Το πτερύγιο ενός καρχαρία διασχίζει τα γαλήνια νερά της λουτρόπολης όπου παραθερίζουν ανάπηροι πολέμου. Τάρανδοι ξεπηδούν από το πορτ-μπαγκάζ παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ένας παπάς μπεκρουλιάζει τραγουδώντας λαϊκά. Ο Ερμής φανερώνει την ανεπίδοτη επιστολή της Καλυψώς προς τον πατέρα των θεών κι ένας αρχαίος ραψωδός εμφανίζεται στο κέντρο του Μεγάλου Κάστρου. Ο κόσμος του αγοροκόριτσου σείεται καθώς ματώνει κι ακούει τη μαμά να λέει «τώρα μπορείς να κάνεις παιδιά». Στη χαράδρα καταβαραθρώνονται όσοι βρίσκονται πολύ ψηλά. Ο ερωτοχτυπημένος γιος του γαιοκτήμονα και οι μπιστικοί του πάνε για καντάδα την Πρωταπριλιά του '38. Ένα εξωτικό πλάσμα διασχίζει τη διάβαση πεζών κι ένα άλλο τη διάβαση ποιητών. Την τελευταία νύχτα της οικουμένης, τα ανθρώπινα σπλάχνα γίνονται διάφανα και φέγγει εντός τους μια φλόγα, ο ουρανός διαυγάζει, οι πλανήτες τώρα καθρεφτίζονται στη θάλασσα, μα δεν έμεινε πια κανείς να κολυμπάει ανάμεσα στα είδωλά τους.
Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στην Κρήτη και ζει στην Αθήνα με τα δυο παιδιά της. Είναι διδάκτωρ Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εργάζεται στη Δημόσια Διοίκηση και διδάσκει στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Έχει ασχοληθεί με την πεζογραφία για ενήλικες και παιδιά.
Παρά το ύφος (σα να διάβαζα ημερολόγιο), που γενικώς δεν το βρίσκω ελκυστικό, ήταν αρκετά ενδιαφέρον. Μέχρι τη σελίδα 136 δηλαδή, γιατί μετά έχασα τελείως το νόημα (με εξαίρεση ένα, δύο διηγήματα).
Ίσως ξεκίνησα παράδοξα την ανάγνωση βιβλίων της Πελας Σουλτατου και πήρα την απόφαση να ξεκινήσω από τα διηγήματα. Κι όμως πιστεύω ότι τα διηγήματα είναι μια άσκηση θαρρους γιατί μέσα σε λίγες γραμμές προσπαθείς να πεις πολλά. Η Πελα δείχνει να τα καταφέρνει χωρίς περιπλοκοτητα αλλά με αγάπη για το αναγνωστικό κοινό. Με απλή γλώσσα αλλά και με ασκήσεις ντοπιολαλιας στροβιλιζεται γύρω από θεματικές που αφορούν τον άνθρωπο χθες, σήμερα και αύριο (αγάπη, έρωτας, οικογένεια, φύση, παράδοση, θρησκεία, γάμος, χωρισμός, μετανάστευση, τόπος καταγωγής, θεσμοί, πολιτική και δικαίο, ηθική, υγεία, ετερότητα, δημιουργία). Η γλώσσα της είναι απλή και κατανοητή και ένα μεγάλο κομμάτι των διηγημάτων της μοιάζει να βγήκε από σελίδες ενός ξεχασμενου ημερολογιου το οποίο βρέθηκε στα συρτάρια της μετά από καιρό. Στα διηγήματα αυτά νιώθω ότι υπάρχει η εξομολόγηση και μια αυτοαναλυση προς το κοινό της, χωρίς ίχνος αιδούς αλλά με χιούμορ, σαρκασμό και αγάπη. Σε αρκετά είδα τον εαυτό μου. Σε άλλα η Πελα πειραματιζεται και πιστεύω ότι δοκιμάζει τη δημιουργικότητα της. Είναι άμεση με τον αναγνώστη και φαίνεται ότι ακομα κι όταν αποπειράται να πειραματιστει βρίσκεται σε αναζήτηση ακροατηρίου. Τα διηγήματα διαβαζονται ανάλαφρα από όλους και όλες τις ηλικίες γιατί διαθέτουν ένα προτέρημα: δεν είναι μεγαλοστομα, είναι τρυφερα και αγαπησιαρικα. Δεν θέλουν να παιδεψουν να αγαπηθούν και να ταξιδέψουν. Από τις προσωπικές μου επιλογές είναι τα ακόλουθα: Δροσουλιτες και μια κόκκινη Volkswagen, Ο Στελης δεν παίζει με αμαξακια, Ταρανδοι στο πορτ μπαγκαζ, Η μεγάλη μαμά και ο μικρός θεός, "Ξύπνα κι αρρωστησε η αυγή ", Όχι "Το φιλί " του Κλιμτ, το άλλο, Ο ανάποδα που περπατουσε, Του Αγίου Σώματος, "Αυτό ποιος το αναψε;". ΥΓ με χαλαρότητα και χωρίς ντροπή αυτό το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και το χειμώνα, έτσι για τη γλυκα!
