Ένας άντρας που περνάει τη ζωή του στιγματισμένος από τη μοίρα στην άκρη του λόφου. Μια μητέρα που αφιερώνεται στη γεμάτη αντιξοότητες πορεία της οικογένειάς της. Ένας γιος που ψάχνει τον μικρό του αδερφό στην άλλη μεριά του κόσμου. Ένα πολυστρωματικό μυθιστόρημα που ξεκινάει από την Αλβανία των αρχών του προηγούμενου αιώνα, διατρέχει την Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης και καταλήγει στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου.
«Το Δρεπένι: α, το Δρεπένι, τι όνομα κι αυτό! Αν θυμάται καλά, το είχε πάρει από έναν δευτερεύοντα ημίθεο της ελληνικής μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται ότι είχε εξοριστεί από τον Δία για να ζήσει ολομόναχος κι αποκλεισμένος βαθιά μέσα στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής. Γιατί αλήθεια πόσο άγονος και σκληρός ήταν ο τόπος που τον γέννησε, πόσο ασύμμετρα μοιρασμένη στον κόσμο η τρυφερότητα του χώματος.»
Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε στη Χιμάρα το 1988 και είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του ΕΜΠ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Ανεκπλήρωτοι Φόβοι" (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013), το μυθιστόρημα "Η Λάσπη" (υποψήφιο για το Athens Prize of Literature 2015) και τη συλλογή διηγημάτων "Τραμπάλα", από τις εκδόσεις Μελάνι.
Αξιοπρόσεκτο ανάγνωσμα, ενδιαφέρουσα πένα. Φιλόδοξο βιβλίο, με ένα τόνο νοσταλγίας. Χωρίζεται σε 5 μέρη όπου ουσιαστικά αφηγούνται την ίδια ιστορία απλά κάθε φορά αλλάζει το πρόσωπο και το είδος της αφήγησης. Η ιστορία ζωής μια οικογένειας από την Ήπειρο. 3 γενιές θα εξιστορήσουν την ιστορία τους, μια ιστορία που ξεκινά από το Δρεπένι στην Βόρεια Ήπειρο και θα φτάνει μέχρι την Αμερική του σήμερα. Αξιοσημείωτο βιβλίο για τον πόνο της απωλειας και της αναζήτησης. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου με τη μάνα της οικογένειας να αφηγείται τη δική της εκδοχή της ιστορίας με τη γνήσια ντοπιολαλιά. Δυναμικό και άκρως συγκινητικό. Εξαιρετικό χτίσιμο της ιστορίας. Μου άρεσε πολύ.
Δεν ξέρω αν κάποιος έχει νιώσει το συναίσθημα που ένιωσα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Ήταν ένας ενθουσιασμός και μια ευχαρίστηση που σελίδα τη σελίδα κορυφωνόταν. Η αλήθεια είναι ότι με το μυθιστόρημα αυτό ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με τη γραφή του Χρήστου Αρμάντο που την βρήκα για πολλούς λόγους εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ένας βασικός λόγος - που δεν ξέρω πόσο αντικειμενικός είναι για να σας προτρέψω να διαβάσετε το βιβλίο είναι το αντικείμενο σπουδών μου- μιας και ασχολούμαι με συγγραφείς μετανάστες που χρησιμοποιούν την γλώσσα της χώρας παραμονής τους. Ο δεύτερος λόγος και εξίσου σημαντικός είναι το συνονθύλευμα της ελληνικής και της ντοπιολαλιάς της Βορειοηπειρώτισσας μάνας που προσφέρει ζωντάνια στην ιστορία ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει σε βάθος τον ψυχισμό της ηρωίδας. Τρίτος λόγος είναι το κοινωνικό, ιστορικό πλαίσιο που τοποθετείται η ιστορία... μια περίοδο που θυμάμαι έντονα λόγω προσωπικών βιωμάτων που με έφεραν κοντά στους ήρωες Πέτρο και Αλέξανδρο. Και εννοείται ότι απόλαυσα τα ποιήματα που βρίσκονταν στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος.
"Τσίμπι-Τσιμπιτόνι χάθηκε βελόνι πάω να το βρω εχαθηκα κι εγώ"
Ο Παύλος και η Τέτα Ζέφο αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους το Δρεπένι το '91 - ναι τότε που άφησαν πίσω τους χιλιάδες ακόμη άνθρωποι τα σπίτια τους - για να εγκατασταθούν στην Ελλάδα ούτως ώστε να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους. Αφήνοντας πίσω τους τα φαντάσματα του χωριού πασχίζουν μέρα με την μέρα να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της ζωής.
Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε μέρη με αγαπημένο μου το 3ο μέρος όπου βλέπουμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Τέτα. Οι περιγραφές και η αφήγηση αυτή σε καθηλώνουν και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα γλυκόπικρο τσίμπημα στην καρδιά. Λάτρεψα την ντοπιολαλιά της Τέτα και είναι ένα από τους σημαντικότερους λόγους που το βιβλίο αυτό κατατάσσεται πολύ ψηλά στην προσωπική μου λίστα.
" Α, εφύτεψα και μια ισκέα έξω, κει που ήτανε η παλαία. Τότση είναι, αλλά θα μεγαλώσει και θα μου δίνει κάτι σύκα τέτοια. Μαύρα σαν τα μαλλιά μου. "
Είναι η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα αλλά σίγουρα όχι η τελευταία. Σε κάθε κεφάλαιο είχα την αίσθηση ότι διάβαζα διαφορετικά βιβλία αφού άλλαζε η αφηγηματική μέθοδος. Κάτι που δεν έχω συναντήσει σε κάποιο άλλο βιβλίο. Είναι συγκλονιστική η αίσθηση που μου άφησε και η ταύτιση που ένιωσα τόσο με τους ήρωες όσο και με πολλά στοιχεία της ζωής τους.
Το τελευταίο κεφάλαιο περιέχει μια συλλογή ποιημάτων που δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο.
Νομίζω ότι η έπαρση πολλών ελλήνων συγγραφέων καθώς και η εμμονή τους στην αυτοβιογραφικότητα οφείλεται στο ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει κριτική. Μπερδεύουν τις προωθητικές δημοσιεύσεις στον τύπο και τα λάικς γνωστών τους στα σόσιαλ μίντια ως "κριτική", τόσο που φτάνουν να πιστεύουν ότι τα γραπτά τους αξιζουν το... νόμπελ. Εμείς οι ελάχιστοι που όντως διαβάζουμε κριτικά ένα βιβλίο, προσμένουμε στην λήξη αυτής της βαλτώδους εποχής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό ως ένα γενικό σχόλιο.
Στα του βιβλίου τώρα. Ειχε πει ο Γκεζος ότι με την Τραμπάλα, κλείνει η "τριλογία" που ξεκινησε με το Ανεκπληρωτοι Φοβοι και αφορουσε τις συγκεκριμενες γνωστες θεματικες που ανάπτυσσει. Οπότε, η μονη εξηγηση που μπορουμε να υποθεσουμε για αυτη την αυτοαναιρεση, αφου καταπιάνεται πάλι με τα ίδια θέματα για πολλοστή φορά, επαναφέροντας μάλιστα και τον ήρωα της Λάσπης, ειναι πως το γυρίζει τελικα σε "τετραλογία" λόγω συγγραφικής απελπισίας να καταπιαστει και να αποτυπωσει νέες θεματικές.
