Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων ΘΑΝΑΤΟΙ Είναι άνθρωποι που την κακήν ώρα την έχουν μέσα τους.
Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα κι απ' τη χαρά ζεστά των φιλημάτων, χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε και διψασμένα εμείνατε ποτήρια, ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια
ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, κι ο λόγος σας εδιάλεξε για τάφο, ω, που' χατε πολλά να ειπείτε, στόματα, και τον καημό δεν είπατε που γράφω
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.
(English: Kostas_Karyotakis) Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια, αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, την Αθήνα, μέχρι και από τα Χανιά.
Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Αφού πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής των Αθηνών, διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχθεί την γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την οποία και καυτηριάζει όποτε μπορεί (χαρακτηριστικό το πεζό: Κάθαρσις). Γι' αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσεων γνωρίζει την ανία και τη μιζέρια της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει. To Φεβρουάριο του 1919 εκδίδει την πρώτη του συλλογή: "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων", η οποία τυγχάνει αδιάφορης ή υποτιμιτικής κριτικής. Τον ίδιο χρόνο εκδίδει μαζί με τον φίλο του Άγη Λεβέντη (με τα ψευδώνυμα Μίμης Χλαπάτσας και Νίκος Τσαπατσούλιας, αντίστοιχα) το σατιρικό περιοδικο "Η Γάμπα", που παρά την επιτυχία του κυκλοφόρησε μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του. Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Εκείνο τον καιρό συνδέεται με την ποιήτρια Μ. Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι σχέσεις τους ήταν ερωτικές. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 κυκλοφορεί η τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες".
Το Φεβρουάριο του 1928 ο Καρυωτάκης αποσπάται στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. Από εκεί στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα που κυριαρχεί σ' αυτήν την πόλη (χαρακτηριστικό το ποίημα Πρέβεζα). Στις 21 Ιουλίου θέτει τέρμα στη ζωή του.
Γενικά είμαι ένας αισιόδοξα απαισιόδοξος άνθρωπος που του αρέσουν τα μαύρα και τα εύθυμα γραπτά. Η άποψη μου για τον Καρυωτάκη είναι πως ήταν μια θνησιγενή οπτασία στην πραγματική μαυρίλα του κόσμου της εποχής του (και όχι μόνο). Όσο λάτρευε τον θάνατο άλλο τόσο μισούσε τη ζωή και τούμπαλιν. Όπως και να 'χει, το πνεύμα του θα στέκει για πάντα στην άκρη των πένθιμων ονείρων της ποίησης όπως και κάποιου Αμερικανού που τον έλεγαν Έντγκαρ και τον κοιτούσε διαπεραστικά ένα κοράκι.
Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει, το πρόσχημα του βίου σου, και θ ' απογυμνωθείς , Με δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς , που το χειμώνα απάντησε στου δρόμου εκεί τη μέση.
Κι αφού πια τότε θα ' ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις ή ακόμη μία επιπόλαιη και συμβατική χαρά, θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά, κι όλη τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.
το συγκεκριμένο ποίημα και το " Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον" του Καβάφη έχουν να σου πουν τόσα πολλά για την ζωή.... φτάνει να θέλεις να τ ακούσεις .
Ο Κώστας Καρυωτάκης είναι ο μοναδικός σύγχρονος μεγάλος Έλληνας ποιητής που μπορεί να συγκριθεί με τους μεγάλους ποιητές του Δυτικού Κόσμου. Το ποιητικό του έργο είναι πυξίδα για τους ονειροπόλους ποιητές, είναι αριστουργηματικό από κάθε άποψη, και, στην Ελλάδα είναι πολύ αδικημένο (λόγω της "στράτευσης" των ποιητών από τις "γνωστές" πολιτικές απόψεις, τους οποίους αυτούς μόνο προωθούν). Ο κάθε ιδιαίτερος αναγνώστης που αγαπάει την ποίηση θα πρέπει να τον διαβάσει. Μας συντροφεύει όλη μας την ζωή, είναι σαν ένας χαμένος αδελφός μας. Ευχή για την καλύτερη αναγνώριση και την δικαίωση του μεγάλου ποιητή από τις νέες γενιές.
Το να γράψω εγώ κριτική για τα ποιήματα του Καρυωτάκη θα ήταν προφανώς ανούσιο. Από τους πρώτους ποιητές που διάβασα και λάτρεψα. Το μόνο που θα πω είναι ότι η συγκεκριμένη έκδοση με παίδεψε λίγο γιατί δεν διέκρινε ξεκάθαρα μετά από ένα σημείο τα δικά του έργα και τις μεταφράσεις με αποτέλεσμα ανάμεσα στις μεταφράσεις να παρεμβάλλονται δικά του ποιήματα.