Η ποιητική συλλογή «Όλα είναι όπλα» αποτυπώνει το κλίμα της εποχής μας, μιας εποχής τεράτων αλλά και μιας εποχής αντίστασης και αγώνα ενάντια στο ρατσισμό, το φασισμό και την καπιταλιστική κρίση.
Περιέχει ποιήματα, πολιτικά και ερωτικά, σε ένα ενιαίο σύνολο και αναδεικνύει ότι στην εποχή της κρίσης και της πανδημίας η σιωπή αποτελεί τον χειρότερο σύμβουλο. Ο ποιητής βρίσκεται απέναντι σε όσους επιχειρούν να μετατρέψουν την καθημερινότητα, τις σχέσεις και τα όνειρα μας σε εμπόρευμα. Παίρνει θέση και μαζί με τους εργαζόμενους και τους ανέργους, τους πρόσφυγες, τις γυναίκες και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σηκώνει τη γροθιά του διεκδικώντας μια άλλη κοινωνία.
Παράλληλα το βιβλίο με όπλα του την ποίηση, το λαϊκό τραγούδι και τη φιλοσοφία, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση για τη σύγχρονη, κοινωνική ποίηση. Επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ερμηνεία – αποτύπωση της ελπίδας που γεννιέται μέσα στην κοινωνία που μάχεται κατά της φτώχειας και της εξαθλίωσης και όχι σε μια αποκλειστικά πεσιμιστική προσέγγιση της κατάστασης.
Πρωταγωνιστές των ποιημάτων στο «Όλα είναι όπλα» είναι οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι οι οποίοι δεν παραιτούνται μπροστά στις δυσκολίες και που διεκδικούν να ζήσουν και να ερωτευτούν όπως αυτοί θέλουν ενώ την ίδια ώρα αγωνίζονται συλλογικά για μια διαφορετική, ελεύθερη κοινωνία.
Την ενδιαφέρουσα έκδοση κοσμούν στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο επιλεγμένα και χαρακτηριστικά σχέδια του διακεκριμένου εικαστικού, λογοτέχνη και θεωρητικού της τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου.
▪️Παρουσίαση από τον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλος, στο Culturebook.gr:
«Δεν αξίζει να είσαι ποιητής αν σε κάθε πρόκληση κάνεις κι ένα βήμα πίσω» (σελ. 10)
Αυτή είναι η θέση του Ειρηναίου Μαράκη, όπως την καταθέτει στην πρώτη του ποιητική συλλογή. Ποιητής της αγανάκτησης; Εκπρόσωπος της μελαγχολικής γενιάς της αριστεράς; Νομίζω πως, το τελευταίο διάστημα, γίνεται κατάχρηση όρων που ακόμη δεν έχουν καταφέρει να περιγράψουν ένα σώμα κειμένων ή μιαν ομάδα συγγραφέων με κοινά χαρακτηριστικά –πλην μιας κοινωνικοπολιτικής προβληματικής που δεν ξέρουμε ακόμη εάν θα κυριαρχήσει.
Ο Μαράκης, μέσα από εικόνες της καθημερινότητας και μ' έναν λόγο άλλοτε χειμαρρώδη κι άλλοτε ελλειπτικό, περιγράφει την δύσκολη συγκυρία που όλοι βιώνουμε. Υπάρχουν, μάλιστα, στιγμές που οι στίχοι του μοιάζουν με προσκλητήριο αγώνα:
«Με μάσκες, λοιπόν αλλά όχι φιμωμένοι κραυγή θα υψώσουμε σάλπισμα αγώνα» (σελ. 13)
ή
«Ναι, στους δρόμους θα χορέψουμε σφιχτά αγκαλιασμένοι τον κόσμο θα αλλάξουμε ελεύθεροι θα ζήσουμε κι ας μη μας αγαπήσουνε» (σελ. 24)
Καταγγέλλει, απελπίζεται, ονειρεύεται … αλλά κι αφήνεται στους αβέβαιους κυματισμούς του έρωτα.