Δεν με ικανοποιησε η προσπάθεια να μας πείσει ότι οι straight cis άνδρες μονοδιάστατοι χαρακτήρες του είναι καημένοι, περιθωριακοί και κατατρεγμένοι. Ακόμα δεν έχουμε μάθει γιατί ο Σάντο είναι τόσο drama queen. Ο τραυματισμός του παππου του και η εμπειρια της νομιμης μεταναστευσης ως εξήγηση, λες και πρόκειται για οικογενειακή κατάρα, είναι αφελής. Όχι επειδή υποβιβαζω το βίωμα, αλλά επειδή ο ίδιος ο ηρωας και ίσως ο συγγραφέας υποβιβάζει τα βιώματα όλων των υπολοίπων χαρακτήρων εκτός του δικού του. Η οικογενειακη ιστορια μου φανηκε λειψη. Δεν μπορεις να έχεις αξιώσεις Μπουντενμπροκ σε συμπυκνωμενη έκδοση (αν και δεν είναι ο Τόμας Μαν το πρόβλημα , νομίζω ότι ο συγγραφέας δεν ξεπερασε ποτε την προσπαθεια να μιμηθεί τον Φωκνερ, αν οχι υφολογικα -ευτυχώς, όχι οπως στα πρωτά του έργα- κυριως στη διαχείριση των θεματικών του και στην προσπάθεια ανάδειξης μιας εποποιίας απο απλά γεγονότα)
Οι ιστορικές αναδρομές ήταν ενδιαφέρουσες, θύμιζε επιτελους λιγάκι λογοτεχνία και όχι ημερολόγιο, αλλά η γραφή του Γκεζου εμπεριεχει παντα μια εξαναγκαστικη τραγωδια που μου φαινεται υπερβολικά μονοδιαστατη και εντέλει μη ρεαλιστικη.
Το κείμενο είναι πιο στρωμένο από προηγούμενες προσπάθειες, η γλώσσα του όμως είναι υπερβολικα ποιητικη για πεζογραφια με τροπο που εμποδιζει το μυθιστόρημα να ανασανει. Επίσης δεν υπήρχε συμμετρία , παράδοξο για ποιητή, αλλά μου φάνηκε χαώδης χωρίς να διακρίνω τέτοια πρόθεση από τον συγγραφέα , αρα εικάζω πώς έγινε μάλλον γιατί δεν κόπηκε υλικό που έπρεπε να κοπεί.
Τα κεφάλαια στα οποία αλλάζουν οι αφηγητές, εκτος απο τη διαφορά της "ντοπιολαλιας" δεν αλλάζουν και πολυ σε υφος, ίσως μόνο το κεφάλαιο της Τετας να το πετυχαίνει περισσότερο αυτο. Επίσης θεωρώ ότι οι διαδοχικές αφηγήσεις παρατραβανε σε έκταση -ισως γιατί ήθελε ο συγγραφέας να γράψει κάτι μεγαλύτερο αφηγηματικα από νουβέλα- λεγοντας τα ίδια και τα ίδια. Είναι φανερό ότι ο συγγραφέας δεν έδωσε χρόνος στους ήρωες του, μοιάζουν απλως προσχηματα προκειμενου να αναβιώσει εποχες και κυρίως περιοχες.
Αναλυτικότερα, νομίζω ότι η Αμερικη ήταν ένα προσχημα. Δεν υπηρχε κανένας αφηγηματικος λόγος να εκτυλιχθει η τελευταία πραξη του μυθιστορήματος στη συγκεκριμένη ηπειρο. Τα τελευταία κεφάλαια έμοιαζαν αποτυπωση ταξιδιωτικης εμπειριας/εντυπωσεων και δεν ειχαν ουσιαστική χρησιμότητα στην ιστορία. Δεν καθίσταται ξεκάθαρο αν , από αμέλεια, μιλούσε μάλλον ο συγγραφέας και οχι ο αφηγητής. Πώς δικαιολογείται ο θαυμασμός του Σαντο για την Αμερική; Δεν έχει καμία σχέση με τον ήρωα που παρουσίασε στη Λασπη.
Επίσης δεν κατάλαβα πώς ο Σαντο από την παλινδρομηση κατέληξε σε μερική αφαίρεση στομαχου. Αν υπονοειται καρκίνος (στατιστικα απιθανο σε νεαρες ηλικιες) τότε πού είναι οι χημειοθεραπειες; Πώς γίνεται να έμεινε κρυφό απο την αδερφή του εφόσον εμεναν μαζί και η ανάρρωση παιρνει χρόνο; Εκτός αυτού, τα μήλα και γενικά τα φρούτα είναι απο τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να φάει κανείς σε μεταεγχειρητικό στάδιο. Είναι κρίμα να μην γνωρίζει ένας συγγραφέας το υλικό του απλώς επειδή αποτελεί μια γρήγορη αναφορά στο βιβλίο.
Σημεια στα οποία ενιωσα αβολα:
1. Η προσπαθεια του συγγραφέα να εξισωσει τα δεινά της μαύρης φυλής με την ευρωπαική μεταναστευση.
2. Οταν το πρωτο πραγμα που σκεφτηκε ο αφηγητης βλεποντας εναν μαυρο ηταν επι της ουσίας "σκλαβος" χωρις να ξέρει την καταγωγή του.
3. Στη μη τήρηση ορθων σημείων στίξης σε καποια σημεια, ενώ αφηγητής δεν ήταν ο Σαντο.
4. Στην παρεμβολη στίχων τραγουδιών στο κειμενο (ολοκλήρου τραγουδιού μάλιστα). Αγαπημένος ο Bowie, αλλά γιατί τέτοιο κριντζ; Το βρίσκω εντελώς ατεχνο και μη λογοτεχνικό.
5. Στην παραθεση στις τελευταίες σελίδες στίχων του Γκεζου γραμμένων στο χαρτί. Σαν το καταλυτικό κερασακι στο υπόλοιπο μελο.
Το τέλος αφήνει αφηγηματικά ανολοκλήρωτη την ιστορία, όχι λόγω του Μενελαου αλλά γιατί δεν είχε δειξει ο συγγραφέας την προθεση να μην επιστρέψει ποτε πισω στον πρωτο αφηγητή. Μου άφησε την επιγευση ότι ο πρωτος αφηγητής ηταν απλως ένα βιαστικό τέχνασμα για να ξεκινήσει η αφήγηση και να δοθεί η σκυτάλη στους επομενους.
Συνοπτικα: ωριμοτερο απο τα υπόλοιπα, αλλά επι της ουσίας το ίδιο έργο. Μάλιστα η επισυναψη και των ιδιόχειρων ποιηματων στο τέλος μάλλον είναι η παραδοχη του Γκεζου ότι αυτό το βιβλίο ειναι μια πιο λεπτομερης εκδοχή των προηγουμενων. Ίσως μια αχρειαστη σύνοψη.
Από τα βιβλία που οι χαρακτήρες τους γίνονται κτήμα σου, τους κουβαλάς μέσα σου. [Θα μου λείψει ο Αλέξανδρος και η Τέτα (η ντοπιολαλιά της υπέροχη), ήθελα να συνεχίσω να διαβάζω γι' αυτούς.]
Αξιανάγνωστο βιβλίο με γραφή που ρέει και έξυπνα ευρήματα από τον συγγραφέα όπου τα παίρνει ως αφορμές για τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούν. Χωρίζεται σε πέντε μέρη με διαφορετικές αφηγηματικές μεθόδους το καθένα. Ξεχώριζω το τρίτο μέρος, αυτό με την αφήγηση της Τέτας στην βορειοηπειρώτικη ντοπιολαλιά. Επιπλέον, στα θετικά στοιχειά, πέρα από τις αναφορές σε γνωστά βιβλία και ταινίες, το ανοιχτό τέλος και η κρυφή ματιά που μπορεί να ρίξει ο αναγνώστης στο σημειωματάριο ενός από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου με τις σκέψεις και τα ποιήματα του.
Γνώρισα τον Χρήστο Γκέζο λίγα χρόνια πριν, μέσα από το βιβλίο του Η ΛΑΣΠΗ, και την ποιητική του συλλογή, ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΙ ΦΟΒΟΙ. Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη και καλή εντύπωση και ο τρόπος που έγραφε αλλά και τα όσα έγραφε. Δεν περίμενα όμως ότι θα ωρίμαζε, τόσο πολύ, στα λίγα αυτά χρόνια από τότε, και θα βλέπαμε ένα τόσο ώριμο έργο τόσο σύντομα. Είναι προφανές ότι ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος δεν επαναπαύεται στο αναμφισβήτητο ταλέντο του. Αντίθετα το παλεύει, το ερευνά, το τιθασεύει, το ενεργοποιεί, το γιγαντώνει.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το βιβλίο τούτο αφορά τον πόνο που κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βιώνει μακριά από την γη των προγόνων του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ή να πει ότι είναι ένα μυθιστόρημα ποταμός της ιστορίας μιας οικογένειας, αλλά βέβαια δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ένα βιβλίο με πολλές αναγνώσεις, αλλά κυρίως είναι ένα βιβλίο για τη φυγή: από τη ζωή, από την πραγματικότητα, από την πατρίδα, από το Δρεπενι, από την Ελλάδα, από τη Νέα Υόρκη.
