Μπορεί ένα βιβλίο 170 ετών να κρύψει τα χρόνια του;
Νομίζω εξαρτάται απ’ το ποιος το ‘χει γράψει και ορισμένες φορές απ’ το τι έχει ζήσει. Όταν ο συγγραφέας είναι ο Μπαλζάκ, το ποιος υπερκαλύπτεται. Όσον αφορά το τι έχει ζήσει, έχουν γίνει διάφορα γνωστά για το Μπαλζάκ, λιγότερο ή περισσότερο κινηματογραφικά κι ενίοτε ωραιοποιημένα με κάποιο φινίρισμα. Πάντοτε ήταν άριστος ανατόμος της ψυχικής δομής και της κοινωνικά ηθικής ταυτότητας των χαρακτήρων του, ωστόσο εδώ υπάρχουν κάποια πράγματα που μαρτυρούν προσωπικό βίωμα, για το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσα να πείσω με διάφορες ενδείξεις. Με λίγα λόγια το βιβλίο είναι φρέσκο. Επίσης δίνει νέα διάσταση στο συνδυασμό ‘’αδυσώπητο μα τρυφερό’’.
Το 2001 όταν έκλεινα τα 20 μόλις είχαμε ξεκινήσει να συγκατοικούμε με κάποια κοπέλα, έτσι έρχονταν στις πρώτες επισκέψεις γονείς με διάφορα ‘’ξεχασμένα’’ απ’ τα παιδικά δωμάτια, ακόμη και τώρα αυτή η πρόφαση με κάνει να χαμογελώ. Με κάποιο τρόπο βρέθηκε εκεί ο Εξάδελφος Πονς. Έπαιρνε να ξημερώσει όταν πλέον όλοι είχαν κοιμηθεί κι εγώ βρέθηκα να χαζεύω στο σαλόνι τα τελευταία ξεχασμένα. Μέσα σ’ αυτά ήταν ο Εξάδελφος Πονς. Ήταν απ’ τα ξεχασμένα των δικών μου. Τόσα χρόνια μετά δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο, ή σκόπιμο πως ήρθε εκεί αυτό το βιβλίο. Κρίμα που δεν του έδωσα την πρέπουσα σημασία, γιατί το βιβλίο αυτό είχε και έχει τη δυναμική για κάποιους μοναχικούς ανθρώπους, όταν γινόμαστε όλοι έρμαια ορισμένων καταστάσεων να γίνει ο Σμούκε τους, ο φίλος που αγαπά και προσέχει, αλλά ένας Σμούκε με την ευφυία και την αλητεία του Μπαλζάκ, να γίνει δηλαδή το είδος του φίλου και του συμβούλου που μας προτείνει ο Σενέκας να είναι τα σπουδαία βιβλία και οι σπουδαίοι συγγραφείς για μας. Ωστόσο τότε διάβασα μόλις δέκα σελίδες και με πήρε ο ύπνος. Μου έμειναν όμως αυτά που διάβασα για αρκετές ημέρες και στην πραγματικότητα δεν τα ξέχασα.
Πέρασαν τα χρόνια, διάβασα πολλές ανοησίες κατά κύριο λόγο φτάσαμε στην περίοδο 2007 – 2008 όπου το βίωμα περιγράφεται απ’ αυτό το βιβλίο. Ήμουν άμαθος απ’ τη συνάφεια και τη συνενοχή του κόσμου ανάλογα με το ποιόν του, έγινα το κουκούτσι που το έφτυσαν, η τροφή που κατέβηκε αμάσητη και κακοφόρμισε μαζί με τα σκατά στον απόπατο ούσα ακόμη ζωντανή. Δεν ξέρω αν αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να ζωντανέψει μέσα μου και να με προστατέψει, ίσως και να τα κατάφερνε. Μια φορά κι έναν καιρό ο Τερζάκης έγραψε πως μόνο όταν κρούει ο συναγερμός των προσωπικών γεγονότων η γνώση ξαναμαθαίνεται απ’ την αρχή και βρίσκει έδαφος. Ωστόσο χαρακτήρες που βρήκα αυτούσιους στη ζωή μου, τους οποίους ανέλυσα σωστά στο Μοναστήρι της Πάρμας και συνάντησα μόλις μερικούς μήνες αφότου διάβασα το βιβλίο δε μπόρεσα να προστατευτώ παρά ετεροχρονισμένα να κρατήσω λίγη αξιοπρέπεια. Απ’ την άλλη έγινε