Τριάντα δύο διηγήματα με άρωμα καλοκαιριού και κρητικής υπαίθρου περιέχει το νέο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου Η θάλασσα δεν είναι μπλε. Άλλα μικρότερα κι άλλα μεγαλύτερα, μα όλα ολόδροσα, με προσεγμένο λόγο και αφηγηματική και θεματική ποικιλία, συντελούν “μία φαντασμαγορία μύθων, τεράτων και αποκαλύψεων”, όπως περιγράφεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Κάποια από αυτά είναι αινιγματικά και αμφίσημα, άλλα πιο συγκεκριμένα. Άλλα διαδραματίζονται στο παρελθόν και άλλα στο παρόν. Το βάρος πάντως, δίνεται εμφανώς στα διηγήματα τα οποία αφορούν τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και τη ζωή της κρητικής υπαίθρου, όπως στην Ονειροδίνη. Εδώ η αθάνατη ελληνική πραγματικότητα και οι Ελληνάρες παρουσιάζονται σε όλο τους το μεγαλείο. Η πατριαρχία, η καταπίεση των γυναικών, ο μικροαστισμός της επαρχίας και η αμφισβήτηση της πίστης στον Θεό φαίνεται ότι είναι θέματα που απασχολούν τη συγγραφέα:
“…η επαφή μου με τα χωριά της ορεινής Κρήτης μού προκάλεσε αποστροφή προς τη μητρότητα. Κι αυτό γιατί έβλεπα νέες γυναίκες, ακόμα και ανήλικες, δεκαέξι, δεκαεπτά χρονών, να έχουν αποκτήσει παιδιά, να έχουν εγκλωβιστεί πρώιμα σε έναν ρόλο ο οποίος θα τις απέκοπτε από οποιαδήποτε άλλη προοπτική, όπως σπουδές, ταξίδια, εμπειρίες, έρωτες, τρέλες, ανεμελιά κ.α. Κι η Εκκλησία βάζει το χεράκι της στην καταπίεση της γυναίκας…”
Οι περιγραφές είναι ιδιαίτερα καλοδουλεμένες και γενικότερα ο λόγος της συγγραφέως έχει αναπτυγμένη περιγραφική και αναλυτική διάθεση. Συχνά υποδηλώνονται παραδοξότητες μέσα από τις περιγραφές, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
“Στη διαδρομή ανάμεσα στα δέντρα, ο ήλιος έλαμπε αλλιώς πέφτοντας στα πυκνά μαύρα μαλλιά του, στις βλεφαρίδες των αδιανόητα όμορφων ματιών του. Η φύση ευώδιαζε με όλη της τη δύναμη, ώστε ακόμα και τα σκυλοκούραδα ανέδιδαν κάποια παραδείσια μυρωδιά”. H υπόλοιπη κριτική στο tetragwno.gr