Με βεβαιότητα, όμως, μπορούμε να πούμε ότι είναι ένα βιβλίο σύγχρονο, ένα βιβλίο του 21ου αιώνα, όπου κάθε ένα από τα κεφάλαιά του είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος, με το τελευταίο μάλιστα να αποτελείται από φωτογραφίες των χειρογράφων του Αλέξανδρου. Το κάθε κεφάλαιο έχει τη δική του ιστορία, τον δικό του αφηγητή (άλλοτε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε τρίτο), τη δική του διάλεκτο αλλά και την δική του φωνή. Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Αλέξανδρος, που συναντήσαμε και στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζο, Η ΛΑΣΠΗ. Εκεί η δράση λαμβάνει χώρα σε μόλις 3 ημέρες μόλις. Ο Αλέξανδρος έχει δολοφονήσει τον πατέρα του και, μετά από 1 έτος αυτοεξορίας στο αινιγματικό Φερμίν (το οποίο επανέρχεται και στο ΧΑΘΗΚΕ ΒΕΛΟΝΙ), ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει μπροστά στην μητέρα του Ηλέκτρα/Τέτα και την αδελφή του Ιωάννα/Γκένα, την ημέρα των 28ων γενεθλίων του.
Στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, ανασυντάσσει με τις σκέψεις και τον λόγο του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν, τις εμπειρίες, τα πρόσωπα, καθώς και τα μελλούμενα για όσον καιρό ακόμα του απομένει. Ο Αλέξανδρος κολυμπάει σε μια λάσπη, την οποία βλέπει παντού γύρω του σε ανθρώπους και αντικείμενα, ακόμα και στον χρόνο ως συνθήκη, και παράλληλα τη χωνεύει, την ενσωματώνει, για να την εκτοξεύσει με τη σειρά του κι ο ίδιος όπου μπορεί για να φτάσει ακόμα μακρύτερα. Από εκεί, ένα με τη λάσπη, προσπαθεί να υμνήσει τη ζωή.
Στην τελική σκηνή, ο Αλέξανδρος επισκέπτεται την αδερφή του, όπου του καταρρίπτεται η ιδέα ότι έχει εκείνος σκοτώσει τον πατέρα του. Η αδερφή του προσπαθεί να τον βοηθήσει, αλλά εκείνος φεύγει και η ιστορία τελειώνει με τον Αλέξανδρο, παραλυμένο από τη σύγχυση και τις αμφιβολίες, να βρίσκεται στη μέση του δρόμο με το όπλο στο χέρι.
Η ιστορία στο ΧΑΘΗΚΕ ΒΕΛΟΝΙ ξεκινά Λίγο μετά από αυτό το περιστατικό.
Το πρώτο κεφάλαιο τιτλοφορείται 0, και σε πρώτο πρόσωπο μιλά ο Πέτρος, φίλος του Αλέξανδρου / Σάντο, που είναι ένας από τους τρεις βασικούς ήρωες/αφηγητές του βιβλίου. Ο Πέτρος αναζητά τον φίλο του, και ταξιδεύει στους τόπους του: το Δρεπένι και το Μαράθι, για να επιστρέψει, χωρίς αποτέλεσμα, στην ασφάλεια της συζύγου και του σπιτιού του. Δεν μαθαίνουμε ακριβώς πόσα έχει μάθει ο Πέτρος στην Αλβανία, αλλά μόνο όσα έχει νιώσει – και είναι αρκετά και για μας αλλά και για εκείνον.
Το κεφάλαιο που φέρει τον αριθμό 1 ονομάζεται «Ο Σκοτωμένος» και είναι γραμμένο σαν ημερολόγιο. Εδώ μαθαίνουμε την ιστορία της οικογένειας, από τον γεννήτορα Βασίλη, οπλαρχηγό στην Επανάσταση, που πέθανε νέος αλλά τον τίμησε η πατρίδα του με μια μεγάλη έκταση, που ο γιός του, ο πρώτος Παύλος τιθάσευσε και έφτιαξε ΤΟ ΣΠΙΤΙ, το σπίτι που πρωταγωνιστεί κι αυτό με τον δικό του τρόπο στο πρώτο αυτό κεφάλαιο του βιβλίου. Το σπίτι που δεσπόζει πάνω και πέρα από το χωριό, μακριά και κοντά από τους κατοίκους.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Τσιμπιτόνι» μιλά σε πρώτο πρόσωπο η Ηλέκτρα ή Τέτα. Η μητέρα του Αλέξανδρου που μας μιλά στη διάλεκτο της Χιμάρας και μας λέει την ιστορία της, πιάνοντας περίπου το νήμα από εκεί που το άφησε το προηγούμενο κεφάλαιο. Εμείς ξέρουμε ότι έχει πια πεθάνει, από το κεφάλαιο 0.
Στο τρίτο κεφάλαιο, συναντάμε, επιτέλους, τον ήρωα του βιβλίου, τον Αλέξανδρο. Ονομάζεται «Electric Blue» και κινείται σε δύο παράλληλες ιστορίες. Εκείνη του Αλέξανδρου που μαθαίνει ότι δεν είναι αυτός το μικρότερο παιδί των Ζεφων, αλλά ότι υπάρχει ένας ακόμα αδελφός, που χάθηκε στα σύνορα όταν έρχονταν στην Ελλάδα. Παράλληλα μαθαίνουμε και την ιστορία του Μενέλαου, του χαμένου γιου, που δεν ξέρουμε, τελικά, αν είναι μια πραγματική ιστορία ή μια ιστορία που έχει πλάσει ο ίδιος ο Αλέξανδρος στο μυαλό του. Αυτό που μετράει είναι ότι ο Αλέξανδρος πιστεύει όχι μόνο ότι ο αδελφός του ζει, αλλά είναι βέβαιος ότι τον βλέπει σε μια φωτογραφία, και φτάνει στα βάθη της Αμερικής ψάχνοντάς τον.
Αυτό που πραγματικά με εντυπωσιάζει σε αυτό το βιβλίο είναι η ωριμότητα που διακρίνω σε έναν τόσο νέο συγγραφέα. Φυσικά κανείς να μπορούσε να αντιτείνει τον Ρεμπώ, αλλά οι εποχές έχουν αλλάξει. (Έχουν όμως πραγματικά αλλάξει για όλους, ή μόνο για τους προνομιούχους στρειτ λευκούς άνδρες που αργούν να ωριμάσουν, σε μια κοινωνία που τα κορίτσια, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι ΛΟΑΤΚΙ+ ωριμάζουν πολύ πιο γρήγορα, πολύ πιο ραγδαία, και μάλλον πολύ πιο απότομα;)
«Τσιμπι -τσιμπιτόνι Χάθηκε βελόνι Πάω να το βρω Εχάθηκα κι εγώ »
ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ !!!
