο στην Πάρμα, το 1975, και έκτοτε γίνονται αχώριστοι φίλοι. Στην παρέα τους θα προστεθεί ο Πιερ ή Βίκι, χαρακτήρας που βασίζεται στον συ��γραφέα Pier Vittorio Tondelli, και η Κιάρα, μια κοπέλα γεμάτη γοητευτικό φως και σκοτάδι μαζί. Από τις σελίδες του βιβλίου περνούν ακόμα προσωπικότητες, καλλιτέχνες και συγγραφείς, μεγάλα όνειρα, τσακισμένα φτερά, ανοιχτοί έρωτες, άκρατη διασκέδαση, απύθμενη ηδονή, «…πανκ, χίπηδες, μαστουρωμένοι, ρομαντικοί εστέτ πιστοί του κάρμα, ναρκομανείς, τσόλια. Η ιταλική νεολαία». Και εμείς, οι αναγνώστες, γινόμαστε παρατηρητές μιας μεταβατικής περιόδου, ενός κόσμου που αλλάζει συνεχώς.
Το μυθιστόρημα του Ιταλού Roberto Garlini μοιάζει να είναι γραμμένο σαν μια πειραγμένη ιστορία δρόμου και έχει πολλούς συμβολισμούς. Πρόκειται για μια διαδρομή στην πρόσφατη ιστορία της Ιταλίας και σε μια δεκαετία συναρπαστική όσο και συνταρακτική. Σου αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα για όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί αλλιώς. Σε θυμώνει, σε συγκινεί, σε ταρακουνάει, σε κάνει να τσακίζεις σελίδες για να μη ξεχάσεις φράσεις.
Στην πρώτη ανάγνωση χωρίς πολλά πολλά, είναι ένα απλό μυθιστόρημα με μια μικρή ιστοριουλα. Βέβαια, αν καθήσει κάποιος και αναλύσει στο κεφάλι του (ή αναλόγως το ξαναδιαβάσει) μπορεί να καταλάβει την σπουδαιότητα αυτού του βιβλίου ως προς την ανάπτυξη των χαρακτήρων και τον λόγο που είναι έτσι όπως είναι. Αν και η γλώσσα ειναι περίεργη και απλοϊκή, είναι ευκολοδιάβαστο, αν και τα μυνήματα που παιρνάει είναι αρκετά βαριά.
Δυνατοί χαρακτήρες που έσπασαν σε κομμάτια καθ'όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Σκέφτηκα πόσο βάναυσος είναι ο κόσμος μας για ανθρώπους ευαίσθητους σαν τον Ρομπέρτο, θα ήθελα ένα διαφορετικό τέλος για εκείνον αν και ενδεχομένως το τέλος που του έδωσε ο συγγραφέας να αποτελεί μια μικρή λύτρωση.
Μία εποχή φεύγει μία άλλη έρχεται και όπως κάθε εποχή σηματοδοτεί αλλαγές, έτσι και εδώ παρακολουθούμε τις αλλαγές που φέρνει η νέα δεκαετία στην ζωή των τεσσάρων πρωταγωνιστών. Όμορφο, καλογραμμένο, συγκινητικό με γραφή λυρική!