Αναλαμβάνοντας να βρει τον Δήμο Τερζή, έναν πλούσιο γόνο που δεν έχει δώσει σημεία ζωής για μέρες, ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Δημητρίου δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ την ευκολία με την οποία θα άρχιζαν να στοιβάζονται πτώματα γύρω του. Πόσο μάλλον την πιθανότητα το επόμενο να είναι το δικό του. Ο αστυνόμος Πέτρος Αποστόλου καλείται να βάλει ένα τέλος σε αυτό το γα-ϊτανάκι του αίματος, βαδίζοντας σε μονοπάτια που τα όρια ανάμεσα στην αστραφτερή σόουμπιζ και τον σκοτεινό υπόκοσμο είναι δυσδιάκριτα. Και για να το κάνει αυτό, πρέπει πρώτα να υπερ-νικήσει τις εμμονές του.
«Η φτώχεια είναι έλλειψη πολλών πραγμάτων και η απληστία, όλων» - Αριστοτέλης.
Μετά από ενάμιση χρόνο στο ράφι, ήρθε η ώρα της Απληστίας το φετινό χριστουγεννιάτικο απόγευμα. Μετά τους Χρήσιμους ηλίθιους,ο Άντυ έρχεται με μια νέα υπόθεση, όπου εμπλέκονται διάφορα καλόπαιδα του υποκόσμου,του τζόγου, των ναρκωτικών,των μίντια κλπ. Με έναν πρωτότυπο τίτλο κι ένα εύγλωττο εξώφυλλο, ο αναγνώστης ξεκινάει ένα ταξίδι χωρίς πυξίδα σε έναν κόσμο βρώμικο, όπου το χέρι της ανομίας είναι αρκούντως μακρύ για να κλείνει τα στόματα όσων ενοχλούν, με το έργο των αρχών να σκοντάφτει κάθε τόσο σε κάποιον υψηλά ιστάμενο. Όσον αφορά την πλοκή, ξεκίνησε αργά, με την γραφή να είναι κοφτή και καθαρή, για να δώσει γκάζι στις τελευταίες 50 σελίδες, όπου και όλα τα κομματάκια του παζλ ενώθηκαν,επιφυλάσσοντας μια σχετική έκπληξη, που ήταν ευχάριστη και καλοδεχούμενη. Ένα άρτιο αστυνομικό μυθιστόρημα,που όμως δεν είχε την πρωτοτυπία της έμπνευσης που αγάπησα στους Χρήσιμους ηλίθιους. 3.5/5 ,περιμένοντας το επόμενο βιβλίο των Δημητρίου/Αποστόλου.
Η αγάπη του Άντυ Βρόσγου για την αστυνομική λογοτεχνία και μάλιστα για τα κλασικά νουάρ μυθιστορήματα όπως αυτά του Ρέιμοντ Τσάντλερ, της Πατρίτσια Χάισμιθ, του Ζωρζ Σιμενόν και άλλων ιερών τεράτων που έχουν επηρεάσει πολλούς σύγχρονους συγγραφείς. Μέσα σε αυτούς και ο ίδιος ο Άντυ.
Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Αβαριτία» είναι ένα καλό δείγμα ενός σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος έχοντας όλα εκείνα που χαρακτηρίζουν μια νουάρ περιπέτεια. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα που διακατέχει το βιβλίο του Άντυ Βρόσγου διαταράσσεται από έντονες σκηνές δράσης γεμάτες αγωνία πασπαλισμένες με μπόλικο μυστήριο ακολουθώντας όμως έναν ήρεμο τρόπο γραφής και εξιστόρησης των γεγονότων μέσα από τη φωνή του κεντρικού του ήρωα.
Η λέξη «Αβαριτία» ίσως είναι μια από εκείνες τις λέξεις που σπάνια ή και καθόλου συναντούμε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Φέρει τις ρίζες της στα λατινικά και σημαίνει «Απληστία» – «Πλεονεξία». Εκείνη η υπερβολικά και εθιστικά εγωιστική επιθυμία του ανθρώπου να αποζητά περισσότερα από όσα χρειάζεται καταρρίπτοντας ηθικές αναστολές σε ένα αδυσώπητο κυνήγι εξουσίας, οικονομικής και κοινωνικής υπεροχής.
