Είναι ένας κυνικός και απαθής τριαντάρης που εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Αθήνα της δεκαετίας του ’00.
Απεχθάνεται τους πάντες και τα πάντα, πρωτίστως τη δουλειά του, τους συναδέλφους του και, γενικά, οποιονδήποτε συναντάει στον δρόμο του - με απειρο-ελάχιστες εξαιρέσεις.
Σε αυτό το σχεδόν δεκαετές ταξίδι του μέσα στην αθηναϊκή ημέρα και κυρίως την αθηναϊκή νύχτα, θα προσπαθήσει απεγνωσμένα να συμφιλιωθεί με το τέρας της απότομης ενηλικίωσης, με μόνο του σύμμαχο τον καλύτερό του φίλο, παρέα με αλκοόλ και τόνους κοκαΐνης.
Όταν όμως μια σειρά από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα και συμβάντα καταστρέφουν ολοσχερώς τη φούσκα μέσα στην οποία ζει, τότε του απομένει μόνο ένα πράγμα.
Να πάρει την αμείλικτη εκδίκησή του από τον απατεώνα εργοδότη του, τους φορτικούς γονείς του και την κυκλοθυμική σύντροφό του.
Κυρίως όμως να πάρει, έστω και καθυστερημένα, τη ρεβάνς από τον ίδιο του τον εαυτό.
Μια σκοτεινή, βίαιη, σατιρική, αστεία και άκρως διασκεδαστική αποτύπωση της προ και μετά Ολυμπιακής Ελλάδας, ιδωμένης μέσα από ένα ζευγάρι μάτια πρησμένα από τα ναρκωτικά, τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια.
Ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος άφησε παράμερα την Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης και συμπληρώνει αισίως 23 χρόνια στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία, είτε ως συντάκτης εφημερίδων και περιοδικών (Το Βήμα, Esquire) είτε ως αρχισυντάκτης εντύπων (Sonik) γράφοντας επί παντός επιστητού, κυρίως όμως περί μουσικής και λοιπών μουσικολογικών δαιμονίων. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 4 μουσικές βιογραφίες (Freddie Mercury, Rolling Stones, Pink Floyd, Maneskin – όλες στις εκδόσεις Οξύ/Brainfood), καθώς και ένα μυθιστόρημα (Ντοπαμίνη, εκδόσεις Βακχικόν). Στον ελεύθερο χρόνο του γρατζουνάει το μπάσο του και τα βινύλια στο πικάπ του.
Είχα καιρό να διαβάσω κάτι τόσο καλό. Τόσο ολοκληρωμένο. Ο Τσαβαλος δεν γράφει μόνο μια ενδιαφέρουσα ιστορία που σε τραβάει από το μανίκι, σκιαγραφεί εξαιρετικά και μια ανεξερεύνητη περίοδο για τα μέχρι τώρα δεδομένα της εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής, την δεκαετία '00 με '10. Όλα είναι εκεί. Τα τελευταία χρόνια της άνθισης και η απότομη πτώση, η δολοφονία Γρηγορούπουλου, η απόγνωση του πρώτου κύματος της οικονομικής κρίσης. Είναι όλα εκεί παρόντα και συμπρωταγωνιστούν στην ιστορία ενός καθάρματος που δεν είναι κάθαρμα. Ή μπορεί και να ναι, αλλά εσύ τον συμπαθείς στο τέλος και τον αποχαιρετάς με ένα σπασμένο χαμόγελο και ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη.
Δυνατό ντεμπούτο, αιχμηρή γραφή. Και επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, αφήστε το κινητό στην άκρη και πηγαίνετε να διαβάσετε την Ντοπαμίνη.
