Άρτα 1928. Ο Ταξιάρχης Κουμπίνος, γεμάτος όνειρα και νιάτα, έρχεται από τη Λέσβο στο λιμάνι της Κόπραινας, για να υπηρετήσει στη θέση του φαροφύλακα, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Πολεμικού Ναυτικού. Ένα λιμάνι που σφύζει από ζωή, αλλά και κρύβει πολλά ένοχα μυστικά... Ο Ταξιάρχης με την ειλικρινή καρδιά του και τον ακέραιο χαρακτήρα του θα έρθει σφόδρα αντιμέτωπος με τα μικροσυμφέροντα της τοπικής κοινωνίας και των τοπικών παραγόντων που νέμονται τους καρπούς της παρανομίας, χάρη στην αδιαφορία των Αρχών. Η σύγκρουσή του αυτή θα τον φέρει αντιμέτωπο ακόμη και με την άδικη φυλάκισή του για ένα έγκλημα που ουδέποτε διέπραξε. Όμως, το μεγαλείο της ψυχής της κοπέλας του καφενείου, της Σοφίας, που θα αγαπήσει με την πρώτη ματιά, θα τον σώσει και το δίκαιο θα νικήσει. Μαζί της θα ζήσει έναν μεγάλο έρωτα, μιαν αγάπη που θα του χαρίσει το μεγαλύτερο δώρο της ζωής του, την κόρη του Κατερίνα. Ο Ταξιάρχης, μέχρι το τέλος του βίου του, θα κρατήσει το φως του φάρου αναμμένο, δείχνοντας τον δρόμο σε όσους κινδύνεψαν να χαθούν...
Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης κατάγεται από την Λέσβο και γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε τις επιστήμες της Παιδαγωγικής και της Θεολογίας. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μπέρμιχαμ και μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο. Εργάστηκε ως δάσκαλος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση για μια τριακονταετία. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και έχει δημοσιεύσει αρκετά διηγήματα, δοκίμια, ποιήματα, κριτικές βιβλίων και συνεντεύξεις με συγγραφείς σε διάφορα βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αλβανικά, στα Γερμανικά και στα Ισπανικά. Από το 2002 ζει στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας.
Με το βιβλίο "Οι σημειώσεις του φαροφύλακα" ο πολυγραφότατος λογοτέχνης Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης κλείνει την "Τριλογία της Άρτας", τη σειρά των τριών βιβλίων του τα οποία αφορούν την Άρτα και τη γύρω περιοχή. Πρόκειται για πονήματα που διαβάζονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, όλα όμως διαδραματίζονται στην Άρτα από το τέλος του 19ου μέχρι και τα μέσα του 20ου.
Ο συγγραφέας μας προσφέρει και εδώ άφθονες ιστορικές πληροφορίες, αυτή τη φορά όχι τόσο για την ίδια την πόλη της Άρτας, αλλά για την Κόπραινα, την πόλη που αποτέλεσε το επίνειο της Άρτας μέχρι και το 1967, τότε που το λιμάνι της Αμφιλοχίας έκανε την Κόπραινα να απωλέσει οριστικά τον ρόλο της στην τοπική οικονομία της περιοχής.
Την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του βιβλίου, το 1928, κάθε πόλη- λιμάνι που σεβόταν τον εαυτό της βάσιζε την ύπαρξή της στον φάρο της. Έτσι λοιπόν οι φαροφύλακες και οι τελώνες ήταν πρόσωπα σημαίνοντα για την τοπική κοινωνία του Μεσοπολέμου.
Πρωταγωνιστής είναι κι εδώ λοιπόν ένας φαροφύλακας, ο Ταξιάρχης Κουμπίνος, άνθρωπος αγνός, εργατικός που θα μπλεχτεί άθελά του στα δίκτυα του έρωτα. Τη ζωή του θα αλλάξει δραματικά ένα μοιραίο γεγονός, το οποίο θα γίνει αιτία να κλειστεί άδικα στη φυλακή, έως ότου καταφέρει τελικά να αποδείξει την αθωότητά του.
Το τέλος, όμως, θα είναι λυτρωτικό και αισιόδοξο, τέτοιο δηλαδή από αυτά τα οποία συνηθίζει να δίνει ο Ε.Ι. στα βιβλία του. Πράγματι, ο συγγραφέας φαίνεται ότι ευχαριστιέται να αφήνει τους αναγνώστες του με ένα αίσθημα πληρότητας και άφατης ικανοποίησης όταν αυτοί φτάνουν στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του.