Και ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Δημητρίου θα έρθει αντιμέτωπος με έναν δολοφόνο που έχει καλλιεργήσει μια ναρκισσιστική τάση ενός υπέρμετρου εγωισμού και φθόνου για όσους είναι γύρω του. Όταν καλείται να αναζητήσει τα ίχνη του Δήμου Τερζή, ενός πλούσιου γόνου, μετά από τις παρακλήσεις της μητέρας του δεν φανταζόταν ποτέ με πόση ευκολία θα στιβάζονταν πτώματα γύρω του απειλώντας ίσως και τη δική του ζωή.
Ο παλιός μας γνώριμος, από τους «Χρήσιμους ηλίθιους», αστυνόμος Πέτρος Αποστόλου θα κληθεί να βάλει ένα τέλος σε όλο αυτό το λουτρό αίματος. Μέσα από τις έρευνες τις δικές του αλλά και του Δημητρίου θα φέρει στην επιφάνεια καλά κρυμμένα μυστικά της λαμπερής σόουμπιζ αλλά και του σκοτεινού υποκόσμου. Εκεί όπου τα όρια είναι εντελώς δυσδιάκριτα και τίποτα δεν προμηνύει αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει.
Η απληστία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και κανένας ήρωας του βιβλίου του Άντυ Βρόσγου δεν μένει αλώβητος καθώς όλοι τους λίγο ή πολύ έχουν υποκύψει σε αυτήν. Μετά τους «Χρήσιμους ηλίθιους» και το τόσο επίκαιρο θέμα των τελευταίων ημερών ο Άντυ επιστρέφει με την «Αβαριτία» θέλοντας να εδραιώσει τη θέση του ανάμεσα στους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας με ένα βιβλίο που μπλέκει το δημοσιογραφικό και αστυνομικό δαιμόνιο σε ένα κυνήγι εκδίκησης.
Το βιβλίο ανοίγουν στίχοι του Μπωντλέρ από τα «Άνθη του κακού» και ένα κομμάτι από την Κόλαση του Δάντη που αναφέρεται στο βουνό του Καθαρτηρίου και στα επτά επίπεδα που το καθένα αντιστοιχούσε σε ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Το πέμπτο επίπεδο αντιστοιχούσε στην «Αβαριτία», δηλαδή στην Απληστία, όπως διαβάζουμε στο τέλος της εισαγωγής, ανοίγοντας μας τον δρόμο στον κόσμο που έπλασε ο Άντυ Βρόσγος.
Όλα ωραία και καλά μέχρι εδώ όμως καθώς το διάβαζα ένιωθα ότι έλειπε το μπρίο της γραφής που υπήρχε στους «Χρήσιμους ηλίθιους». Θέλοντας να «πατήσει» πάνω στους κλασικούς συγγραφείς νουάρ μυθιστορημάτων κάνει το λάθος να παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό του και ενώ χαράζει ένα σκοτεινό μονοπάτι που ο αναγνώστης θα συναντήσει την βίαιη «εξουσία» του υποκόσμου, την παραπλανητική λάμψη της σόουμπιζ, τις μοιραίες και αινιγματικές γυναίκες, τους ταλαιπωρημένους από το παρελθόν ήρωες ο συγγραφέας κάνει μια στροφή και το μονοπάτι καταλήγει σε εντελώς διαφορετικό προορισμό.
Η αποκάλυψη του ενόχου ξενίζει λίγο και θυμίζει εκείνα τα μυθιστορήματα που ο δολοφόνος είναι εκείνος που κυριολεκτικά ξεπηδά από το πουθενά ή που έχει εμφανιστεί κάπου μέσα στην ιστορία και απλά έχει ξεχαστεί στην πορεία για να επανέλθει την κατάλληλη στιγμή. Παρόλο που δικαιολογεί τον τίτλο του βιβλίου, «Αβαριτία – Απληστία», τα κίνητρα του είναι κάπως χλιαρά και εμένα τουλάχιστον δεν με έπεισαν αφήνοντας μου μια αίσθηση ανολοκλήρωτου.