Τίτλος βιβλίου ‘’Ντοπαμίνη’’ Δεν μπορείτε να πείτε. Ασυνήθιστος καί μη αναμενομένος για ένα λογοτεχνικό έργο,με δεδομένο,πως δεν τυγχάνει συχνά ένας/μία δημιουργός να χρησιμοποιεί ως τίτλο του βιβλίου του/της το όνομα μίας φαρμακευτικής ουσίας. Ειδικότερα,όταν εκείνη φέρει ένα αρνητικό πρόσημο καί έχει συνδεθεί με κάποια παρανομία (καί διατέλεση αυτής) στο μυαλό μεγάλης μερίδας των πολιτών. Όμως,ο ανερχόμενος συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσάβαλος φαίνεται πως δεν στέκεται στις όποιες προκαταλήψεις καί στους δήθεν καθωσπρεπισμούς καί χαράσσει με θράσος καί θάρρος,-τολμώ να πω-,την δική του πορεία,η οποία δεν χωρά σε στεγανά καί σε κοινά αποδεκτά ‘’καλούπια’’... Αφετηρία,λοιπόν,της ανάγνωσης του βιβλίου ο τίτλος του. Κι όμως,δεν μπορώ να στρέψω τόσο εύκολα το βλέμμα μου από αυτόν καί ειδικά από τον τρόπο που έχει επιλεχθεί να γραφτεί πάνω στο εξώφυλλο. Πέρα από τα κεφαλαία γράμματα,η λέξη είναι χωρισμένη σε δύο μέρη ‘’ντοπα’’ – ‘’μίνη’’. Σαν να τονίζεται το πρώτο συνθετικό που την καθιστά ακόμη πιο γνώριμη καί οικεία στα αυτιά μας. Κι αν σταθούμε καί στο λευκό χρώμα των γραμμάτων σε συνδυασμό με το πως έχει τραβηχθεί προς τα κάτω το γράμμα ‘’η’’ στο τέλος της λέξης ‘’ντοπαμίνη’’ προμηνύει πως κάτι παραπάνω από το αναμενόμενο υπάρχει ( ; )... Όχι,δεν είμαι μία φωτεινή παντογνώστρια,μα κάθε τίτλο βιβλίου τον προσεγγίζω ως έναν ακόμη γρίφο προς επίλυση καί όξυνση της κριτικής μου ικανότητας καί σκέψης. Καί περνάμε στην εικόνα της νυχτερινής Αθήνας που στολίζει το εξώφυλλο. Αυτό το κόκκινο χρώμα,που δεν ταιριάζει μόνο με το αίμα,μα έρχεται να τονίσει την ένταση όσων συμβαίνουν κατά την διάρκεια των βραδινών ωρών. Η νύχτα σίγουρα δεν είναι καί ο πιο καλός σύμβουλος,με δεδομένο πως οι όποιες αντιστάσεις δείχνουν να κάμπτονται,καθώς το ποτό καί άλλες παραισθησιογόνες ουσίες αρχίζουν σταδιακά να κατακλύζουν το σώμα καί το μυαλό μας. Η λογική μοιάζει να πηγαίνει περίπατο καί το θυμικό να αναλαμβάνει τα ηνία,χωρίς να μας ενδιαφέρουν οι όποιες συνέπειες κι ο αντίκτυπός τους στην ζωή μας. Εάν διαβάσατε το βιογραφικό του συγγραφέα,θα δείτε πως επιλέγει να ντύσει τον κεντρικό του ήρωα με κάποια δικά του αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ένας ήρωας,που κάθε άλλο παρά αρεστός μπορεί να θεωρηθεί,αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μας περάσει αδιάφορος. Είναι σαν να συγκεντρώνει πάνω του,-πάντα με έναν αλλιώτικο τρόπο-,πολλά από τα κακώς κείμενα καί τις παθογένειες που ταλανίζουν την κοινωνία μας,τουλάχιστον,την τελευταία εικοσαετία όλο καί πιο έντονα... Σαν να έχουμε,δηλαδή,μία παράλληλη σκιαγράφηση του ήρωα καί της κοινωνίας που όμως συμπίπτουν σε πολλά σημεία κι αλληλοσυμπληρώνονται... ‘’Είναι ένας κυνικός και απαθής τριαντάρης που εργάζεται ως δημοσιογράφος στην Αθήνα της δεκαετίας του ’00. Απεχθάνεται τους πάντες και τα πάντα, πρωτίστως τη δουλειά του, τους