«Κουράστηκε λες και πεζοπόρησε σε έρημο, σε μια φυτεμένη στην έρημο αόρατη πόλη του Καλβίνο κι όχι στην πιο εμφατικά ορατή πόλη του κόσμου, ζαλίστηκε απ τα σπαράγματα φωτός που σκάσαν στο κεφάλι του και από τους μυριάδες αλλοπρόσαλλους και πρωτόγνωρους συνδυασμούς χαρακτηριστικών προσώπου που θες δεν θες όταν κυλάς στριμωγμένος μέσα τους αναγκάζεσαι να αποκρυπτογραφείς, οπότε μια μπίρα θέλει τώρα, μονάχα μια μπίρα να την πιει ή, αν δεν καταφέρει να την πιει και να τη χωνέψει, να βουτήξει έστω τη γλώσσα στη δροσιά της σαν ένα διψασμένο αδέσποτο που μετά από ώρες περιπλάνησης βρήκε επιτέλους ένα σωτήριο πιατάκι που αφέθηκε με τρυφερότητα έξω από μια πόρτα. Στο πρώτο μπαρ που νιώθει την απαραίτητη οικειότητα ώστε να περάσει μέσα ζητάει από τον μπάρμαν την πιο ακριβή τοπική που έχουν, προτιμώντας αν διαθέτουν κόκκινη μιας και θέλει να δει τους ιριδισμούς των φωτιστικών που κρέμονται από το ταβάνι να διαθλώνται μέσα από το χρώμα, κι αισθάνεται αθώα τυχερός (αθώα, απλοϊκά και ασήμαντα, όπως όταν τυχαίνει το παιδί να βρίσκει απρόσμενα και ως διά μαγείας την αγαπημένη του γεύση παγωτό στο μαγαζί της γειτονιάς) που ο μαύρος μπάρμαν το�� σερβίρει ένα κολοσσιαίο πορφυρό ποτήρι με ξέχειλο αφρό, όχι, ούτε καν τη γλώσσα δεν χρειάζεται να βουτήξει, και η μυρωδιά, αυτή η πικρή μυρωδιά βύνης και φλούδας πορτοκαλιού, αρκεί. Κοιτάζει διαγώνια και διακριτικά τον μαύρο μπάρμαν: θα φέρει άραγε στους ώμους του το βάρος των περασμένων γενεών, τους πόνους στη μέση από το σκύψιμο για το μάζεμα του βαμβακιού ,τα μοτίβα των ουλών από τα μαστίγια στις πλάτες;» (σ.239)
Το «Χάθηκε βελόνι» να το διαβάσετε όλοι και όλες, είτε έχετε ξαναέρθει σε επαφή με το έργο του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου είτε όχι. Είναι ένα πολυστρωματικό μυθιστόρημα που ξεκινάει από την Αλβανία των αρχών του προηγούμενου αιώνα, διατρέχει την Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης και καταλήγει στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου, παρουσιάζοντας τρεις αλληλένδετες ιστορίες, μιας δυναστείας βορειοηπειρωτών. Στην αρχή υπάρχει μια δυνατή εισαγωγή, που συνδέει το σήμερα με το χτες. Η πρώτη ιστορία μιλάει για έναν άντρα κακορίζικο, που περνάει τη ζωή του στιγματισμένος από τη μοίρα στην άκρη του λόφου, κοντά στο αρχοντικό του, στο Δρεπένι της Βορείου Ηπείρου. Η δεύτερη περιγράφει τη δύσκολη ζωή μιας μητέρας που αφιερώνεται στη γεμάτη αντιξοότητες πορεία της οικογένειάς της. Η τρίτη, που έρχεται ως συνέχεια της "Λάσπης", ενός παλαιότερου βιβλίου του συγγραφέα, ξανασυστήνει στο αναγνωστικό κοινό τον αντιήρωα Σάντο/Αλέξανδρο, που τελικά δεν αυτοκτόνησε -όπως σκόπευε- μπροστά στη μάνα και στην αδερφή του, και αποφάσισε να αναζητήσει τον μικρό του αδερφό -υπάρχει άραγε;- στην άλλη άκρη του κόσμου, με μόνο του οδηγό μια φωτογραφία από το διαδίκτυο. Υπάρχει και μια τελευταία ενότητα, που θα μπορούσε να σταθεί και ως εξαιρετική αυτόνομη ποιητική συλλογή. Θα σταθώ περισσότερο στη συγκλονιστική ιστορία της μάνας, της Τέτας, στην οποία κυριαρχεί, ξαφνιάζει και εντυπωσιάζει η ντοπιολαλιά που χρησιμοποιείται. Αλλά και στις σελίδες που συνοψίζουν σε λίγες λέξεις όλη την αμερικανική κουλτούρα, από τον Κολόμβο μέχρι την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου. Πού είναι το χαμένο βελόνι σε όλα αυτά; Παντού, με διαφορετική συμπαραδήλωση κάθε φορά... Σε έναν χαμένο φίλο, σε μια έκτρωση που δεν έγινε ποτέ, σε ένα παιδικό τραγούδι, σε ένα εξαφανισμένο παιδί... Ο Γκέζος χειρίζεται για άλλη μια φορά με εξαιρετική μαεστρία τη γλώσσα, ενώ αλλάζει με ευκολία και αφηγηματικό ύφος, ανάλογα με την περίσταση, δημιουργώντας άλλο ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, σκληρό, μα καθόλα ρεαλιστικό (και γιατί όχι ελπιδοφόρο), που μας φέρνει όλους αντιμέτωπους με τα οικογενειακά και τα εθνικά μας φαντάσματα, και εν τέλει μας δίνει τη δύναμη να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το πεπρωμένο μας. Και να ζήσουμε.
Ένα βιβλίο που το περίμενα χρόνια . Δεν μπορώ να κρύψω την μεγάλη αδυναμία που έχω προς τον Σάντο (ακόμα από τα χρόνια της Λάσπης) και αυτή τη φορά επέστρεψε δυναμικά για να τρυπήσει πολλές ψυχές με το βελόνι του. Ένας Γκεζος στα καλύτερά του! Το βιβλίο αυτό είναι η απόδειξη πως η γραφή του Αρμάντο είναι έρωτας που δεν μπορείς να του αντισταθείς..
Βασικά 3,5*. Στο τέλος έμεινα με αρκετές απορίες. Και δεν μου άρεσε και η γραφή στο τελευταίο κεφάλαιο. Όμως το ταλέντο του συγγραφέα είναι προφανές. Εξαιρετικά ποιήματα/κείμενα στο τέλος, αγαπημένα μου το ''σκαντζόχοιρος'' και ''μια μέρα στη ζωή του Παύλου Ζέφου''.