και αυτό λόγος συμμόρφωσης κι έτσι ο οδηγός επιβίωσης μέσα στον κόσμο που λέγεται Εγχειρίδιο Πρακτικής Σοφίας λειτούργησε τόσο για τα περασμένα επιμορφωτικά, όσο και για τα μελλούμενα. Με αυτά θέλω να πω ότι ο Εξάδελφος Πονς είναι Έργο εξαιρετικών διαστάσεων και δεν υπάρχει περίπτωση να μη βασίζεται σε προσωπικά βιώματα, απ’ αυτά τα βιώματα που πονάνε πάρα πολύ. Βιώματα που ίσως ξαναζήσω κάποτε και θα αντέξω γιατί είμαστε ανθεκτικοί τελικά. Το μόνο για το οποίο έχω αμφιβολίες είναι η σκέψη πως αν ξανασυναντήσω Σιμπό, Προεδρίνα, Φραιζιέ, Πουλαίν, Σεσίλ και άλλους επιμέρους χαρακτήρες που δε θα μπορούσα να μνημονεύσω ονομαστικά αλλά ωστόσο ο ρόλος τους όπως των μνηματζήδων είναι χαρακτηριστικός στο που μπορεί να στείλει την ψυχή, έχω λοιπόν αμφιβολίες αν μια συνάντηση ακόμη με τέτοιου ποιού χαρακτήρες ότι θα μπορέσω να διατηρήσω την ανθρωπιά μου.
Στην αρχή το βιβλίο μου φάνηκε υποδεέστερο αν και κατοπινό της τριλογίας των Χαμένων Ψευδαισθήσεων ( στα ελληνικά υπάρχουν δυο τόμοι ανάλογα του τίτλου και της μετάφρασης ). Τώρα ξέρω πως πρόκειται για έργο πολύ ανώτερο. Ισάξιο με το Κόκκινο και το μαύρο και τη Μυστική ζωή.
Δεν ξέρω αν το έκαναν άλλοι συγγραφείς πριν ή μετά, δεν το έχω ξανασυναντήσει. Αντιμετωπίζει με τρυφερότητα τις συνήθειες στις οποίες όλοι γυρνάμε γιατί τελικά δρουν ως ευχαριστήσεις ικανές έστω και παροδικά να αναπληρώσουν τα κενά που αφήνει η ζωή με όσα μας στερείται. Οι συνήθειες αυτές, όλες οι συνήθειες τέτοιου χαρακτήρα πάντοτε έχουν κάποια συνέπεια, τελικά μας οδηγούν σε δύσβατες ατραπούς, γιατί τη στιγμή που προβάλει τεράστιο το πρέπει να γίνει τώρα, δε μας σταματά τίποτα απ’ το να τις κάνουμε, ούτε ο γκρεμός, ούτε ο θάνατος. Εν προκειμένω ο Πονς χαρακτηρίζεται εσφαλμένα απ’ το μεταφραστή ως λαίμαργος. Δεν είναι λαιμαργία αυτό. Είναι λιχούδης και καλαίσθητος καλοφαγάς. Του αρέσει, τον γεμίζει, τον απογειώνει το νόστιμο, το ωραίο πιάτο, το αμαρτωλό σνακ. Κι εμένα. Γι’ αυτό μπορώ να δω την τρυφερότητα με την οποία το αντιμετωπίζει ο Μπαλζάκ. Είμαι αρκετά εύθικτος ώστε αν δεν το έκανε πιθανόν θα του κάκιωνα.
Τι μπορώ να γράψω για όλους αυτούς τους χαρακτήρες που οδήγησαν τα πράγματα στην κατάληξη τους; Ονόματα που ανέφερα παραπάνω. Χαρακτήρες που χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: αυτούς που σε κρατούν απ’ το χέρι για να σιγουρευτούν ότι θα πέσεις όταν το προσωπικό συμφέρον καλεί και χαρακτήρες που συντηρούσαν, συντηρούν και θα συντηρούν τη βιομηχανία του θανάτου. Και αυτή η αποτύπωση των τελευταίων είναι εκπληκτικής πιστότητας για να μην έζησε προσωπικά ο Μπαλζάκ όλη εκείνη την περίοδο όπου αποδιοργανωμένος, σε κάνουν οι άλλοι ό,τι θέλουν. Σου πουλάνε ασήμαντα μάρμαρα, με ανούσιες επιγραφές λες και έχει καμιά σημασία όταν πια η ψυχή έχει φύγει. Όταν πέφτουν όλοι μαζί, όταν ξεγυμνώνουν τα δόντια, βαμπίρ.