συναδέλφους του και, γενικά, οποιονδήποτε συναντάει στον δρόμο του - με απειρο-ελάχιστες εξαιρέσεις. Σε αυτό το σχεδόν δεκαετές ταξίδι του μέσα στην αθηναϊκή ημέρα και κυρίως την αθηναϊκή νύχτα, θα προσπαθήσει απεγνωσμένα να συμφιλιωθεί με το τέρας της απότομης ενηλικίωσης, με μόνο του σύμμαχο τον καλύτερό του φίλο, παρέα με αλκοόλ και τόνους κοκαΐνης. Όταν όμως μια σειρά από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα και συμβάντα καταστρέφουν ολοσχερώς τη φούσκα μέσα στην οποία ζει, τότε του απομένει μόνο ένα πράγμα. Να πάρει την αμείλικτη εκδίκησή του από τον απατεώνα εργοδότη του, τους φορτικούς γονείς του και την κυκλοθυμική σύντροφό του. Κυρίως όμως να πάρει, έστω και καθυστερημένα, τη ρεβάνς από τον ίδιο του τον εαυτό. Μια σκοτεινή, βίαιη, σατιρική, αστεία και άκρως διασκεδαστική αποτύπωση της προ και μετά Ολυμπιακής Ελλάδας, ιδωμένης μέσα από ένα ζευγάρι μάτια πρησμένα από τα ναρκωτικά, τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια.’’ (Περίληψη οπισθοφύλλου) Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσάβαλος έχει έναν αιχμηρό,οξυδερκή,αυτοσαρκαστικό καί κυνικό λόγο,που σε αντίθεση με τον βασικό του ήρωα,τον βρήκα πολύ αρεστό όσον αφορά τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις. Το ντεμπούτο του στον χώρο της λογοτεχνίας γίνεται με πάθος καί μας παρασύρει θέλοντας καί μη. Για μένα,δεν μιλάμε απλά για ένα ακόμη μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις,μα για ένα κείμενο γεμάτο από μηνύματα με πολλούς αποδέκτες καί κυρίως τον ίδιο μας τον εαυτό. Ένα κείμενο πλούσιο από ρεαλισμούς καί εικόνες που μένουν για καιρό νωπές στην μνήμη μας. Καί κάπου εδώ,θα ολοκληρώσω τις σκέψεις μου για το βιβλίο καί θα σας εκμυστηρευτώ πως αυτό που θα κρατήσω από την επαφή μου μαζί του,είναι η στοχευμένη καί ξεκάθαρη θέση του συγγραφέα ενάντια στην χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αναζητήστε το! Καλή ανάγνωση!
Εναλλακτικός τίτλος: Το ημερολόγιο ενός "κοκάκια" και με συγχωρείτε για τον χαρακτηρισμό, αλλά ήθελα να συμβαδίσω με το απλό και καθημερινό στυλ αφήγησης του μυθιστορήματος, μία γλώσσα κατάλληλη για το διασκεδαστικό -ειδικά στην αρχή- περιεχόμενο του.
Ιδιαίτερα εύπεπτο, περιγράφει τη ζωή ενός νέου που υπήρξε εθισμένος στην κοκαίνη με όλα τα ευτράπελα που προκαλεί η χρήση των ναρκωτικών, στις ανθρώπινες σχέσεις του, στη δουλειά του και γενικά στη ζωή του.
Αλλά όχι μόνο αυτά, καθώς περιέχει και πραγματικά δυσάρεστα περιστατικά τα οποία, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας του 2000, έτσι και στον πρωταγωνιστή, αποδεικνύουν πως η τεχνητή ευφορία, συνήθως πληρώνεται με πολύ υψηλό τόκο.
Ίσως θα ήταν καλύτερα να είχε λίγο μικρότερη έκταση, καθώς υπήρξαν λίγες στιγμές που μου φάνηκε επαναλαμβανόμενο, αλλά από την άλλη ίσως αυτό συνέβη επιτηδευμένα, ώστε να προβληθεί όσο το δυνατόν πιο πιστά η καθημερινότητα ενός χρήστη κοκαίνης.