«Χάθηκε βελόνι» Αυτόν τον αλλόκοτο συνδυασμό του μεταμοντέρνου με κάτι νεοκλασικό τον έχετε λίγο πολύ όλοι δει. Μια καναρινί καρέκλα από πλεξιγκλάς να φιγουράρει μπροστά από μια μπροκάρ κουρτίνα, για παράδειγμα. Πάντα σκέφτεσαι «ωραίο, αλλά δεν ταιριάζει». Η ματιά σου, ωστόσο, δεν ξεκολλάει από εκεί. Κάπως έτσι είναι το «Χάθηκε βελόνι» και περίπου έτσι θα νιώσετε διαβάζοντας και το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Πρόκειται για μια ιστορία που ξεκινά από την Αλβανία του περασμένου αιώνα, με μια οικογένεια που προσπάθησε να μην κομματιαστεί εντελώς μέσα από ό,τι της συνέβη. Πρόκειται για τα εφτά κακά της μοίρας της στα οποία προστίθενται και οι αντιλήψεις της εποχής αλλά και οι αποφάσεις που αλλάζουν και καθορίζουν το μέλλον. Αγάπησα την αφήγηση της μητέρας, Τέτας, με την ντοπιολαλιά, η οποία μεταξύ άλλων έδωσε έναν τόνο νοσταλγίας και πόνου στο δημιούργημα του συγγραφέα. Η στην προσπάθειά τους να βιώσουν όσο λιγότερο πόνο γίνεται, η οικογένεια αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Ελλάδα, σαφέστατα για ένα καλύτερο μέλλον των παιδιών. Και η επόμενη μεγάλη δυστυχία δεν αργεί να έρθει, μόλις λίγο αφότου μπουν στην Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς πως η δυστυχία μυρίζεται την δυστυχία. Στις σελίδες του θα διαβάσετε κι άλλα πολλά, με το ύφος της πένας να αλλάζει εξολοκλήρου στο τελευταίο κεφάλαιο, και εδώ έρχεται ο συνδυασμός μεταμοντέρνου και νεοκλασικού. Η ιστορία έρχεται σιγά-σιγά και σβήνει, οι χαρακτήρες ξεθωριάζουν και τους βλέπεις πια σαν σε ομιχλώδη μέρα. Εσύ προχωράς αυτοί μένουν στο παρελθόν, χωρίς ξεκάθαρη ποια αφετηρία, σαν να μην προέρχονται από κάποια οικογένεια, από κάποια ρίζα, κάποιο χαροκαμένο σπιτικό. Από το τέλος του νομίζω ότι μου έλειπε κάτι, η μπορεί και όχι…
Με μπέρδεψε πολύ αυτό το βιβλίο. Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση και πραγματικά δεν ξέρω τι αισθάνομαι για αυτό. Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε μέρη. Το πρώτο μέρος το βρήκα αχρείαστο. Δεν κατάλαβα το νόημα ύπαρξης του. Το δεύτερο μέρος ήταν γραμμένο σε στιλ ημερολόγιο. Με μπέρδεψε αρκετά για το ποιος αφηγείται σε κάθε περίπτωση ποιος και ποιος είναι ποιος. Το τρίτο μέρος ήταν το αγαπημένο μου. Αγάπησα αυτόν τον άνθρωπο, τον ένιωσα, πόνεσα μαζί του. Στο τέταρτο μέρος η αφήγηση ήταν πολύ μπερδεμένη. Το κείμενο γίνεται αχρείαστα λυρικό. Σε σημεία αλλάζει ο αφηγητής χωρίς να είναι ευδιάκριτο αν αυτά είναι σκέψεις του Αλεξάνδρου ή αποτελούν πράγματι ξεχωριστή αφήγηση. Επίσης θεωρώ πως ο λόγος που ο ήρωας ξεκινήσω το ταξίδι στην Αμερική είναι μη ρεαλιστικό. Μια τυχαία φωτογραφία σε ένα άρθρο νομίζω δεν έπεισε ως εξήγηση. Η μόνη εξήγηση είναι ότι ο συγγραφέας ήθελε απλά να μεταφέρει την ιστορία του σε περισσότερα μέρη. Στο τελευταίο μέρος βλέπουμε το χειρόγραφο του Αλεξάνδρου που δεν εξυπηρετεί κατά τη γνώμη μου τίποτα στην αφήγηση παρά μόνο το ένιωσα ως προσθήκη του συγγραφέα ώστε να δείξει στον αναγνώστη ότι μπορεί να γράψει ποίηση. Για μένα αυτό το βιβλίο είναι ξεκάθαρα 2,5*
Το Χάθηκε Βελόνι έχει μια όμορφη μελαγχολία, νοσταλγία για τις ρίζες του συγγραφέα αλλά και της οικογένειας του. Ο νεαρός που γεννήθηκε στη Χειμάρρα και μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας που έχει εκδώσει ποιητική συλλογή, μυθιστόρημα και συλλογή διηγημάτων, δεν σταματάει να με εκπλήσσει. Ένα όμορφο βιβλία με χιούμορ, αναμνήσεις και κάπως τραγικούς ήρωες που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με τη ζωή που μοιάζει κάπως με το χωριό καταγωγής τους το Δρεπένι. __ "Το Δρεπένι: α, το Δρεπένι, τι όνομα και αυτό! Αν θυμάμαι καλά, το είχε πάρει από έναν δευτερεύντα ημίθεο της μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται είχε εξορίσει ο Δίας και ζούσε ολομόναχος και αποκλεισμένος στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής. γιατί αλήθεια πόσο άγονος και σκληρός ήταν ο τόπος που τον γέννησε, πόσο ασύμμετρα μοιρασμένη στον κόσμο η τρυφερότητα του χώματος.
Μάλιστα. Το βιβλίο ξεκίνησε με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Γυρνούσα τις σελίδες θέλοντας να μάθω τι γίνεται παρακάτω και δεν μπορούσα να σταματήσω. Ιδιαίτερα το κεφάλαιο της ντοπιολαλιάς ήταν φανταστικό. Θυμήθηκα το Γκιακ, κι έλεγα, τι καλά, έχω έτοιμα τα 4 αστεράκια. Και μετά, έρχεται το τελευταίο κεφάλαιο. Και εκεί χάλασαν όλα. Δεν μου άρεσαν οι ωμές λέξεις, ανακατεμένες σε ποιητικές περιγραφές, ο μακροπερίοδος λόγος απίστευτα κουραστικός, γενικά το κεφάλαιο καθόλου αληθοφανές. Επίσης όταν το ρήμα μπαίνει στο τέλος της πρότασης, μέρα το αντικείμενο, για μένα είναι απόδειξη ακραία επιτηδευμένου λόγου. Με λίγα λόγια, το τελευταίο κεφάλαιο ήταν αργό, βασανιστικό - μπορεί επίτηδες, παραλληλιζοντας με τη ζωή του ήρωα;!, για μένα πολύ βαρετό.
2.5* οι πρώτες 200 σελίδες είναι ένα άλλο βιβλίο, οι τελευταίες με εκνεύρισαν και με απογοήτευσαν. πρόσωπα χωρίς λόγο ύπαρξης, ταξίδια στο άγνωστο χωρίς σκοπό, διαφορετικά στυλ γραφής που δεν μου φάνηκε να δένουν, μια ιστορία που κάπου ήθελε να πάει αλλά αλήθεια δεν κατάλαβα πού!
Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα! Σκιαγραφεί σκληρές καταστάσεις και βαθιά συναισθήματα, που αφορούν πολλές γενιές μέσα στον χρόνο. "Τσίμπι-τσιμπιτόνι χάθηκε βελόνι πάω να το βρω εχάθηκα κι εγώ" τραγουδάει η μάνα για να κοιμίσει τα παιδιά της. Τουλάχιστον διαβάζοντας αυτό το βιβλίο βρίσκεις σίγουρα αναγνωστική απόλαυση!
Τσίμπι-τσιμπιτόνι χάθηκε βελόνι πάω να το βρω εχάθηκα κι εγώ.
Για μια ακόμη φορά ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος σταθερά διεκδικεί μια θέση στους σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς. Το "Χάθηκε βελόνι" είναι το νέο του μιθυστόρημα που μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το "χάθηκε βελόνι" έρχεται να επισφραγίσει την σπουδαία πορεία του πρώτου του μιθυστορήματος "Η λάσπη". Με τον ίδιο βασικό ήρωα τον Σάντο ή Αλέξανδρο ρίχνει άπλετο φως σε κάποια ερωτήματα που ίσως είχαν μείνει μετέωρα στη "Λάσπη" του. Μια υπέροχη τοιχογραφία της Αλβανίας από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, συνεχίζει στην μεταπολιτευτική Ελλάδα και καταλήγει στην χώρα των "ευκαιριών" την Αμερική. Μια οικογένεια με καλή οικονομική επιφάνεια, ακολουθεί την φθίνουσα πορεία της Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα και της δικτατορικής του διακυβέρνησης. Οι βορειοηπειρώτες πληρώνουν μεγαλύτερο τίμημα ελπίζοντας πως με το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου, θα έρθουν καλύτερες μέρες. Το βιβλίο ακολουθεί την πορεία της πολυπρόσωπης οικογένειας του Παύλου Ζέφου. Παππούς του Σάντο δημιουργεί ολόκληρη δυναστεία που διατρέχει όλα τα δύσκολα χρόνια στην Αλβανία και αργότερα οι επίγονοί του, όταν ανοίγουν τα σύνορα, στην Ελλάδα. Σκοπός μου δεν είναι να περιγράψω το βιβλίο. Κάθε κομμάτι του είναι σπουδαίο και δεν μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος διαβάζοντας το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου το "τσιμπιτόνι" όπου η μάνα του Σάντο, με την χαρακτηριστική βορειοπειρώτικη διάλεκτο εξιστορεί όλη την πορεία της επταμελούς οικογένειας της από την Αλβανία ως την Ελλάδα. Είναι πραγματικά καταλυτική αυτή η εξιστόρηση. Θέλω να αναφερθώ στις συγγρσφικές αρετές του Γκέζου. Είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο που κάθε κομμάτι του έχει και άλλο τύπο γραφής. Την ήρεμη αφήγηση, διαδέχεται η ασθματική γραφή, τόσο χαρακτηριστική στη "λάσπη", του Σάντο. Μια εναλλαγή που σε κάνει να μην μπορείς να σταματήσεις σε κάποια στιγμή τη ροή του βιβλίου για να το συνεχίσεις αργότερα, πολύ δε περισσότερο την επόμενη μέρα. Ο Γκέζος πιάνει τον σφυγμό κάθε αναγνώστη. Μέσα σε μια σελίδα οι εραστές των cult ταινιών, οι εραστές του Καμί, της Μέριλιν, του Μπράντο, του Μάλκομ Χ, του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, της ροκ σκηνής και πολλοί άλλοι, βρίσκουν τον άνθρωπο τους. Καθόλου τυχαίο πως το τρίτο μέρος του βιβλίου έχει τίτλο electric blue του David Bowie. Σ' αυτό το μέρος του βιβλίου ο Σάντο είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, πάλι σε ένα κυνήγι μαγισσών. Ένα κυνήγι μαγισσών φορτισμένο πάρα πολύ συναισθηματικά. Θα έχει αυτή τη φορά αίσια κατάληξη για τον Σάντο; Όσοι γνωρίζουν καλά τον Γκέζο και χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο, μαντεύουν την απάντηση. Από τη μεριά μου θα πω μόνο. Αρμάντο το ότι διάβασα το βιβλίο σε χρόνο ντετέ δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να στο αφηγηθώ με πολλές λεπτομέρειες. Να είσαι περήφανος γιατί για μια ακόμη φορά ζωγράφισες με την πένα σου.
