«“Ηλικιωμένο ζευγάρι στη Θεσσαλονίκη κάηκε ζωντανό, όταν φωτιά από άγνωστη αιτία ξέσπασε στο πολυτελές διαμέρισμα που διέμεναν στο κέντρο της πόλης. Κινδύνευσαν και τα διπλανά διαμερίσματα”, έλεγε η πρωινή είδηση. Κανείς όμως δεν υποψιάστηκε ότι τα δύο γερόντια, ερωτευμένα έως θανάτου, αποχαιρέτησαν τη ζωή την ώρα που προσπαθούσαν να κάψουν τα ερωτικά γράμματα της νιότης τους, για να μην πέσουν σε χέρια βέβηλα.»
Η Μαρία Στασινοπούλου, παρατηρώντας τη ζωή που περνά, εστιάζοντας στο οικείο και στο αλλότριο και συνδυάζοντας τη φαντασία με την πραγματικότητα, επιχειρεί να ξορκίσει την αδυσώπητη κοινή μοίρα. Για να το πετύχει αυτό επιστρατεύει πότε το χιούμορ, πότε την ειρωνεία και πότε τη διακωμώδηση, αφαιρώντας οτιδήποτε περιττό, χρησιμοποιώντας λόγο κοφτό και πυκνό.
Με τα μάτια των άλλων Άλλη οπτική Παρηγοριά στον άρρωστο Αταβισμός Επιλογή θανάτου Μαζί και στη ζωή, μαζί και στον θάνατο Ανεκπλήρωτες επιθυμίες Φυσικός θάνατος Ξεγάνωσε η καμπάνα Τα κλειδιά Ποτέ πια η ζωή δεν θα είναι όπως πριν Το σώμα μιλάει Στη μνήμη επιβιώνει η ζωή Το δε μέλλον αβέβαιον Οι τελευταίοι επιζώντες Η υποτροφία αργούσε να έρθει Ο αφηρημένος κύριος καθηγητής Άνθρωποι της προόδου Ο δάσκαλος Η μάχη των προνομίων
Η Μαρία Στασινοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1945. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη μελέτη και την κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο της Ελλάδας, της Κύπρου και του εξωτερικού.