Συνολικά πρόκειται περί ενός αξιόλογου έργου, το οποίο ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα και με άγγιξε το χιούμορ του, προκαλώντας μου μία τεχνητή ευφορία, που σίγουρα ήταν υγιής και θεμιτή.
Υ.Γ.1 Μου άρεσε πολύ η επιλογή του συγγραφέα να διασκευάσει σε ένα στιγμιότυπο του βιβλίου, τον λατρεμένο μονόλογο του Έντουαρντ Νόρτον από το αριστούργημα "25th Hour" του Σπάικ Λι.
Το εν λογω βιβλιο το αγορασα προχθες και το τελειωσα χθες. Σε γενικες γραμμες ειναι μια καλη προσπαθεια με θετικο πρόσημο.Ενα ευχαριστο αναγνωσμα για καλοκαιρι.Στα αρνητικα θα ελεγα πως υπαρχει υπερβολικη επίκληση στο νοσταλγικο συναισθημα. Επισης ενιωσα οτι η πλοκη βγαινει καπως ζορισμενα και οχι αβιαστα και αρμονικα.
Τον βίο και την πολιτεία ενός εργένη δημοσιογράφου εθισμένου στην κοκαΐνη μας αφηγείται ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος στο πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Ντοπαμίνη, έναν τίτλο που παραπέμπει ευθέως στο θέμα του, όπως και το εξώφυλλο με την εικόνα μιας πόλης τη νύχτα. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας τριανταεπτάχρονος δημοσιογράφος, ο οποίος εργάζεται ως συντάκτης σε μουσικά, κυρίως, ρεπορτάζ στην εφημερίδα Πρωινός Κήρυκας. Πρόκειται για ένα παιδί της μεσοαστικής τάξης που κουβαλά τα τραύματα και τα άγχη της νευρωτικής μητέρας του.
Η αφήγηση της ζωής του ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του νεαρού δημοσιογράφου και ο Κωνσταντίνος Τσάβαλος μας εξηγεί πως αυτός ο “χοντρός και άσχημος φλώρος”, όπως τέτοιος ήταν ο ήρωας στα μαθητικά του χρόνια, κατέληξε να γίνει ως ενήλικας εραστής της κόκας, του ξενυχτιού, του ποτού και της ανέμελης εργένικης ζωής. Φυσικά σε αυτό έβαλαν και οι καθωσπρέπει γονείς του το λιθαράκι τους.
Στενά ελεγχόμενος από τους γονείς του λοιπόν, ο ήρωάς μας σπούδασε εντέλει στη Φιλοσοφική στα Γιάννενα και κατάφερε να ξεφύγει από την ασφυκτική μέγγενη της οικογένειάς του, και ιδίως της μητέρας του. Η δημοσιογραφική του, όμως, δουλειά, η οποία ακολούθησε χρονικά τις σπουδές του, δεν κατόρθωσε να επιφέρει την πολυπόθητη ισορροπία στη ζωή του. Ούτε και τα δημοσιογραφικά ταξίδια για μουσικά ρεπορτάζ σε συναυλίες σε Θεσσαλονίκη, Βαρκελώνη και άλλες πόλεις, ούτε οι περιστασιακοί φίλοι, ούτε οι πολλές γυναίκες που άλλαζε σαν τα πουκάμισα στο κρεβάτι του, αλλά ούτε και τα μεταμεσονύχτια σνιφαρίσματα κόκας στα οποία με τόση αφοσίωση προέβαινε σχεδόν κάθε νύχτα ο νεαρός δημοσιογράφος. Η υπόλοιπη κριτική στο Literature
drug fueled, soundtrack of the athenian noughties, bukowskian, funny, sarcastic, mildly misanthropic and narcissistic. trainspotting vibes. possibly a bit longer than it should be but well worth the read.
This entire review has been hidden because of spoilers.