** Τα ποιήματα σου, που έχουν απόλυτη σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου είναι υπέροχα. Είναι το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, ας μην το αναφέρεις, αν και με δυσκόλεψε λίγο ο γραφικός σου χαρακτήρας, μιας και είναι χειρόγραφα.
Το τελευταίο μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου «Χάθηκε βελόνι» είναι ένα βιβλίο που αγγίζει πολλά θέματα: μετανάστευση, ξενιτιά, στα ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος, τραύματα, σχέσεις ανθρώπων, όνειρα, διαψεύσεις, απώλεια και άλλα πολλά. Είναι ένα βιβλίο από αυτά που προβληματίζουν βαθιά τον αναγνώστη, που γεννούν πολλές συζητήσεις και θέτουν ερωτήματα. Τι ισχύει, για παράδειγμα, με το γράψιμο; Γιατί γράφουμε;. Το γράψιμο είναι κι αυτό ένα από τα θέματα τα οποία θίγει το βιβλίο.
Ο Αλέξανδρος, ο (αντι-)ήρωας του βιβλίου έχει συνειδητοποιήσει πως «η ενασχόλησή του με το γράψιμο ήταν ίσως ότι χειρότερο του συνέβη ποτέ, ήταν εκείνη η σταγόνα που πέφτει αενάως επαναλαμβανόμενα, τικ τακ τικ, και μέχρι να το καταλάβεις έχει μετατραπεί σε έναν πελώριο σταλακτίτη που σου κρύβει το φως του ήλιου και πάνω στον οποίο χτυπάς το κεφάλι σου ή καρφώνεσαι. Το γράψιμο, αυτή η ανάδευση και το κλώσιμο του πόνου, έχει σταθεί η καλύτερη αφορμή που του είχε εμφανιστεί προκειμένου να μη ζει: όσο περισσότερο έγραφε τόσο λιγότερο ζούσε, κι όσο λιγότερο ζούσε τόσο περισσότερο έπρεπε ή ένιωθε ότι έπρεπε να γράψει». Κι ο ίδιος ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του δηλώνει εξάλλου πως γράφουμε «από την έλλειψη. Αν δε σου λείπει κάτι, δεν κάθεσαι να γράψεις. Αν είναι όλα καλά στη ζωή σου, απλώς τη ζεις, δεν μπαίνεις στη διαδικασία, τουλάχιστον αρχικά, να υποφέρεις μπροστά από τις λέξεις». Με την άποψη αυτή τείνω να συμφωνήσω. Συζητώντας το θέμα με αγαπημένο φίλο συμπέρανα πως οι απόψεις διίστανται. Εκείνος διαφωνεί. Το σημαντικό σε όλο αυτό είναι ότι το βιβλίο αυτό είναι από κείνα που σε βάζουν στη διαδικασία του προβληματισμού και της συζήτησης για το ένα ή το άλλο θέμα.
Τον Αλέξανδρο ή Σάντο λοιπόν, τον πρωταγωνιστή της «Λάσπης» που γύριζε στους δρόμους της Αθήνας με το μυαλό σε σύγχυση και τις σκέψεις μπερδεμένες και σχεδίαζε να αυτοκτονήσει την ημέρα των γενεθλίων του και τον οποίο αφήσαμε σε μια κατάσταση παράνοιας μ’ ένα όπλο στο χέρι, χωρίς να ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί παρακάτω, έφτασε η στιγμή να τον συναντήσουμε και πάλι. Κλεισμένος, όπως πάντα, στον εαυτό του, φειδωλός στα λόγια, μην αφήνοντας κανέναν να μπει στο μυαλό του, φανερώνεται, ερήμην του, στους αναγνώστες μόνο μέσα από τα ποιήματά του και το γράψιμό του. Δεν θέλει να σκέφτεται, ούτε να νιώθει. Θέλει οι μέρες του να είναι προβλέψιμες και απλά να διαδέχονται η μία την άλλη, χωρίς μεγάλα λόγια ή μεγάλα συναισθήματα. Η δουλειά που κάνει, να μεταφέρει κιβώτια στο λιμάνι, δεν έχει καμιά σχέση με τις σπουδές του, οι εφήμερες σχέσεις του δεν έχουν ξεριζώσει τελείως την ανάμνηση της Άννας με την οποία θα μπορούσε κάποτε να τρέξει στην άκρη του κόσμου, το φαγητό που κάποτε αποτελούσε το πάθος του έχει αντικατασταθεί από την απαραίτητη για την επιβίωση βρώση ενός απλού και ταπεινού φρούτου. Δε ζει ο Αλέξανδρος, κι ας μην αυτοκτόνησε. Απλά διάγει ένα βίο που θυμίζει ευθεία γραμμή, χωρίς εντάσεις. Στη «Λάσπη» ήταν γεμάτος οργή. Τώρα έχει αφεθεί. Σταμάτησε ακόμη και το γράψιμο γιατί το γράψιμο διόγκωνε τον πόνο του. Κι εκείνος δε θέλει να νιώθει τίποτα. Δε γράφει, η φαντασία του όμως συμπληρώνει τα κενά της ιστορίας της οικογένειάς του.
Η φαντασία του, η ανάγκη του να βρει ένα νόημα, η «διαρκής αίσθηση αναζήτησης» που όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτηρίζει και τη δική του ψυχοσύνθεση, «μια οδυνηρή περιπλάνηση» λέει χαρακτηριστικά, οδηγούν τον Αλέξανδρο στην Αμερική να αναζητά ένα χαμένο μικρό αδερφό, αυτόν με τον οποίο πιστεύει ότι θα μπορούσε να νιώσει πιο κοντά σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας μέσα στην οποία ένιωθε πάντα ξένος –κι εξάλλου από την αρχή ξένος φάνηκε στ’ αδέρφια του–, αφενός λόγω της διαφοράς ηλικίας κι αφετέρου γιατί είναι ο μόνος ο οποίος πήγε σχολείο στην Ελλάδα. Ο Μενέλαος όμως, ο χαμένος αδερφός, είναι νεότερος από τον Αλέξανδρο κι έχει μεγαλώσει μακριά από την οικογένεια των Ζεφάδων οπότε ο Αλέξανδρος πιστεύει ότι αυτός θα τον καταλάβει καλύτερα απ’ όλους τους άλλους και δεν θα τον θεωρεί απλά ένα προβληματικό και ιδιόρρυθμο άτομο: «Είναι ο αδερφός μου. Ο μοναδικός απ’ όλη την οικογένεια που μου μοιάζει τόσο. Θέλω να τον δω. Να συζητήσουμε για τα πάντα».
