«Είμαι ο Μάιρμπεκ Ντεμίεβ, γιος του Λώμα Ντεμίεβ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών» απάντησε και έκανε μια παύση. Πήρε βαθιά ανάσα, μύρισε τη νύχτα, μύρισε τα ίχνη της μέρας, το κάτουρο των αδέσποτων, ζώων και ανθρώπων, όπως το ανέδιδε η υγρασία που σερνόταν πάνω στους δρόμους του Γκρόζνι. Χαμογέλασε. «Και είμαι πούστης.» ***
Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τα διηγήματα αυτού του βιβλίου. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον ανθρώπινο πόνο. Πόνος που προέρχεται είτε από ωμή εκμετάλλευση είτε από προκατάληψη είτε από ξεπερασμένες παραδόσεις, πάντως πόνος. Σωματικός και ψυχικός. Όμως όσο κι αν ένας άνθρωπος μπορεί ν’ αντέξει τον πόνο, αυτό που δεν αντέχεται είναι η απελπισία. Η έλλειψη κάθε αχτίδας φωτός στο σκοτάδι. Το γεγονός ότι κάποιοι φροντίζουν να μην ακουστεί όχι μόνο η φωνή σου αλλά ούτε η κραυγή του πόνου σου.
Εννέα συγκλονιστικά διηγήματα χτισμένα πάνω σε θέματα που ή δεν φτάνουν στα δελτία ειδήσεων ή φτάνουν αλλοιωμένα για την εξυπηρέτηση της τηλεοπτικής τρομολαγνείας.
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980. Μεγάλωσε στον Πειραιά και σπούδασε Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων. Δούλεψε για αρκετά χρόνια σε ξενοδοχειακές μονάδες της Βόρειας Ελλάδας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά ενώ ποιήματά του δημοσιεύει τακτικά το Cignialo. Διατηρεί το ιστολόγιο 1000mgapousias.com, στο οποίο δημοσιεύει τον κύριο όγκο των γραπτών του με creative commons. Έχει διαθέσει πέντε έργα του στην Ανοιχτή Βιβλιοθήκη, συμμετέχει με κείμενά του σε δύο συλλογικούς τόμους διηγημάτων (Ο Ιός, Βακχικόν 2020 και Νιώθω, Ελκυστής 2021) ενώ το Υλικό καθαρισμού είναι το πέμπτο βιβλίο του. Το διήγημα «Οι παράνομοι του Γκρόζνι» μεταφράστηκε πρόσφατα στα ρωσικά. Ζει μόνιμα στη Δράμα.
Σκληρά αληθινό μα λογοτεχνικά άρτιο, κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Η ενδελεχής και (ψυχικά) επίπονη έρευνα πεδίου του συγγραφέα γίνεται αντιληπτή από τις πρώτες σελίδες, το συναίσθημα ρέει αβίαστα, όχι εκβιαστικά, γίνεται το σημείο επαφής με τους σπασμένους επί γης ανθρώπους. Η ενσυναίσθηση, λειτουργεί αυτόματα καθώς οι λέξεις ενώνονται σαν καλώδια απογυμνωμένα προκαλώντας ηλεκτροσόκ. Έγραψα εκτενώς για το βιβλίο, στον ιστοχώρο μου. Το άρθρο θα το βρείτε εδώ: https://lianikolaou.blogspot.com/2022...
Ο Μιχάλης Κατράκης καταπιάνεται με ένα εξαιρετικά ακανθώδες θέμα. Η συλλογή Υλικό Καθαρισμού είναι ένα σκληρό βιβλίο εννέα διηγημάτων όπου ο συγγραφέας, σε κάθε διήγημα, πραγματεύεται και από μια αλήθεια: κλειτοριδεκτομές στο Μάλι, μεταναστευτικό και σύγχρονα «στρατόπεδα συγκέντρωσης» στη Μόρια, διώξεις ομοφυλοφίλων στην Τσετσενία, εγκλήματα πολέμου στη Σρεμπρένιτσα, εκμετάλλευση εργατικού δυναμικού στο Μπανγκλαντές, σωματεμπορία και πορνεία στο Λονδίνο, σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από την Καθολική εκκλησία στη Βερόνα. Ο Κατράκης κάνει μια γενναία προσπάθεια να αποδώσει μυθοπλαστικά και να προσωποποιήσει, να φέρει στο επίπεδο του ατόμου, ανείπωτα δράματα για τα οποία όλοι, λίγο πολύ, είμαστε ενήμεροι και που απλά στρέφουμε το κεφάλι από την άλλη μεριά κάθε φορά που ερχόμαστε αντιμέτωποι με αναφορές ή περιστατικά που αναφέρονται σε αυτά.