Η σύμπραξη όμως του αστυνόμου Αποστόλου και του δημοσιογράφου Δημητρίου ήταν μια σχέση αλληλεπίδρασης που λειτούργησε θετικά για την πορεία της ιστορίας και της πλοκής που δημιούργησε ο Άντυ Βρόσγος. Ένα δίδυμο που μέσα από τις έντονες στιγμές τους καταφέρνουν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους να λύσουν το μυστήριο που κρύβεται πίσω από εκείνον που σκορπά πτώματα γύρω τους. Ελπίζω να τους δούμε ξανά σε μια μελλοντική νουάρ περιπέτεια.
«Ανοησία, λάθος, αμαρτία, απληστία, Τα πνεύματα μας κατέχουν και τα κορμιά μας παιδεύουν, Τις προσφιλείς μας τύψεις συντηρούμε, Όπως οι ζητιάνοι τα ζωύφια τους τρέφουν…»
Αβαριτία: Ο τίτλος του βιβλίου, παράξενος, και ουσιώδης. Δανεισμένος από το Καθαρτήριο στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, αποτελεί ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, και δεν είναι άλλη από την Απληστία. Ποιος είναι ο άπληστος που θα πληρώσει σε τούτο το βιβλίο; Ένα ζευγαράκι μέσα σε σταματημένο αυτοκίνητο, στην κόψη του βράχου. Καταλαβαίνετε τι πρόκειται να συμβεί όταν πρόκειται για αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο νέος είναι ανήσυχος, κάτι τον απασχολεί. Εκείνη στον κόσμο της, μέχρι να καταλάβει πως έχουν μπλέξει άσχημα, καθώς τους πλησιάζει ένα ανθρακί Τσερόκι και οι επιβάτες του φαίνονται απειλητικοί. Κάπως έτσι ξεκινά το νέο βιβλίο του Άντυ Βρόσγου, Αβαριτία. Η πλοκή ακολουθεί τη γραμμική εξιστόρηση, στα χνάρια ενός παλιού καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, με κεντρικούς χαρακτήρες που δεν μας δίνουν πολλά από αυτά που κρύβουν μέσα τους. Τόσα όσα. Όπως αρμόζει στο αντρικό πρότυπο των κλασικών νουάρ. Με κίνηση και δράση που εναλλάσσεται με την πικρή ή στυφή ζωή του ήρωα. «Χάζευε τις φυλές των Αθηναίων λες και τις αντίκριζε για πρώτη φορά. Ίσως επειδή για πρώτη φορά δεν κοίταζε αλλά παρατηρούσε. Τις μαμάδες με τα καρότσια, τους δρομείς με την αθλητική περιβολή που έμπαιναν στο άλσος για να τρέξουν, τους ερωτευμένους που γελούσαν ακόμα και χωρίς λόγο, κρατώντας αγκαλιά ο ένας τον άλλον. Πολλές φορές είμαστε τόσο εγκλωβισμένοι στον δικό μας μικρόκοσμο που είναι αδύνατον να αντιληφθούμε τον πραγματικό, συλλογίστηκε». Έτσι, παρακολουθούμε τον Γρηγόρη Δημητρίου, έναν δημοσιογράφο προσωρινά χωρίς αντικείμενο εργασίας, να μπλέκει άθελά του σε μια περιπέτεια και να παίζει τον ρόλο του ντετέκτιβ, όταν η πλούσια σύζυγος ενός καναλάρχη του αναθέτει να βρει τον γιο της, Δήμο Τερζή, που έχει μέρες να δώσει σημεία ζωής. Το περίεργο στην υπόθεση είναι ότι ο εξαφανισμένος χρωστούσε