Οι ήρωες του βιβλίου, όπως και στα άλλα βιβλία της τριλογίας, μοιάζουν με τους ήρωες των παραμυθιών: είναι είτε πολύ καλοί και αγνοί, είτε πονηροί και δολοπλόκοι, για να μην τους πούμε αμιγώς "κακούς", σαν εκείνους που συναντάμε στη Σταχτοπούτα και τη Χιονάτη. Συνάμα βέβαια πρόκειται για ήρωες βαθιά ανθρώπινους και ρεαλιστικούς στην απεικόνισή τους. Ο Ε.Ι. δεν αρέσκεται να δημιουργεί υπερήρωες και υπερανθρώπους. Αντιθέτως οι πρωταγωνιστές του είναι καθόλα γήινοι και αληθινοί, με τα πάθη, τις αδυναμίες, τα προτερήματά τους και τις πράξεις τους, άλλοτε καλές και άλλοτε κατακριτέες, να κοσμούν τις σελίδες των βιβλίων του.
Το δίχως άλλο, με την ανάγνωση του εν λόγω πονήματος, ο αναγνώστης θα μάθει αρκετά πράγματα για το λησμονημένο σήμερα λιμάνι της Κόπραινας, αλλά θα έχει και την ευκαιρία να θαυμάσει τον άρτιο λόγο του συγγραφέα, καθώς θα βυθίζεται με προσήλωση στις σελίδες του.
Το μυθιστόρημα ―στα όρια της νουβέλας― Οι σημειώσεις του φαροφύλακα του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής, και αποτελεί μέρος μιας ιδιότυπης τριλογίας με γεωγραφική αφετηρία και τερματισμό την περιοχή της Άρτας, λίγο πριν τα μέσα του περασμένου αιώνα.
Αναφέρεται στα έργα και τις ημέρες ενός νεοπροσληφθέντα φαροφύλακα στον φάρο της Κόπραινας, που βρίσκεται στη στενή γραμμή που χωρίζει τη θάλασσα από το ποτάμι. Ο Ταξιάρχης ―κεντρικός ήρωας―θέλει να διεκδικήσει το δικαίωμά του στη ζωή μέσω του σταθερού μισθού ―κατόρθωμα μεγαλειώδες στην Ελλάδα της δεκαετίας του Τριάντα―, εντάσσεται στον κοινωνικό ιστό της πόλης, αν και βρίσκεται απομακρυσμένος, σχεδόν εγκλωβισμένος στα στενά πλαίσια που οριοθετούν την περιοχή του φάρου. Πιστός στο καθήκον, αν ασφαλώς θέλει να διατηρήσει τη θέση του.
Μέσα από σύντομες απλές περιγραφές περιπλανιόμαστε νοητά στον χώρο του μεγάλου λιμανιού, αφουγκραζόμαστε τους ήχους από τον άχθο και το άλγος της καθημερινότητας των εργατών και των βιοπαλαιστών. Συναντάμε ήρωες, άλλους πιο σημαντικούς και άλλους λιγότερο, στους δρόμους πέριξ του εμπορικού κέντρου, και ασφαλώς στο απαύγασμα της τότε κοινωνικής ζωής, στο καφενείο.
Το σκηνικό ―που μου θύμισε αφηγήσεις του παππού μου ο οποίος έζησε εκείνη την εποχή― έχει στηθεί με μαεστρία από τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη. Όλα είναι τοποθετημένα κατά πως πρέπει, αποδίδοντας το κλίμα της εποχής.
Με θεματικό άξονα τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων, στήνεται το γαϊτανάκι του μύθου. Ο καλοκάγαθος Ταξιάρχης, η αγαπημένη του Σοφία, ο υποχθόνιος, υποκινούμενος από ταπεινά ένστικτα, Πασχάλης, ο πανούργος Σόλωνας, ο αδίστακτος Θανάσης, ο ταπεινός Γρηγόρης, ο μπαρμπα-Νίκος, είναι οι ήρωες που δίνουν την ώθηση στην εξέλιξη της ιστορίας. Παράλληλα, πλήθος άλλων ηρώων ―δευτερευόντων χαρακτήρων― καταφέρνουν να δώσουν το δικό τους χρώμα στην εξιστόρηση.
Το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που έχει συλλέξει ο συγγραφέας αποτελεί ένα μικρό κομμάτι της συνολικής έρευνάς του, που δίνει μεγαλύτερο βάρος και βάθος στην ιστορία που μας έχει αφηγηθεί. Είναι ―εν τέλει― το απαραίτητο υλικό, ώστε να πλαισιώσει τον μύθο που έχει επιλέξει να μας παρουσιάσει.
Διαβάζεται ―και λόγω της μικρής έκτασης― χωρίς διακοπή, με μια ανάσα, αφήνοντας στον αναγνώστη μια γλυκιά επίγευση νοσταλγίας για τα χρόνια, τα ήθη και τις συνήθειες μιας αλαργινής εποχής που έχει λάβει δικαιωματικά τη θέση της στο ράφι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας-λαογραφίας.