Αφηγείται µια σχεδόν εκατόχρονη γυναίκα από την Ήπειρο. Δεν της φτάνει –κατά τα λόγια της– ο ουρανός για χαρτί, θέλει ουρανούς κι απ’ άλλους τόπους. Πολλές φορές έχεις την αίσθηση πως τη γλώσσα της την κινεί ουράνιος υποβολέας. Τραγουδιστή πηγή πλαγιάς που άνθισε κάποια µακρινή άνοιξη και µαράθηκε στις µέρες µας.
Το παρόν βιβλίο είναι ο απόηχος αυτής της γλώσσας. Αφολοή, όπως συχνά πυκνά λέει η αφηγήτρια.
«Κατά πολλούς η γλώσσα είναι λογοτεχνία και η λογοτεχνία είναι γλώσσα. Αν αυτό ισχύει απόλυτα, τότε ο Σωτήρης Δημητρίου γράφει γνήσια λογοτεχνία, όπως και στα προηγούμενα έργα του, στα οποία η εντοπιότητα εκφράζεται στην τοπική διάλεκτο, με προφορικό τόνο και ποιητική χροιά. (?) Ο Σωτήρης Δημητρίου στήνει ένα λεκτικό μνημείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του και μαζί στον απλό άνθρωπο και την αίσθηση που έχει για τον κόσμο. Η ζωή μιας ασήμαντης γυναίκας είναι ο μικρόκοσμος μιας ολόκληρης κοινωνίας και μιας ολόκληρης εποχής. Γι’ αυτό η λογοτεχνία τέτοιου είδους αξίζει ως το απαύγασμα του παρελθόντος που μιλά με άλλη γλώσσα στο παρόν». (Γιώργος Ν. Περαντωνάκης, bookpress gr, 21/10/2021)
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Στα χνάρια τις προφορικής καταγραφής κινείται το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου με τίτλο Ουρανός απ’ άλλους τόπους, το οποίο μπορεί να αποδειχτεί παράδεισος για τους λαογράφους και τους ερευνητές της ντοπιολαλιάς της ορεινής Ηπείρου. Κι αυτό διότι είναι όλο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο στο συγκεκριμένο ιδίωμα, κάνοντας έτσι ακόμη πιο παραστατική την αφήγηση της Αλέξως, της σχεδόν αιωνόβιας αφηγήτριας από τη Βόρεια Ήπειρο, η οποία όμως βρίσκεται τώρα στην Ηγουμενίτσα.
Δεν πρόκειται όμως για μία αφήγηση, αλλά για εκατό περίπου μικρότερες, γραμμένες όλες σε ένα στυλ που θα μας θυμίσει Παπαδιαμάντη. ‘Ετερες αφηγήσεις από τη ζωή της Αλέξως έχουμε συναντήσει σε κάποια διηγήματα του Δημητρίου.
Οι μικρές αυτές αφηγήσεις, που αποτελούν ουσιαστικά τη βιογραφία της Αλέξως, έχουν-πλην της λογοτεχνικής- μεγάλη συναισθηματική, ιστορική, αλλά κυρίως λαογραφική σημασία. Εδώ περιγράφεται ανάγλυφα η ζωή ενός ορεινού χωριού της Ηπείρου στον 20ο αιώνα, η φτώχεια, τα παραιπόμενα του Εμφυλίου, της Κατοχής, η σκληρή αγροτική ζωή, ο κίνδυνος των ασθενειών, η ξενιτειά, ο ανταγωνισμός, αλλά και οι μικρότητες που κυριαρχούν στην καθημερινότητα ενός κατοίκου σε ένα τέτοιο μέρος.
Η μορφή της μητέρας της Αλέξως κατέχει κομβικό ρόλο στο βιβλίο: ο άδικος φόνος της θα στοιχειώνει ανεπανόρθωτα τη γυναίκα αυτή για όλη την υπόλοιπη ζωή της.
Σαν θραύσμα μνήμης από άλλη εποχή, ο Δημητρίου συνθέτει μία ολοκληρωμένη τοιχογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηπείρου, καταγράφοντας στις σελίδες του βιβλίου του και δημοτικά τραγούδια, καθώς και ποιήματα της περιοχής. Η αγάπη του συγγραφέα για τον τόπο του μπορεί να αντανακλάται στα λόγια της Αλέξως, ο ίδιος όμως ο συγγραφέα παραμένει αθέατος στη σκιά της ηλικιωμένης γυναίκας: σε κανένα σημείο του μονολόγου της ο αναγνώστης δεν αφήνεται να υποθέσει ότι δεν είναι η Αλέξω αυτή που μιλάει. Αυτό ακριβώς είναι το αριστοτεχνικό στο βιβλίο του Δημητρίου: φέρνει στους αναγνώστες του Ουρανούς από άλλους τόπους, καταφέρνοντας να εκμηδενίσει τον δικό του ρόλο στις σελίδες του. Για τόσο αυθόρμητη καταγραφή της ζωής της πρόκειται!