πολλά και τον κυνηγούσαν γι’ αυτό, ενώ θα μπορούσε άνετα να ξεμπλέξει αφού ήταν πάμπλουτος. Ο δημοσιογράφος, μέσα στην απειρία του, θα περιπλέξει την κατάσταση, ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, από τη μια ο υπόκοσμος και από την άλλη η σόουμπιζ. Ευτυχώς όμως που υπάρχει ο αστυνόμος Πέτρος Αποστόλου για να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Εδώ είναι αξιοσημείωτο ότι οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι αρχετυπικοί, αλλά με πιο σύγχρονη ματιά. Ο δημοσιογράφος είναι πανέξυπνος, τολμηρός, και περνά μια δύσκολη φάση στη ζωή του. Όμως τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει, εφόσον εμφανίζεται η κατάλληλη γυναίκα, την κατάλληλη στιγμή. «Ο Γρηγόρης άναψε άλλο ένα τσιγάρο περιμένοντας να ετοιμαστεί το ποτό του. Παρατηρούσε τον καπνό να ανεβαίνει τεμπέλικα προς το ταβάνι. Κανονικά, τέτοια ώρα θα βρισκόταν σπίτι του με την Όλγα· αν υπήρχε “κανονικά” με τη δική του δουλειά. Σίγουρα όμως δεν υπήρχε πια Όλγα και θα έπρεπε να αρχίζει να το συνηθίζει σιγά σιγά αυτό». Στο βιβλίο είναι διάχυτη η αγωνία, οι σκληροί χαρακτήρες, οι μοιραίες γυναικείες παρουσίες, έντονο μαύρο χρώμα με αρκετό όμως χιούμορ, πολιτικές αιχμές, μουσική ροκ, καπνοί από τσιγάρα, αλκοόλ, καταχρήσεις, χρέη, πολλά χρέη και… απληστία. Από αυτήν δεν καταφέρνει να ξεφύγει ούτε ο ήρωάς μας, καθώς περιμένει τον ιδιοκτήτη μιας λέσχης προκειμένου να τον ξεψαχνίσει για τους εγκληματίες που σπέρνουν το δρόμο του με πτώματα. «Μισή ώρα μετά ο Γρηγόρης είχε διπλασιάσει τις μάρκες του και στη μία ώρα δεν του είχε μείνει καμία. Είχε βγάλει χρήματα από την τσέπη του προκειμένου να αγοράσει κι άλλες ενώ στο μυαλό του γύριζαν εικόνες από τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, όταν ένα χέρι τον έπιασε από τον ώμο». Η πλοκή προχωρά στο τελευταίο ένα τρίτο του βιβλίου με αποκαλύψεις και ανατροπές που δίνουν καινούργιο γκελ στην ιστορία, ανεβάζοντας το αναγνωστικό ενδιαφέρον αμείωτο ως το τέλος. Με ένα αναπάντεχο μπρος πίσω, ο συγγραφέας μετατοπίζει το βάρος στις σχέσεις μεταξύ των ηρώων, έτσι ώστε να φτάσει σε ένα φινάλε που και ικανοποιητικό είναι για τον αναγνώστη που περιμένει την κάθαρση, και από την άλλη πολλά υποσχόμενο για αυτό που έρχεται. Υποθέτω πως ο δημοσιογράφος και ο αστυνόμος θα επιστρέψουν σύντομα σε ένα νέο βιβλίο και θα είναι πράγματι αξιόλογο ώστε να δούμε την εξέλιξή τους. «Ώρα για κυνήγι, μικρή μου». Είναι η ακροτελεύτια φράση του βιβλίου που απομόνωσα, γιατί είχε εσάνς από Τσάντλερ. Ένα έντιμο βιβλίο πρέπει να τελειώνει και έντιμα!