Μα τι θα μπορούσα να πω ειδικά γι’ αυτούς που σε συνοδεύουν ως εκεί, φροντίζουν να πέσεις; Θέλω να γράψω και δε μπορώ γιατί θα μαγαρίσω το βιβλίο, την πραγματική ουσία του που βρίσκεται στην κρυστάλλωση αυτών ειδικά των χαρακτήρων διότι υπάρχουν αυτούσιοι. Μπορεί να μην είναι θυρωροί, καμαριέρες, ή δικαστικοί αλλά θα τους βρείτε στα σπίτια, στις οικογένειες σας, στα φιλικά πηγαδάκια. Κάποιους άλλους όμως, κάποιους Φραιζιέ, Πουλαίν, Ρεμονένκ, Μαγκούς θα τους βρείτε αυτούσιους. Γιατρούς, δικηγόρους, τοκογλύφους. Κι ίσως κάποιες φορές να τους βρείτε ταυτόχρονα και στα σπίτια σας με κάποια ιδιότητα συγγενική χαμένη στο χρόνο.
Θα βρείτε επίσης πολλούς να σας δώσουν τον ορισμό του πένθους, τι πρέπει να είναι και πως πρέπει να φέρεσαι. Θα βρείτε αρκετούς να σας φερθούν με αυτή τη βαρβαρότητα που είναι συνήθεια γι’ αυτούς και δεν καταλαβαίνουν πόσο διαλύει την ψυχή να σου λένε τράβα το χέρι γιατί αν ο νεκρός παγώσει θα πρέπει να του σπάσουμε τα κόκκαλα. Επίσης αυτός ο ήχος μένει, είτε τον ζεις τότε τραβώντας το χέρι, είτε αργότερα όταν πια βγαίνει ο νεκρός απ’ το μνήμα και δε χωρούν τα οστά στο κασελάκι κι εκείνοι οι άνθρωποι που θες να τους θυμώσεις, να τους βρίσεις, να μην τους αναγνωρίσεις καμιά ανθρωπιά και σε κρατάει η απλοϊκότητα τους τελικά, η άχαρη ζωή τους, πως κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό, να θάβει, να ξεθάβει, να σπάει κόκκαλα για να χωρέσουν στο κασελάκι.
Κι είναι και όλη αυτή η γραφειοκρατία. Έχει δίκιο ο Μπαλζάκ, όσο πιο κάτω είσαι στην κοινωνική ομάδα, όσο πιο μόνος, όσο περισσότερο σφαδάζεις από πόνο και δεν καταλαβαίνεις τόσο πιο απίθανο είναι να βρεθούν άλλοι να ασχοληθούν με τη γραφειοκρατία, πρέπει εσύ ειδικά να ασχοληθείς με όλα εκείνα που για τους υπαλλήλους είναι κοινά, καθημερινά, λέξεις στο χαρτί ή προφορικές ασήμαντες. Αλλά οι λέξεις πονάνε. Πονάνε ακόμα κι όταν τις βλέπεις άηχα γραμμένες στη δήλωση θανάτου. Και τελικά γίνεσαι το έρμαιο των μεσαζόντων γιατί το μόνο που θες εκείνη τη στιγμή είναι να περάσεις στην ανυπαρξία, να προσευχηθείς ένα πάρε με κι εμένα ή να παρακαλάς με παράλογο τρόπο για μια άμεση ανάσταση.
Το βιβλίο αυτό είναι τεράστιο. Θα ήθελα να σας πω ότι θα σας προστατέψει, ίσως και να το ‘κανε τελικά. Αυτό που εγώ σας εύχομαι είναι να υπάρξει ένας Σμούκε στη ζωή σας γιατί αυτή είναι μια απ’ τις ωραιότερες αποτυπώσεις που έχω δει για τον έρωτα του πνεύματος. Και όποιος έζησε κάτι τέτοιο και το αναγνώρισε ταυτόχρονα και όχι ετεροχρονισμένα είναι ένας γεμάτος άνθρωπος, ένας ζωντανός, ένας όχι μόνος. Είναι ένα πιάνο μ’ ένα όμποε μαζί που παίζουν την Υπό το Σεληνόφως.