Πάνω απ ‘όλα όμως, πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο διατηρεί αναλλοίωτη όλη την αρχέγονη ομορφιά του γλωσσικού ηπειρώτικου ιδιώματος, τόσο καλά δουλεμένου λογοτεχνικά από τον συγγραφέα. Είναι, οπωσδήποτε, κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό μυθιστόρημα που τον πρώτο λόγο στις σελίδες του έχει τόσο η Αλέξω, η γυναίκα της Ηπείρου και ο άνθρωπος, όσο και η πολύπαθη γη της Ηπείρου. Αναδημοσίευση από το tetragwno.gr
Περίμενα με πολύ μεγάλη ανυπομονησία όλα αυτά τα χρόνια ένα μυθιστόρημα από τον Σωτήρη Δημητρίου, γραμμένο στο γλωσσικό ιδίωμα του τόπου του, ελπίζοντας πως θα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στο «Να ακούω καλά το όνομά σου» και στο «Τους τα λέει ο Θεός». Δεν ειναι ότι τα διηγήματα του ειναι καλά, αντιθέτως, είναι πολύ δυνατή η πένα του στη μικρή φόρμα του διηγήματος, απλά τα δυο αυτά μυθιστορήματα, η γλώσσα τους, όπως και ο τρόπος που δομείται η αφήγηση ειναι απλά ανυπέρβλητα. Και έβγαλε ο Δημητρίου, λοιπόν, επιτέλους, μετά από χρόνια σιγής μυθιστορημα, χορταστικότατο, 580 σελίδων. Γραμμένο όλο στο ηπειρωτικό ιδίωμα, το πρόσωπο που αφηγείται ειναι μια 100χρονη ηλικιωμένη, η οποία πολύ πιθανόν ειναι εμπνευσμένη από τη μητέρα του συγγραφέα. Ξετυλίγεται η ιστορία της ζωής της, πιο εκτεταμένα τα παιδικά και νεανικά χρόνια της, με γρήγορο ρυθμό και παραλείποντας αρκετά από τα χρόνια της ωριμότητας. Αποτυπώνει ο συγγραφέας μια κοινωνία, αυτή των δεκαετιών 1940-50, που δεν υπάρχει πια και το κάνει χρησιμοποιώντας μια γλώσσα «τελειωμένη» (με την έννοια του ολοκληρωμένου) όπως ανέφερε στην παρουσίαση που παρακολούθησα. Είναι ηθογραφία; Αν και έχει ηθογραφικά στοιχεία, δεν εξωραΐζει ούτε εξιδανικεύει την εποχή, την οποία ξεγυμνώνει και αποκαλύπτει σε όλη της τη σκληρότητα. Το μόνο που πιστεύω μπορεί να κουράσει ειναι η σωρηδόν παράθεση ονομάτων (έχασα τη μπάλα) των συγχωριανών/συγγενών/random περαστικών που πρωταγωνιστούν στα επεισόδια που εξιστορούνται. Το βιβλιο δεν προσφέρεται για απνευστί ανάγνωση, αντιθέτως θα πρότεινα κάτι διαφορετικό, μιας και η δομή του βιβλίου που ειναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια των 4-5 σελίδων βοηθά: μικρές δόσεις ανάγνωσης, σαν ηπειρωτικό τσίπουρο.
Χάνεσαι με το ποιος είναι ποιος και ώρες ώρες ανοίγεις και κανένα λεξικό. Δεν είναι αυτά προβλήματα, πρόβλημα είναι οι 100 σελίδες παραπάνω από όσες θα έπρεπε. Αλλά έχει ενδιαφέρον και είναι καλογραμμένο
Όλα καλά και ωραία αλλά είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβεις τι λέει στα περισσότερα σημεία της διήγησης .Ούτε από τα συμφραζόμενα. Χάνεις το νόημα, χάνεις τον ειρμό , χάνεις και την υπομονή σου τελικά.