Ήξερα ότι έπρεπε να του δώσω δεύτερη ευκαιρία. Την πρώτη φορά που το διάβασα κατάλαβα ότι κάτι είχα χάσει, κι έτσι έχοντας μόλις ολοκληρώσει το τρίτο έργο του ιδίου συγγραφέα, αποφάσισα να το κάνω. Και είχα δίκιο! Δεν ήταν δυνατόν να με απογοητεύσει ο φίλος μου! Ωραία γραφή, ευκολοδιάβαστη, η ιστορία ρέει χωρίς να κουράζει, εναλλάσσοντας αντικείμενα, με κύριο βέβαια το αστυνομικό στορυ, αγγίζει λίγο το ερωτικό, λίγο το κοινωνικό, ενσωματώνει μουσικές και συναισθήματα. Τελικά, κάθε βιβλίο του Άντυ είναι διαφορετικό ως προς το στήσιμό του, όμως και τα τρία, εκτός από το ότι εντάσσονται στην αστυνομική λογοτεχνία, δείχνουν φανερά την αγάπη και τον σεβασμό του συγγραφέα προς την οικογένεια, και τον προβληματισμό για την ελληνική κατάσταση (κατάντια), και οι σχετικές αναφορές προσφέρουν έξτρα στοιχεία στο ανάγνωσμα. Είναι τρομακτικό πώς η Αβαριτία, αν και μυθιστόρημα, μοιάζει να περιγραφεί πραγματικά ελληνικά δρώμενα. Εύγε Άντυ μας! Συνέχισε!
Με λατινικό τίτλο που δεν τον έχουμε ξαναδεί σε βιβλίο και που σε βάζει σε πειρασμό να ανοίξεις την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια, ο συγγραφέας δημιουργεί μυστήριο ήδη από το εξώφυλλο! Σαν καλός άνθρωπος όμως που είναι, μας βγάζει από αυτόν τον κόπο και μας εξηγεί στις πρώτες σελίδες την ετυμολογία της λέξης ΑΒΑΡΙΤΙΑ! Κι έτσι από αυτήν την αφετηρία ξεκινάει ένα ταξίδι στον σκοτεινό κόσμο της showbiz και του υποκοσμου. Με τον γνωστό συγγραφικό του τρόπο ο Α.Β. (βλ. Χρήσιμοι Ηλίθιοι), δηλαδή την γρήγορη γραφή, χωρίς πλατιασματα κι άσκοπες περιγραφές, τα μικρά κεφάλαια, με έξυπνες ατάκες και αγωνιώδη πλοκή, τις νοσταλγικές μουσικές αναφορές κι αφού έχουμε συναντήσει παλιούς γνώριμους κι έχουμε γνωρίσει καινούριους γοητευτικούς ήρωες, φτάνουμε σε ένα απρόσμενο τέρμα!! Βγάλτε εισιτήριο λοιπόν κι επιβιβαστείτε!
Πολύ τίμιο έργο και καλαίσθητη η έκδοση. Αστυνομικό θρίλερ σε ελληνικό φόντο, με όλη την παθογένεια του ελληνικού παρακράτους.
Σε άλλα σημεία πιο βαθύ, σε άλλα πιο ρηχό, άλλοτε πιο σκηνοθετικό, κάποτε πιο αφηγηματικό, το συγκεκριμένο έργο μου πρόσφερε μια ψυχαγωγία που καιρό είχα να βιώσω σε αστυνομικό μυθιστόρημα.
Χαρακτηριστικά του τα μικρά κεφάλαια και η απολαυστικά γρήγορη ροή. Οι πληροφορίες έδιναν κι έπαιρναν. Τα πρόσωπα αρκετά για να υπάρχει η ανάλογη περιπλοκή αλλά όχι υπερβολικά πολλά, ώστε να χάνεται η μπάλα.
Μου άρεσαν και τα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, που υπήρχαν ως εξτραδάκια αλλά δεν τραβούσαν το φως πάνω τους.
Δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν είχε ολοκληρωμένους χαρακτήρες,ούτε σφιχτοδεμένη υπόθεση. Ο τρόπος που προχωρούσε η πλοκή τραβηγμένος. Δεν θα το συνιστούσα.