«Και το βράδυ κουρασμένοι, αγκαλιά ταξιδεύοντας με ηδονικά ποτά στου Έρωτα την άβυσσο και την φωτιά ιστορίες θα λέμε για τον Ποιητή που φοβήθηκε, έκλαψε και τον πόνο του Τέχνη έκανε που τείχη γκρεμίζει» (σελ. 30)
Σε πολλά του ποιήματα συνδιαλέγεται (είτε φανερά είτε υπόγεια) με ποιητές και έργα του προηγούμενου αιώνα, προσπαθώντας να εμβαθύνει στον προβληματισμό του αναφορικά με τις αιτίες αυτής της κατάστασης και τις δυνατότητες που έχουμε για να αλλάξουμε την πορεία των γεγονότων. Ακόμα- ακόμα, η επικοινωνία του αυτή με τα μεγάλα κείμενα φτάνει στα όρια της επανεγγραφής, όπως π.χ. στην περίπτωση του Επιτύμβιου του Μανώλη Αναγνωστάκη, όπου, μέσα από το προσωπικό του ερμηνευτικό πρίσμα, αναδύεται ένα νέο «ποιητικό» πρόβλημα:
«Α, ρε Λαυρέντη το χρόνια περνούν κι όλο σκέφτομαι πως το πρόβλημα δεν είναι πως μόνο εγώ ήξερα ότι είσαι κάθαρμα αλλά ότι ήμουν ο μόνος που το παραδέχτηκε δημόσια όταν όλοι οι άλλοι σε δέχτηκαν, τι ειρωνεία, ως τον πολιτικό τους αναμορφωτή, έτσι που το πρόβλημα μεγάλωσε απόκτησε φιλολογική αξία έγινε σύνθημα σε τοίχους ηλεκτρονικούς και μάθημα πανελλαδικώς εξεταζόμενο» (σελ.45)
Ειδήσεις που έκαναν το γύρο του κόσμου καθώς και στιγμιότυπα μιας σκοτεινής Ελλάδας, γίνονται το υλικό μέσα από το οποίο, ο Ειρηναίος Μαράκης, χτίζει την δική του αφήγηση- κραυγή. Προχωρώντας την ανάγνωσή μας ερχόμαστε σε επαφή με διαφορετικές φωνές, διαφορετικές ζωές και όψεις της πραγματικότητας. Ήχοι από ρεμπέτικα και τάνγκο, παράσιτα από τρανζιστοράκια κι η χλαλοή του κόσμου, η μυρουδιά της μπουγάδας και δροσερή όψη της Πανσελήνου, που διεισδύουν μέσα στις γραμμές του βιβλίου, δημιουργούν την αίσθηση πως το σύμπαν του ποιητή και ο δικός μας χωροχρόνος συμπλέκονται∙ έτσι που το βίωμα της ανάγνωσης να διαπλέκεται με το προσωπικό βίωμα κι ο προβληματισμός που πηγάζει από αυτή να παίρνει διαστάσεις προβληματισμού απέναντι στον κόσμο και τις εξελίξεις.
Διότι, στόχος της ποίησης δεν είναι μονάχα να τέρπει τον αναγνώστη, αλλά και να του προτείνει έναν άλλο τρόπο προσέγγισης της αλήθειας και της ζωής.
▪️Γράφει η Αντωνία Αντωνίου, στην Εργατική Αλληλεγγύη:
«Λόγος τραχύς, άμεσος και ρεαλιστικός όπως και οι ήρωές του. Μιλάει για τους «καταραμένους» με την έννοια του υποκειμένου της Ιστορίας και όχι του αδρανούς περιθωρίου που προκάτοχοί του μας έχουν συνηθίσει και ταυτίσει. Τα ποιήματά του λατρεύουν και υμνούν εκείνους που αγωνίζονται, εκείνους που με αυταπάρνηση θυσιάζονται και υψώνουν τη φωνή τους, και καμία μάσκα δεν μπορεί να τους σταματήσει.
Το ίδιο όμως αγκαλιάζει και εκείνον τον κόσμο που κάτω από τη φαινομενική απραξία του, βλέπει την οργή του που ακονίζεται. Κανένας δεν περισσεύει. Καρτερεί από τις φτωχογειτονιές να αναζωπυρωθεί η φλόγα και η ελπίδα. Οι ήρωές του όταν ερωτεύονται διαβάζουν Καρούζο στο μπαλκόνι δεν σταματούν να ταξιδεύουν παρέα με τον Καββαδία και να συνδιαλέγονται με τον Χομπσμπάουμ, χορεύουν ζεϊμπέκικο και Leonard Cohen, ακούνε λαϊκά και ρεμπέτικα και κάνουν έρωτα χωρίς αναστολές. Αυτοί είναι οι ποιητές, αυτά είναι τα όπλα.»