Ένα νοσταλγικό και μαγευτικό ταξίδι στην Κάτω Ιταλία και τη Μεγάλη Ελλάδα, αλλά και στο παρελθόν, προσφέρει η συγγραφέας Δέσποινα Χατζή μέσα από το Πανδοχείο της.
Βρισκόμαστε στο 1995. Στα εβδομήντα δύο της χρόνια, η Αντονέλλα Ιωακειμίδη εξακολουθεί να είναι μια δυναμική γυναίκα, γεμάτη όρεξη για ζωή. Θέλοντας να δοκιμάσει έναν διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο συμβίωσης, αποφασίζει να νοικιάσει τα δωμάτια του πανδοχείου της, του “Magna Grecia”, σε συνομηλίκους της, ώστε όλοι μαζί να μοιράζονται την καθημερινότητά τους και να συμβιώνουν αρμονικά, σε ένα όμορφο και γραφικό περιβάλλον. Οι διαμετρικά αντίθετοι χαρακτήρες των ενοίκων αρχικά προκαλούν κάθε τόσο προστριβές, όμως με τον καιρό μαθαίνουν να κάνουν υποχωρήσεις, να συνεισφέρουν στην εύρυθμη λειτουργία του πανδοχείου και –το σημαντικότερο– να ανοίγουν το μυαλό και την καρδιά τους στους συγκατοίκους τους.
Η ζωή της Αντονέλλας είναι μυθιστορηματική. Με καταγωγή από μεγαλοαστική οικογένεια της Αθήνας, στην εφηβεία της είδε τον πατέρα και τον θείο της να τάσσονται με την πλευρά των Γερμανών στην Κατοχή, ενώ η ίδια, η μητέρα, η ξαδέλφη και ο θείος της αγωνίστηκαν για να βοηθήσουν –καθένας με τον τρόπο του– όπως και όσους μπορούσαν. Ποτέ δεν συγχώρησε τον πατέρα της, ποτέ δεν ξέχασε την αυστηρότητα και την προδοσία του, ποτέ δεν ένιωσε να ξεπλένεται από πάνω της η ντροπή. Αργότερα, ακολούθησε τον σύζυγό της στην Καλαβρία, όπου είχαν να αντιμετωπίσουν την απόλυτη φτώχεια και την αβεβαιότητα της μεταπολεμικής περιόδου. Την καρδιά της Αντονέλλα όμως δεν έκλεψε μόνο ο Ιταλός σύζυγός της, αλλά και η πατρίδα του, η οποία έγινε δική της. Οι μνήμες, η ιστορία, ο τόπος, οι άνθρωποι τη γοήτευσαν και την κέρδισαν. Κι εκείνη πλέον νιώθει περήφανη για την αλλοτινή Μεγάλη Ελλάδα και κάνει ό,τι μπορεί για να σ��νεισφέρει στη διατήρηση της πολιτιστικής γκρεκάνικης κληρονομιάς.
Κι ενώ η ζωή στο πανδοχείο κυλάει με τα πάνω και τα κάτω της για τους ενοίκους του, πολλές ζωές επίσης αλλάζουν και εξελίσσονται, πολλές φορές προκαλώντας ανατροπές στη ρουτίνα τους. Όπως η ζωή της κόρης της Αντονέλλας, που νόμιζε πως η κοινωνική θέση και η οικονομική άνεση που της πρόσφερε ο γάμος της με έναν ψυχρό άντρα την έκαναν ευτυχισμένη. Όπως η ζωή της αγαπημένης ξαδέλφης της Αντονέλλας, που σε μία επίσκεψή της εκεί αναθεωρεί τις προτεραιότητες και τα θέλω της και παίρνει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της.