Η ιδιαιτερότητα και η δυσκολία του εγχειρήματος έγκεινται στον τρόπο διαχείρισης αυτού του τόσο ευαίσθητου υλικού. Η συλλογή τιτλοφορείται Υλικό Καθαρισμού. Σε τι αναφέρεται όμως ο Κατράκης; Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής, το «Καθαρίστρια», μιλάει για μια ειδική περίπτωση καθαρίστριας, της Νόρας, που ζει και εργάζεται στη Γάνδη σε μια εταιρεία που κρύβει τις δραστηριότητές της πίσω από τον γενικό τίτλο: «Σύμβουλοι Επιχειρήσεων». Η Νόρα είναι προϊσταμένη του τμήματος (ένα από τα πολλά ανά τον κόσμο) καθαρισμού της ροής του Facebook. Ο ρόλος της είναι να κατεβάζει περιεχόμενο (κυρίως βίντεο) που δύναται να ταράξει την πολύτιμη ροή πληροφοριών «[...] ανάμεσα στα συγκοινωνούντα δοχεία του φυσικού και του ψηφιακού κόσμου» (σ. 213). Όπως χαρακτηριστικά λέει η Νόρα στους υφισταμένους της: «[...] οι βιασμοί, οι θάνατοι, τα πογκρόμ, όλη αυτή η βία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από υλικό καθαρισμού. Και εσείς είστε καθαριστές. Καθαρίστε» (σ. 214). Τα διηγήματα που προηγούνται του καταληκτικού, νοηματοδοτούνται ως ακριβώς αυτό: «υλικό καθαρισμού». Ο Κατράκης κατασκευάζει με τη μορφή διηγημάτων το περιεχόμενο που δεν θέλει το Facebook –ή όποιος άλλος επιθυμεί τη διατήρηση αυτής της επίπλαστης και εύθραυστης ισορροπίας που πρέπει να συντηρείται– να βλέπουμε. Αποπειράται δηλαδή ο συγγραφέας να μετασχηματίσει το γενικό και αφηρημένο (αυτό που όλοι λίγο πολύ έχουμε ακουστά) σε ειδικό και συγκεκριμένο. Αποπειράται να φέρει τις εικόνες αυτές –τον θάνατο, τους βιασμούς, τα πογκρόμ– στα μέτρα συγκεκριμένων χαρακτήρων με στόχο φυσικά να ευαισθητοποιήσει το κοινό και να διαταράξει τη ροή της καθημερινότητάς μας. Εργαλείο του, η μυθοπλασία. Η μυθοπλασία όμως, και ειδικά η συγγραφική μυθοπλασία, δεν είναι εικόνα για να έχει τη δύναμη που έχουν τα βίντεο που θα μπορούσαν κάλλιστα να ανέβουν (πριν καθαριστούν) στη ροή ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης σαν το Facebook. Και εδώ αρχίζουμε να προσεγγίζουμε τη δυσκολία και την ιδιαιτερότητα του όλου εγχειρήματος. Η μυθοπλασία (η λογοτεχνία) στη συγκεκριμένη περίπτωση, όταν δηλαδή έχουμε να κάνουμε με κάτι τόσο σκληρό, δεν πρέπει να γίνεται όχημα για να περάσει ο συγγραφέας πληροφορίες και στοιχεία που δήθεν θα ευαισθητοποιήσουν τον αναγνώστη. Ο Κατράκης, στο τέλος κάθε διηγήματος προσφέρει κατατοπιστικές πληροφορίες για τα πραγματικά εγκλήματα τα οποία συνιστούν και την πηγή έμπνευσής του. Αυτό όμως είναι βαθιά προβληματικό. Ή θα ενσωματώσει στο κείμενο τις πληροφορίες, που τότε θα αναχθούν σε οργανικό κομμάτι της μυθοπλασίας, ή, αλλιώς, θα σιωπήσει και θα αφήσει τον αναγνώστη αν και εφόσον το επιθυμεί να αναζητήσει μόνος του τις πληροφορίες επειδή ο συγγραφέας θα έχει διαχειριστεί το υλικό του εντελώς διαφορετικά. Η λογοτεχνία δεν δύναται να έχει ως σκοπό την ενημέρωση του αναγνώστη μέσω της απλής καταγραφής γεγονότων. Η λογοτεχνία δεν είναι βίντεο, ούτε δημοσιογραφία – παρά το γεγονός ότι η δημοσιογραφία καταντάει πολλές φορές μυθοπλασία.