Στην Αμερική ο Αλέξανδρος θα μπορούσε να κάνει μια καινούρια αρχή. Η Αμερική δεν έχει ιστορία κι έτσι εκείνος τη φαντάζεται σαν «ένα πλάσμα άφυλο που με κάποιον τρόπο γεννήθηκε μονομιάς σχεδόν ενήλικο, κι έτσι, στερούμενο παρελθόντος, πορεύεται ανάλαφρα στο μέλλον, απαλλαγμένο από τη γελοία υποχρέωση της αναπόλησης και του αναμασήματος». Ίσως αυτό να έχει ανάγκη και ο Αλέξανδρος. Να απαλλαχτεί από το παρελθόν που τον βαραίνει κι από την ιστορία του. Ίσως και η τελευταία του πράξη να έχει αυτή την σημασία. Ίσως έτσι νιώθει ότι τα αφήνει όλα πίσω, ότι απαλλάσσεται από το βάρος και ξεκινάει από την αρχή πιο ανάλαφρος πλέον. Ίσως πάλι και όχι. (Και στο σημείο αυτό να προσθέσω πόσο εκπληκτική είναι η περιγραφή της Νέας Υόρκης μέσα σε τρεις σελίδες).
Πάντως, θα ήθελα να μάθω τι απέγινε ο Αλέξανδρος. Θα μου άρεζε ένα επόμενο βιβλίο στο οποίο να τον βρίσκουμε και πάλι είκοσι χρόνια μετά, να αφηγείται ο ίδιος την ιστορία της ζωής του, αφήνοντάς μας όμως αυτή τη φορά να μπούμε στο μυαλό του. Γιατί; Γιατί, το έχω ξαναπεί, μπαίνοντας στο μυαλό του Αλέξανδρου, κάνουμε και μια προσωπική ενδοσκόπηση, αν ο Αλέξανδρος τα πάει καλύτερα, αυτό θα μας δώσει ελπίδα. Από την άλλη πιστεύω πως όχι ο Γκέζος δεν θα μας την κάνει τη χάρη, η γραφή του είναι ρεαλιστική, ειλικρινής, δε δίνει ψεύτικες ελπίδες κ δεν ωραιοποιεί.
Εκτός από το προτελευταίο μέρος που αφορά άμεσα στον Αλέξανδρο, και το τελευταίο στο οποίο παρατίθενται οι σελίδες του μαύρου τετραδίου του με τη συλλογή ποιημάτων του που φέρει τον τίτλο «Βρόμικο φως», το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμη τρία μέρη, στο πρώτο μέρος που μοιάζει με εισαγωγή, ο Πέτρος, ένας παλιός φίλος του Αλέξανδρου αποφασίζει να τον αναζητήσει αρκετά χρόνια μετά αφότου οι δυο τους έχουν χαθεί, το δεύτερο καλύπτει με μορφή ημερολογίου την περίοδο 1932-1985 κι εδώ ξετυλίγεται η ιστορία του παππού του Αλέξανδρου, μια ιστορία τραγική από τη στιγμή ακόμη που αποφασίστηκε η πορεία του από τον πατέρα του και τα δικά του όνειρα δε λήφθηκαν καν υπ’ όψιν, ενώ στο τρίτο έχουμε την αφήγηση της μητέρας του Αλέξανδρου, της Τέτας.
Η Τέτα, αχ η Τέτα. Η αφήγησή της, πρωτοπρόσωπη, γίνεται στη ντοπιολαλιά των Ελλήνων της Αλβανίας. Πόσο αγαπώ τις ντοπιολαλιές στην ελληνική λογοτεχνία! Η συγκεκριμένη είναι τραγουδιστή, ρέει σα γάργαρο νερό, κάνει την Τέτα να εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μου κι ας μην την έχω δει ποτέ, την ακούω στ’ αλήθεια να μιλάει, να την που κάθεται απέναντί μου, της έχω φτιάξει καφέ και μου λέει την ιστορία της, αν απλώσω το χέρι μου θα σφίξω το δικό της, τόσο ζωντανή μοιάζει, σα να ξεπετάχτηκε μέσα από τις σελίδες, σα να ξεκόλλησαν τα γράμματα από το χαρτί και να πήραν τη μορφή της. Η Τέτα είναι από τις μυθιστορηματικές ηρωίδες εκείνες που έχουν γραφτεί με ανεξίτηλο μελάνι!
Το βιβλίο αυτό με συγκίνησε πολύ. Πόνεσα και δάκρυσα για το Βασίλη, τον σκοτωμένο, πόνεσα και δάκρυσα για την Τέτα, πόνεσα ακόμη και για το σπίτι που ερήμωσε. Και το αγάπησα το βιβλίο αυτό γιατί αν κάτι αγαπώ πιο πολύ στη λογοτεχνία αυτό είναι οι ιστορίες των ανθρώπων. Κι αν κάτι με γοητεύει και παράλληλα με στοιχειώνει αυτό είναι το πέρασμα του χρόνου που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, ανθρώπους, ζωές, τοίχους. Πέρασαν τα χρόνια και ρήμαξε το σπίτι, το πέτρινο αρχοντικό, ξεθώριασε η αλλοτινή του αίγλη. Ακόμη και το σπίτι είναι ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας. Πώς θα ξετυλιγόταν άραγε η ιστορία αν την αφήγηση την έκανε το ίδιο το σπίτι; Αν εξιστορούσε όλα όσα είδε από την πρώτη μέρα ως και την τελευταία που κάποιος έζησε στο εσωτερικό του;
Ίσως 3,5*. Προς το τέλος το ήθελα λιγότερο αφαιρετικό και όχι τόσο απότομο τελείωμα. Αλλιώς πήγαινε για 4* σίγουρα. Η αφήγηση της Τετας το πιο δυνατό σημείο, η ντοπιολαλια τρομερή. Γενικά πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα.
Το μυθιστόρημα του Χρήστου, το οποίο ανταλλάξαμε με τα "Δύστυχα" στην προηγούμενή μου άνοδο στην Αθήνα, θα ναι δεν θα ναι 40 μέρες, αρχικά μου προτάθηκε από τον Νεκτάριο, να το παρουσιάσω στην Πάτρα, αλλά αρνήθηκα, όχι για κάποιο άλλο λόγο, αλλά γιατί έτρεχαν ένα σωρό άλλα πράγματα και φοβόμουν πως θα το ξεπέταγα και δεν θα του έδινα την προσοχή που του αξίζει. Εδώ λοιπόν ερχόμαστε να δούμε πως αυτή η πρόταση είναι εν μέρει σωστή, γιατί αφενός σίγουρα είναι ένα μυθιστόρημα που του αξίζει πολύ προσοχή, αφετέρου είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο καταβρόχθισα πραγματικά σε δύο βράδια.
Μία εξαφάνιση είναι η ιστορία και γύρω από αυτήν ο Χρήστος, ανακατεύει αφηγήσεις διαφόρων ηρώων, πολύ διαφορετικών μεταξύ τους και μας δίνει ένα πολύ επιτυχημένο αποτέλεσμα. Βλέπουμε την Αλβανία και τη βόρειο Ήπειρο, την Ελλάδα των παχιών αγελάδων και της κρίσης, τις ΗΠΑ, μία χώρα χωρίς παρελθόν μόνο με παρόν και μέλλον με ότι αυτό συνεπάγεται, σε αντίθεση με τους ήρωες του Χρήστου. Οι λάτρεις των easter eggs θα βρουν κομιξικές, αθλητικές, κινηματογραφικές αναφορές που χρησιμεύουν υποσυνείδητα ως χαλαρωτικές ενέσεις, σε ένα σκοτεινό μυθιστόρημα με βαριά σκιά. Ένα μυθιστόρημα ταξικό, πολιτικό με όλες τις έννοιες του όρου, που αυτή η πλευρά του δεν έχει τονιστεί (ποιός ξέρει άραγε γιατί), από τη μέηνστριμ κριτική.