Ιστορική πραγματικότητα και λογοτεχνική φαντασία μπερδεύονται σε αυτό το ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα και δημιουργούν μια πλοκή που σε τυλίγει σιγά-σιγά στο δίχτυ της και δεν σε αφήνει να την αφήσεις. Η αφήγηση κινείται σε δύο επίπεδα, καλύπτοντας ένα χρονικό διάστημα από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μέχρι σχεδόν το τέλος του εικοστού αιώνα, από την Αθήνα των χρόνων της Κατοχής αλλά και μετέπειτα, στη μεταπολεμική Καλαβρία και στο Ρήγιο στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, η στάση που τήρησαν οι Έλληνες (από τη μία οι δωσίλογοι και οι προδότες και από την άλλη όσοι εντάχθηκαν στην Αντίσταση), η φτώχεια, οι στερήσεις, η μάχη για την επιβίωση ακόμα και μετά το τέλος του πολέμου αποτυπώνονται γλαφυρά και παραστατικά στο βιβλίο, έτσι που νιώθεις να μεταφέρεσαι κι εσύ εκεί ως αναγνώστης ή να σου αφηγείται τις αναμνήσεις του ένα δικό σου πρόσωπο που τα έζησε από κοντά.
Η συγγραφέας, όμως, δεν έχει κάνει μόνο εξαιρετική έρευνα σε ό,τι αφορά τα ιστορικά γεγονότα. Ειδικά η αγάπη της για την Κάτω Ιταλία είναι ολοφάνερη σε κάθε σελίδα του βιβλίου, μέσα από τα λόγια των ηρώων αλλά και από τις περιγραφές της. Λαογραφία, ιστορία, γλώσσα, ήθη κι έθιμα, παραδόσεις, συνταγές, χρώματα, αρώματα, εικόνες, όλα αποτυπώνονται με αγάπη και επιμέλεια στην αφήγηση, ενσωματωμένα με τρόπο ταιριαστό στην ιστορία. Ο τόπος περιβάλλει τους πρωταγωνιστές της, μέσα σε αυτόν ζουν και κινούνται, αδιάσπαστα κομμάτια του, ενωμένοι με αόρατα σκοινιά μαζί του.
Επίσης, θίγονται διάφορα διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα, όπως ο ηλικιακός ρατσισμός, η έννοια της οικογένειας, η απιστία, οι σχέσεις γονέων παιδιών και η «βαριά» πολλές φορές κληρονομιά που φέρουν αυτά στις πλάτες τους, ο απαγορευμένος έρωτας, οι κοινωνικές προσταγές και τα στερεότυπα, οι νέες αρχές, τα ηθικά διλήμματα, η θέση της γυναίκας και η γυναικεία χειραφέτηση σε εποχές που κάτι τέτοιο θεωρούνταν ταμπού κ.ά.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι καθημερινοί, ρεαλιστικοί, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Εξελίσσονται, ωριμάζουν, αναθεωρούν, πεισμώνουν, αμφιβάλλουν, αποθαρρύνονται, ελπίζουν, απελπίζονται, ονειρεύονται, πέφτουν και ξανασηκώνονται. Άνθρωποι που το μόνο που επιθυμούν είναι να αγαπήσουν, να αγαπηθούν και να ζήσουν ήρεμα με τους αγαπημένους τους, αλλά που τα γεγονότα και οι περιστάσεις τους κάνουν να δρουν και να αντιδρούν με τρόπους που δεν θα φαντάζονταν ούτε οι ίδιοι. Άνθρωποι που παλεύουν για αυτά που θέλουν, έστω κι αν ξέρουν πως μοιάζουν ανέφικτα. Άνδρες και γυναίκες με ισχυρές ή αδύναμες προσωπικότητες, παραδομένοι στα πάθη και στις ανασφάλειές τους, αλλά και άλλοι γεμάτοι δυναμισμό και άρνηση να υποκύψουν αμαχητί στο πεπρωμένο τους.
Το Πανδοχείο είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα γεμάτο φωνές και μυρωδιές, συγκινήσεις, συναισθήματα και καρδιοχτύπια. Ένα ταξίδι στον τόπο και τον χρόνο, μια νοσταλγική ιστορία για τα μέρη και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μέσα μας και αποτελούν κομμάτια μας, χθες, τώρα και για πάντα.