Για να μην παρεξηγηθώ. Δεν είμαι διόλου αντίθετος με αυτό που έχει κάνει ο Κατράκης και είμαι ο τελευταίος που θα μιλούσε ποτέ για χαλινάρι στη λογοτεχνική δημιουργία. Αντιθέτως, νομίζω ότι η λογοτεχνία είναι το κατεξοχήν μέσο ευαισθητοποίησης του κοινού για τέτοια θέματα και μάλιστα, κάποια ιδιαιτέρως προσφιλή σε μένα λογοτεχνικά δημιουργήματα βρίσκονται ακριβώς στα λημέρια που έψαξε ο Κατράκης. Γι’ αυτό ακριβώς θα είμαι πιο αυστηρός σε αυτό εγχείρημα και γι’ αυτό θα αναφερθώ τροχάδην στην ανάγκη συγκεκριμένων προϋποθέσεων για τη δημιουργία λογοτεχνίας που καταπιάνεται με τέτοιες θεματικές.
Είχα την τιμή να πέσει στα χέρια μου αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο. Μόλις το τελείωσα και έχω μείνει άφωνη. Ο τρόπος που περιγραφονται οι ιστορίες είναι τόσο αμεσος, με ομαλή ροή που αν δεν είχαν αυτό το περιεχόμενο θα τις είχα διαβάσει σαν νεράκι. Αλλά είναι αυτή η δύσκολη στιγμή που μέσα στις ιστορίες αντικατοπτριζεται η ωμή πραγματικότητα που όλοι ξέρουμε, μα θέλουμε να κρατάμε κρυμμενη καλά μέσα μας, λέγοντας "όλα καλά είναι" "όλα καλά θα πάνε". Δεν είναι όμως. Όλα αυτά συμβαίνουν δυστυχώς και κανείς δεν τα σταματάει. Συμφέροντα ; Χρήμα; Απόλαυση του πόνου του άλλου ; Λίγο από όλα; Μου είναι δύσκολο να το χωνέψω. Σε μια κοινωνία που παρακμάζει κάποιος πρέπει να αφυπνισει τον κόσμο. Αυτό το βιβλίο είναι μια δυνατή αφυπνιση λοιπόν, μια πραγματική γροθια στο στομάχι, που θα σε κάνει πολλές φορές να μη μπορείς να συνεχίσεις να διαβάζεις, να κλείνεις το βιβλίο απότομα με αηδία, με την αίσθηση ότι θέλεις να βάλεις τα κλάματα, με την αδικια να σε πνίγει και τον θυμό να σε κυριεύει. Απορώ με τη δύναμη ψυχής που είχε ο συγγραφεας, ώστε να μεταφέρει στο χαρτί όλες αυτές τις σκληρές ιστορίες. Αυτό το βιβλίο είναι η θλιβερή πραγματικότητα μας. Μικρό, προσεγμενο, εύστοχο. Υπέροχο.
Υλικό Καθαρισμού του Μιχάλη Κατράκη. Πρόκειται για μια σειρά διηγημάτων εξαιρετική. Γλώσσα που ρέει και κόβει σαν ξυράφι, ρεαλιστική, απλή, αδιαπραγμάτευτη. Θεματολογία, τα γνωστά θέματα επικαιρότητας που ακούσαμε αλλά τελικά μας ήταν άγνωστα και δεν μάθαμε την ουσία τους, μας προσπέρασαν ως επικεφαλίδες και μόνο. Ο Κατράκης λοιπόν μας δείχνει την αθέατη πλευρά, μας δείχνει τα γεγονότα, μας δίνει την ευκαιρία να αγγίξουμε την πραγματικότητα, να δούμε, να αισθανθούμε πως είναι το βαρέλι χωρίς πάτο, να αναρωτηθούμε για το πρόσωπο του κτήνους (αυτό που γνωρίζουμε αλλά φοβόμαστε να παραδεχτούμε) θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα Ελληνικά βιβλία της τελευταίας δεκαετίας. Το λέω όμως και το εννοώ είναι γροθιά στο στομάχι, μεγάλο ξεβόλεμα. Μακάρι να δούμε μελλοντικά τέτοιες καλές δουλείες από Έλληνες συγγραφείς.