Το χάθηκε βελόνι, μπορεί να διαβαστεί σαν συνέχεια της Λάσπης, που κυκλοφόρησε 7 χρόνια πριν, έχει τον ίδιο πρωταγωνιστή άλλωστε, μπορεί όμως να διαβαστεί και ανεξάρτητα, όπως ανεξάρτητα μπορεί να σταθεί και να γοητεύσει τον αναγνώστη, "αναγκάζοντας" τον, να το καταβροχθίσει σε δυο βράδια, αφού μέσα σε αυτό (και δεν πρόκειται για κλισέ) θα αναγνωρίσει τον εαυτό του κι αν όχι τον εαυτό του, σίγουρα θα βρει κάποιον ή κάποια από τη γραμμή του αίματός του, σκοτωμένο πιθανότατα, ασχέτως αν οι βιολογικές ενδείξεις διατείνονται αλλιώς.
Έτσι κι αλλιώς, όλοι Βαλκάνιοι είμαστε, ιδιαίτερα η γενιά μας, "το μίσος δεν θα μας πάει μακριά κι η αγάπη είναι τόσο δύσκολη". Ή κάπως έτσι.
° Το "Χάθηκε βελόνι" είναι ένα πολυπρισματικό, διαγενεακό μυθιστόρημα, που πραγματεύεται την ιστορία των μελών μιας οικογένειας Βορειοηπειρωτών από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας, από το Δρεπένι της Αλβανίας μέχρι το Σόγκατακ του Μίσιγκαν. ° Το βιβλίο χωρίζεται σε 5 μέρη, σε καθένα από τα οποία την αφήγηση αναλαμβάνει διαφορετικό πρόσωπο, σε διαφορετικό ύφος. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο μονόλογος της Τέτα, γραμμένος στο τοπικό ιδίωμα του Δερεπενίου, με τον οποίο ο Γκεζος καταφέρνει να αποδώσει άρτια την ψυχοσύνθεση της μάνας. Βέβαια, προσωπικό μου αγαπημένο είναι το τρίτο μέρος ("electric blue"), όπου αποδίδεται η οπτική του αντι-ήρωα Αλεξάνδρου/ Σάντο, με γραφή μοντέρνα και λόγο μακροπεριοδο και χειμαρρώδη, σχεδόν συνειρμικό. ° Κεντρικό ζήτημα του μυθιστορήματος είναι η μετανάστευση και όλα όσα αυτή συνεπάγεται: η μοναξιά, οι κακουχίες, η φτώχεια, η δυσκολία ενσωμάτωσης, η διχασμένη ταυτότητα, η νοσταλγία για την πατρίδα και η εξιδανίκευση της. Όμως, γύρω από αυτό αναφύονται και άλλα θέματα: η αναπηρία, ο ρατσισμός, το έλλειμμα επικοινωνίας και τα μυστικά σε μια οικογένεια, το κυνηγι και η ματαίωση των ονείρων, η απώλεια και το πένθος. ° Το "Χάθηκε βελόνι" αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς ήμουν αρκετά διστακτική στο να διαβάσω βιβλίο νέου Έλληνα συγγραφέα - οποίος καεί στον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι!🥴 Η ενδιαφέρουσα οικογενειακή ιστορία, η εναλλαγή αφηγηματικών τρόπων, αφηγητών και ύφους, ο ρεων λόγος κάνουν τον αναγνώστη να μην θέλει να το αφήσει από τα χέρια του. Σε προ παιδιού εποχές θα το είχα τελειώσει σε ένα βράδυ! Ανυπομονώ να διαβάσω και άλλα έργα του συγγραφέα! 😊
Το «Χάθηκε Βελόνι» είναι η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα. Πρόκειται για ένα πολυστρωματικό μυθιστόρημα που έχει ως αφετηρία την Αλβανία του προηγούμενου αιώνα, τριγυρίζει την Ελλάδα της μεταπολίτευσης και καταλήγει στην ήπειρο της Αμερικής. Οι τρεις ιστορίες που περιλαμβάνει, αφορούν έναν κακότυχο άνδρα της Βορείου Ηπείρου, μια μητέρα που προσπαθεί να αντεπεξέλθει σε πληθώρα δυσκολιών αποτελώντας αν μη τι άλλο πρότυπο και τέλος έναν άνδρα που σαν άλλος Οδυσσέας κάνει το δικό του ταξίδι αναζητώντας να βρει τον χαμένο του αδερφό βασιζόμενος μόνο σε μια φωτογραφία από το διαδίκτυο. Η τελευταία ενότητα περιέχει μια ποιητική συλλογή που πιθανώς όσοι είναι λάτρεις, να εντυπωσιαστούν. Προσωπικά στάθηκα στην ιστορία της μάνας, η οποία με το ταλέντο του συγγραφέα καταφέρνει να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με τη χρήση της γλώσσας και της ντοπιολαλι��ς. Το βιβλίο είναι ρεαλιστικό, σκληρό και σε σημεία σίγουρα λυρικό. Αυτό που ξεχώρισα είναι οι εσωτερικοί μονόλογοι. Ήταν μοναδικά δοσμένοι. Αν σας αρέσει ο χωροχρόνος του βιβλίου, μπορείτε άνετα να εμπιστευτείτε τον Χρήστο Αρμάντο Γκέζο και την πένα του.
Θεωρώ πολύ σημαντικό ότι γράφονται βιβλία για την εμπειρία των μεταναστών από την Αλβανία. Όπως πάντα η λογοτεχνία αγγίζει τα συλλογικά τραύματα με τον πιο ευαίσθητο και ουσιαστικό τρόπο πριν από τις επιστήμες (ιστορία κλπ). Και το βιβλίο αυτό που αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας προσεγγίζοντας το ατομικό ταυτόχρονα με το συλλογικό βίωμα λέει την ιστορία μιας οικογένειας με ενδιαφέροντα αφηγηματικά και εκφραστικά μέσα., με συναίσθημα αλλά χωρίς μελοδραματισμούς. Απόλαυσα ιδιαίτερα το κομμάτι που αφηγείται η μητέρα Τέτα σε μια υπέροχη πάλλουσα ιδιωματική γλώσσα. Επίσης ενδιαφέρουσα η παράθεση των χειρογράφων ποιημάτων του βασικού ήρωα ως τελευταίο μέρος.
Μέχρι ένα σημείο μου άρεσε πολύ,βρήκα πολύ ελκυστικό και ενδιαφέρον το θέμα.Στο τέλος το έχασα λίγο,ίσως φταίω και γω,αλλά δεν κατάλαβα γιατί πήγε εκεί η ιστορία.
Ενδιαφέρον βιβλίο, που όταν το ξεκίνησα ένιωσα έναν μικρό ενθουσιασμό που δεν περίμενα - μέχρι που (και απ' ότι είδα δεν είμαι η μόνη) έφτασα στην αφήγηση του Αλέξανδρου και εκεί αν όχι βελόνι, ο ειρμός χάθηκε σίγουρα.
Το τέλος μου φάνηκε επίσης λίγο απότομο και άσχετο και ενώ το βιβλίο γενικά χτίζει ένα μυστήριο κυρίως γύρω από τον Αλέξανδρο - Σάντο, εν τέλει φαίνεται σαν ο συγγραφέας να προσπάθησε βιαστικά και επιτηδευμένα να δώσει χαρακτήρα στον ίδιο τον χαρακτήρα, κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν πέτυχε.
Η αρχή και γενικά η περιγραφή του Δρεπανίου, όπως και της, ας την πούμε αρχικής οικογένειας μου άρεσε και μου έδωσε για κάμποσο μια στάλα στοιχεία από τα Εκατό Χρόνια Μοναξιά.
Νομίζω πως θέλω να ξαναδώσω μια ευκαιρία στον συγγραφέα γιατί φαίνεται να έχει προοπτική - απλά ίσως λίγο το παράκανε στο ένα τρίτο αυτού του του έργου.
Πολυ ενδιαφέρον στην πολυφωνικότητά του. Το τρίτο μέρος αφηγημένο από την σπαρακτικά ειλικρινή φωνή της μητέρας σε ντοπιολαλιά φτάνει από μόνο του για να ξεχωρίσει αυτό το μυθιστόρημα.
Κάπως αδύναμο το δέσιμο της πλοκής με το πρώτο μέρος πρακτικά να παραμένει ασύνδετο με την υπόλοιπη ιστορία και το τελευταίο, ειδικά η αναζήτηση του ήρωα στις ΗΠΑ να έχει αρκετά τραβηγμένα σημεία.