Η ματιά ενός αυτόπτη μάρτυρα σε ιστορικά γεγονότα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν προέρχεται από ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής και αφορά γεγονότα πραγματικά καθοριστικά για την εποχή τους. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του συνταγματάρχη Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ, Βρετανού στρατιωτικού και φιλέλληνα που έζησε από πρώτο χέρι μια από τις πιο ταραγμένες δεκαετίες στην ελληνική ιστορία: τη δεκαετία του 1940 με τον Ελληνοϊαταλικό πόλεμο, τη Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο.
Η ματιά του Γουνταχάουζ στην Ελλάδα σ' ένα «θεατρικό» δράμα
Ο Γουντχάουζ είχε συνεχή στρατιωτική παρουσία στη χώρα μας από το 1941 ως το 1945 και, κατόπιν, από το 1946 ως το 1951. Βρέθηκε αρχικά στην Κρήτη για να οργανώσει την αντίσταση κατά των Γερμανών, στη συνέχεια συμμετείχε στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβρη του 1942 υπό τις διαταγές του επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα Έντι Μάγερς, ενώ γνώρισε προσωπικά πολλές σημαντικές μορφές της ελληνικής αντίστασης, μεταξύ των οποίων τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Άρη Βελουχιώτη. Επιπλέον, μιλούσε άψογα την ελληνική γλώσσα και έτρεφε βαθιά αγάπη για τον ελληνικό λαό. Ήταν εμβριθής γνώστης της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας κατά τη διάρκεια της ταραγμένης αυτής δεκαετίας, χωρίς να μεροληπτεί. Επομένως, παρά το γεγονός πως στο έργο του γίνονται φανεροί σε αρκετά σημεία ο αντικομμουνισμός και ο –αναπόφευκτος– φιλοβρετανισμός του, ο ίδιος αποτελεί έναν κατά βάση αντικειμενικό εξωτερικό παρατηρητή του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, αποστασιοποιημένο από τα ελληνικά πάθη.
Βρέθηκε αρχικά στην Κρήτη για να οργανώσει την αντίσταση κατά των Γερμανών, στη συνέχεια συμμετείχε στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβρη 1942 υπό τις διαταγές του επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα Έντι Μάγερς, ενώ γνώρισε προσωπικά πολλές σημαντικές μορφές της ελληνικής αντίστασης, μεταξύ των οποίων τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Άρη Βελουχιώτη.
Το έργο του, λοιπόν, αποτελεί μια από τις καλύτερες πρωτογενείς μαρτυρίες που διαθέτουμε για τη δεκαετία του ’40, προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η Ελλάδα αποτέλεσε το «μήλον της έριδος» μεταξύ του Τσώρτσιλ και του Στάλιν, με τον δεύτερο να αποφασίζει να υποχωρήσει τελικά, επιλέγοντας να διατηρήσει την κυριαρχία της ΕΣΣΔ στα υπόλοιπα Βαλκάνια. Ο Γουντχάουζ δεν κρύβει τη χαρά του για το γεγονός αυτό, θεωρώντας ότι η Ελλάδα υπήρξε τυχερή που γλίτωσε τελικά από την «κόκκινη λάβα του ερυθρού κρατήρα της Ανατολής». Ο ίδιος δεν αποφεύγει να παραδεχτεί επίσης, στην εισαγωγή του βιβλίου του, ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα – πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει το αντίθετο, όντας Βρετανός; Καταλήγει, όμως, ότι καμία άλλη πολιτική δεν θα είχε επιτυχία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος την περίπλοκη πολιτική κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί κατά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα μας:
«Η Ελλάδα έγινε θέμα διαφωνίας, από την οποία, όποτε αυτή προέκυπτε, μπορούσε να εξαρτηθεί η απομάκρυνση της Μεγάλης Βρετανίας από τις ΗΠΑ και αμφοτέρων από την ΕΣΣΔ. Μήλον της έριδος ήταν η Ελλάδα. Η αντιζηλία μεταξύ πολιτικών έγινε ξαφνικά μια άμιλλα για τον ρόλο του Παρισιού. Η εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας αναπαρήγαγε σε μικρογραφία τον διεθνή ανταγωνισμό της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Η αντίθεση αυτή με την ευδαιμονία του 1941 είναι το δεύτερο περίπλοκο γεγονός».
Η υπόλοιπη κριτική στη bookpress