«Α, δικό σου είναι το διαβατήριο στο γραφείο. Μα τι μαλάκας είναι αυτός, δεν μου είπε τίποτα. Μπορείς να φύγεις φίλε, δεν ξέρω ειλικρινά γιατί σε είχαν τόσες ώρες εδώ μέσα. Είναι μαλάκας ο τύπος. Ρε τον μαλάκα ρε». Ήταν ο αξιωματικός υπηρεσίας που είχε αντικαταστήσει τον προηγούμενο, ο οποίος θα μ' έστελνε στην Κακκαβιά. «Αυτό που σου έκανε στο στρατό το λένε καψόνι», μου εξήγησε με απογοήτευση στο ύφος του. Είχε ένα κάδρο πίσω από το γραφείο του το οποίο δεν είχα προσέξει πιο πριν. Μου έκανε εντύπωση διότι δεν ήταν ένα συνηθισμένο κάδρο με κάποιο αγαπημένο του άνθρωπο. Ήταν το κάδρο μιας γάτας. Μιας πολύ όμορφης γάτας, αν και γάτα αστυνομικού. Άλλωστε όλες οι γάτες είναι όμορφες.
«Πράγματι», μουρμούρισα πριν μερικά χρόνια και έβαλα το βιβλίο του Ζγκούρη στην ατέλειωτη to - read λίστα μου. Πριν κάποιο καιρό έφτασε σε εμένα και έτσι διαπίστωσα πως έχει ελάχιστες γάτες.
Προς το τέλος της δεκαετίας των 90s – αρχές των 00s είχα ήδη περάσει από διαφορετικά μεταξύ τους περιβάλλοντα. Ένα από τα πρώτα αστεία που έκανα στην ψυχολόγο μου ήταν πως είμαι ένα κοινωνικό πείραμα των γονιών μου. Περνώντας τα τρυφερά χρόνια στα πέριξ των Μεσογείων, τα highlights τότε ήταν τα αυτοκινητιστικά, τα ναρκωτικά, οι φίρμες Σατανιστές της Παλλήνης, τα μισογκρεμισμένα παράνομα σπίτια, οι τρομαχτικές καβάτζες στα αλσάκια, οι κοπάνες που κρατούσαν όσο το σχολικό έτος, κάτι γκάνγκστερς του γλυκού νερού και φυσικά, το μίσος Αλβανών – Ελλήνων. Πριν από αυτό το σχολείο ήμουν σε άλλο, με ποδιά και χάρακα και Θεό, άρα η διαφορά ήταν πολύ - πολύ μεγάλη.
Φυσικά, γράφω άλλα ντ’ άλλων, ωστόσο μάλλον αυτό είναι από τα καλύτερα στοιχεία των γατιών του Ζγκούρη: ξυπνάει αυτές τις παιδικές αναμνήσεις των πάνω – κάτω μιλένιαλς με μεγάλη ακρίβεια. Πλην κάποιον εξαιρέσεων, (των παιδιών που πήγαν σε ιδιωτικό και μόνο σε ιδιωτικό), οι άλλοι το ζήσαμε: ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης από Αλβανία και το τι σημαίνει ρατσισμός.
Ο Ζγκούρη έχει να πει πολλά για τη ζωή του, αλλά σε αυτό το βιβλίο επέλεξε να μας περάσει μέσα από κομβικές του αναμνήσεις και το πώς αυτές διαποτίστηκαν από τον ρατσισμό για την καταγωγή του. Τι σημαίνει να ανήκεις, να μην ανήκεις, να καίγεσαι να ανήκεις, να προδίδεις ανά στιγμές τον εαυτό σου και την περηφάνια σου ώστε να ανήκεις, να ορθώνεις ανάστημα και ας ανήκεις όπου τελικά σε θέλουν. Θα ήταν καλό να διαβαστεί, ειδικά από τις δικές μας ηλικίες, επειδή κάνει διάνα στις λεπτομέρειες της απόχρωσης του 90s ρατσισμού.
Πολλά ακόμα μπορούν να γραφτούν, αλλά ας γραφτούν από τις φωνές που το πέρασαν, οι υπόλοιποι ας ακούσουμε.
Μου ήρθαν διάφορες αναμνήσεις, αλλά επιλέγω αυτή:
Χωρίζω με το αγόρι μου στο λύκειο. Η σχέση μας ήταν καλή για λίγο, αλλά κράτησε αρκετά, μέχρι που την κάναμε πατσαβούρι. Κάπου στα τελευταία τον έχει πιάσει μανία να μάθει με ποιον είχα κάνει τι στο μεταξύ. Ξαφνικά εκεί που είναι βυθισμένος στην απελπισία του, ακούγοντας τις απιστίες μου (οι δικές του δεν τον ενοχλούσαν ντε), λέει: «Πες μου πως δεν έχεις κάνει κάτι με τον Στέλιο Ντ! Όχι ρε Ρένα με τον Αλβανό!»
Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στη Ελλάδα της δεκαετίας του 90 δεν μπορώ παρά να βάλω πέντε αστέρια. Πάντα προσπαθώ να βρω μια λέξη για να χαρακτηρίσω ένα βιβλίο αφού το τελειώσω. Εδώ τα πράγματα ήταν εύκολα. Αληθινό. Είχα πάντα φίλους Αλβανούς. Πολλούς και καλούς. Είχα γείτονες Αλβανούς. Συγχορεύτριες. Συναδέλφους, από αυτούς που δεν βρίσκεις εύκολα σε αυτόν τον κόσμο. Πάντα ένιωθα άβολα όταν άκουγα ανέκδοτα για την εθνικότητα τους. Δεν καταλάβαινε το παιδικό μου μυαλό γιατί πρέπει να υπάρχει αυτή η ταμπέλα. Δεν καταλάβαινα γιατί κάθε φορά που έλεγα το όνομα της καλύτερης μου φίλης στο δημοτικό, η επόμενη ερώτηση ήταν αν είναι από την Αλβανία. Δεν καταλάβαινα γιατί κάποιοι με κάνανε να νιώθω ότι είναι περίεργο και ασυνήθιστο το να κάνεις παρέα με Αλβανούς. Ντρέπομαι που αυτές οι συμπεριφορές προερχόταν μερικές φορές και από τον κοντινό μου περίγυρο, έστω μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Αναρρωτιέμαι αν έχω ξεστομίσει και εγώ κάτι στερεοτυπικό που άθελα μου έφερε κάποιον σε πολύ δύσκολη θέση. Είναι πολύ πιθανό όταν μεγαλώνεις με όλα αυτά τα στερεότυπα γύρω σου κάποια στιγμή να τα αναπαράξεις, ακόμα και ασυνείδητα. Ένιωσα στο ελάχιστο πως μπορεί να νιώθουν οι φίλοι μου όταν, όχι και λίγες φορές στη σχολική μου ζωή, έπρεπε να πω ότι είμαι Ελληνίδα γιατί το περίεργο επίθετο μου οδηγούσε στην ερώτηση 'από που είσαι;' καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αλβανικό. Μόνο το γενεαλογικό μου δένδρο δεν σχεδίασα σε δάσκαλο γεωγραφίας (ειρωνικό), φασίστα από τους λίγους. Αν ο τωρινός μου εαυτός μπορούσε να απαντήσει θα τους έλεγα πως δεν έχει καμία σημασία από πού είμαι, σε κάποιους μπορεί και να έλεγα να πάνε στο διάολο. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταμπέλες. Τώρα πια, ως μετανάστρια κι εγώ, παρ’ ότι σε τελείως διαφορετικές συνθήκες, ξέρω πως είναι να νιώθεις ξένος παντού. Προσπαθώ να νιώθω και να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος όπου και να είμαι, όπου και να ζω. Αυτή είναι η μόνη ταμπέλα που όλοι έπρεπε να βάζουμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Άνθρωπος.
Από τις ωραιότερες και σημαντικότερες συλλογές μικρών ιστοριών που έχω διαβάσει. #OwnVoices, που λένε και οι νεαροί.
Γροθιά στο στομάχι γιατί ο Ζγκούρη δεν περιγράφει δραματικές ιστορίες που συνέβησαν σε κάποια απομακρυσμένη γωνιά της Γης μα δικές του ιστορίες ως παιδί από την Αλβανία εδώ στην Ελλάδα μας, πριν 25 χρόνια. Σαν να βλέπεις τη δική σου παιδική-εφηβική ηλικία μα αντίστροφα, μέσα από ένα παραμορφωτικό καθρέφτη. Σαν να συμπληρώνονται σημαντικά κενά από τις ζωές άλλων παιδιών της γειτονιάς, του φροντιστηρίου, που τότε είχες προγραμματιστεί να μην τα βλέπεις, να προσποιείσαι πως είναι ένα πρόσκαιρο αναγκαίο κακό.
Εκτός της μοναδικότητας αυτού του ντοκουμέντου ως μαρτυρία, ο Ζγκούρη είναι και ένας πάρα πολύ καλός συγγραφέας, απήλαυσα πραγματικά την κάθε σελίδα, με πήρε από το χέρι και μου ξαναγνώρισε την χώρα μου μα από την ανάποδη.
Ένα πολύ φρέσκο βιβλίο που οι ήρωες ακούγονται σαν αληθινοί άνθρωποι. Ο Ζγκούρη με χιούμορ και οξυδέρκεια περιγράφει την Ελλάδα από το 90 μέχρι σήμερα με όλα τα ωραία και τα στραβά της μέσα από τις ιστορίες μεταναστών και των παιδιών τους. Ιστορίες ιθαγένειας, ρατσισμού, ανθρωπιάς, φιλοξενίας, έρωτα, μπάλας, ιστορίες με ΠΑΣΟΚ και λαϊκά, ιστορίες με βιβλία και μελέτη, ιστορίες φιλίας πάντα με μια ιδιαίτερη ζεστή ματιά. Πολύ καλό ντεμπούτο!
"Μπορεί ο συγγραφέας να έγραψε τη δική του, προσωπική ιστορία, για μένα ωστόσο κάθε κεφάλαιο του βιβλίου έμοιαζε να έχει βγει από ένα κομμάτι της δικής μου ζωής, ή, καλύτερα, της ιστορίας ζωής που μοιράστηκα με δικούς μου, αγαπημένους, ανθρώπους. Ανθρώπους που πέρασαν κι έφυγαν σαν τους κομήτες μα κι άλλους που ακόμα είναι κοντά μου, ανθρώπους που υπήρξαν φίλοι κολλητοί σε χρόνια δύσκολα, σύντροφοι κι εραστές, φύλακες άγγελοι... Κι όλους αυτούς τους ανθρώπους, μα περισσότερο εκείνους που έχασα, τους αναγεννώ, τους ανασταίνω πλέον μέσα από τα δικά μου βιβλία ώστε να μην ξεχαστούν ποτέ." Περισσότερα για το βιβλίο, θα διαβάσετε στο άρθρο που έγραψα γι' αυτό στον ιστοχώρο μου: https://lianikolaou.blogspot.com/2022...
Διαβαζα τις αυτοτελεις ιστοριες του βιβλιου αυτου αργα αργα μην μου τελειωσουν. Καθε ιστορια ξεχωριστη και ταυτοχρονα ολες τους τοσο γνωριμες. Πολλες παρομοιες ιστοριες εχω ζησει, εχω δει, κι εχω νιωσει στο πετσι μου. Γι’αυτο φοβομουν να το αρχισω αυτο το βιβλιο, μηπως και μου ξυσει τις πληγες μου.
Μα η πενα του Ζγκουρη περναει σαν αερακι πανω απο την πληγη και τη χαϊδευει. Ειναι σαν να σου τα διηγειται ολα αυτα σε εναν περιπατο, πολυ φυσικα κι απλα. Χωρις μελο, χωρις βαρυγδουπες εκφρασεις. Αλλωστε οσα εζησε, ειδε, ακουσε κανουν θορυβο ακομα κι αν αθορυβα θες να τα καταθεσεις.
Μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων μέσω των οποίων ο συγγραφέας εξιστορεί τις ζωές παιδιών, μεταναστών/τριών δεύτερης γενιάς στην Ελλάδα από την άφιξή τους στη χώρα έως την απόκτηση της πολυπόθητης ελληνικής ιθαγένειας και ίσως την αναχώρησή τους για έναν καλύτερο τόπο - μια δεύτερη μετανάστευση.
Was macht eine Heimat aus? Warum lieben wir Menschen Etiketten oder denken gerne in Schubladen?
In Elson Zgouris Debüt "Alle Katzen sind schön" geht der Autor genau diesen Fragen auf den Grund.
In Albanien, geboren wanderte er mit seiner Familie nach Griechenland aus. Im Gepäck nur Hoffnung und Zuversicht. Die Biografie enthält Geschichten über seinen Alltag in Griechenland der 90er Jahre bis heute. Eine fremde Heimat absolut realistisch und reflektierend mit all ihren guten und schlechten Seiten dargestellt. Wir lesen Erschreckendes über Rassismus aber auch Rührendes über Gastfreundschaft. Kapitelweise erzählt er mit viel Humor und Authentizität über Menschlichkeit, Liebe und Freundschaft.
Elson beschreibt es so schön: „Wenn man den Menschen den Stempel des Einwanderers, des Flüchtlings, des, Anderen', des Unseren entzieht, was bleibt dann übrig? Es gibt nichts mehr außer den Menschen. Den Menschen als Menschen zu sehen, wie die Augen eines Kindes ihn sehen, ohne jegliche Etiketten."
Ich selber bin in Düsseldorf geboren, aber in Griechenland aufgewachsen. Als Tochter griechischer Eltern lebe ich nun mehr als 30 Jahre in Deutschland. Trotzdem, auch nach all den Jahren: Bin ich hier die "Griechin" und in Griechenland die "Deutsche" !
Danke Elson für dieses starke Buch und deinen Mut darüber zu schreiben.