Η συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την επιβολή των capital controls στην περιοχή του παλιού Φραγκομαχαλά της Θεσσαλονίκης εξελίσσεται απρόοπτα. Άγνωστοι αφήνουν ελεύθερα μέσα στο πλήθος τρία μικρά ελάφια προκαλώντας αναστάτωση. Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης η διοργανώτρια Ιφιγένεια Ρούσσου και ιδρυτικό μέλος της συλλογικότητας Ροδάνθη εξαφανίζεται. Λίγες ώρες αργότερα, μια συνοδός πολυτελείας, φίλη της Ρούσσου, ξεγελά τον παρτενέρ της, τον ναρκώνει και του κλέβει ένα πολύτιμο αντικείμενο. Ο σύντροφος της Ιφιγένειας Ρούσσου αναθέτει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη να τη βρει ζωντανή. Η έρευνα του Ριβέρη ξεκινά από το σημείο της μυστηριώδους εξαφάνισης και φτάνει μέχρι τις πολλαπλές κοινωνικές δραστηριότητες της Ροδάνθης, Ωστόσο, η ανακάλυψη στοιχείων που αφορούν την ύπαρξη μιας μυστικής αδελφότητας που δρα στην πόλη και λειτουργεί σύμφωνα με θεσμούς της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλάζει ριζικά τον προσανατολισμό της έρευνάς του. Με χειρουργική ακρίβεια ο ντετέκτιβ συνδέει τα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους στοιχεία για να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης και να φέρει πίσω τη γυναίκα. Καθώς πλησιάζει στη λύση του γρίφου, συνειδητοποιεί πως όταν η αλήθεια και η πραγματικότητα δεν ταυτίζονται, το κόστος της λύτρωσης είναι πολύ μεγάλο για όλους.
Ο Πάνος. Ιωαννίδης γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1978. Τα Μωρά της Αθηνάς είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Διακρίθηκε στον 1ο διαγωνισμό της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας με το διήγημα Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη. Είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών. Ζει στη Δράμα με την σύντροφο του και τον γιο τους.
Στο μυαλό το δικό μου, αλλά πιστεύω και σε αυτό πολλών άλλων, το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για την ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Δεν συμφωνώ με όσους θεωρούν αυτό το είδος της λογοτεχνίας κάτι κατώτερο, ούτε μου αρέσει ο όρος «παραλογοτεχνία» που συχνά χρησιμοποιείται υποτιμητικά για να αναφερθεί στα βιβλία με αυτό το περιεχόμενο. Το να φτιάξει ένας συγγραφέας ένα μυστήριο, μία ατμόσφαιρα και μία υπόθεση που θα κρατήσει τον αναγνώστη σε αγωνία και μέσα στις σελίδες του έργου, θέλει μεράκι, τέχνη και φαντασία. Η σημερινή ανάρτηση θα ασχοληθεί με ένα τέτοιο έργο, που σωστά για μένα επιλέγει στο εξώφυλλο να χαρακτηριστεί ως «νουάρ» μυθιστόρημα. Είναι το τελευταίο βιβλίο του Πάνου Ιωαννίδη που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, η επιστροφή του ήρωά του, του Πέτρου Ριβέρη.
Η έκδοση είναι απλή και λιτή, χαρακτηριστική του Κέδρου. Ευανάγνωστο κείμενο, μου άρεσε πολύ το εξώφυλλο με το μάυρο και κόκκινο χρώμα να κυριαρχούν, το τριαντάφυλλο και το σύμβολο του Βυζαντίου. Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν τα ονοματεπώνυμα των πρωταγωνιστών, όπως τα συναντάμε αυτά σε βιβλία ενός θεατρικού έργου. Στο τέλος εκτός από τις ευχαριστίες του συγγραφέα υπάρχει και ένα γλωσσάρι που είναι χρήσιμο για την κατανόηση μερικών ονομάτων του έργου. Συνολικά μια όμορφη δουλειά.
Τον Πάνο Ιωαννίδη τον είχαμε γνωρίσει στη Vivlioniki από το προηγούμενο έργο του, «Ο χορός της μέλισσας» στο οποίο γνωρίσαμε εδώ στο ιστολόγιο και τον Πέτρο Ριβέρη (είχε προηγηθεί το βιβλίο «Τα μωρά της Αθήνας» όπου ο Ριβέρης είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση). Αναφορές και στα δύο προηγούμενα έργα γίνονται στο βιβλίο της ανάρτησης, υπάρχουν μάλιστα και πρωταγωνιστές που συναντάμε τόσο στα «ρόδα» όσο και στη «μέλισσα».
Χρονικά βρισκόμαστε στο 2015, μετά το περίφημο δημοψήφισμα και τις δεύτερες εθνικές εκλογές που έγιναν εκείνο το έτος. Σε μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας κάπου στην περιοχή της Βαλαωρίτου κάποιοι θα απαγάγουν την Ιφιγένεια Ρούσσου, μέλος μίας αναρχοαυτόνομης ομάδας. Ο σύντροφός της θα επισκεφτεί τον Ριβέρη και θα του αναφέρει την εξαφάνιση ζητώντας του βοήθεια. Από αυτό το σημείο ξεκινά μία έρευνα στην οποία εμπλέκονται πολλοί και διάφοροι, άτομα του υποκόσμου, «νοικοκυραίοι», μέλη αναρχικών ομάδων, αστυνομία και μία υπόγεια οργάνωση «προστασίας» (αδελφότητα την χαρακτηρίζει ο Ιωαννίδης, αν και στα μάτια μου έχει τη λειτουργία των σισελιάνικων οργανώσεων μαφίας) που έχει συσταθεί και λειτουργεί με Βυζαντινά πρότυπα. Ο Ριβέρης θα ξεκινήσει την έρευνά του για την λύση του μυστηρίου. Θα ήθελα να πω περισσότερα για την πλοκή, αλλά σε τέτοιου είδους βιβλία καλό είναι να αποκαλύπτονται όσο το δυνατόν λιγότερα.
Δεν ξέρω αν οι κριτικοί χρησιμοποιούν τους όρους «αστυνομικό» και «νουάρ» μυθιστόρημα ως δύο ταυτόσημες έννοιες. Δεν μπορώ να πω ότι το μυθιστόρημα αυτό είναι καθαρά «αστυνομικό», καθώς σε σχέση με τη «μέλισσα» ο αναγνώστης φτάνει στο τέλος πιο ομαλά και χωρίς πολλές ανατροπές, αλλά το περιβάλλον που χτίζει ο Ιωαννίδης και το κλίμα που δημιουργεί σίγουρα μπορώ να το εντάξω στη «νουάρ» λογοτεχνία. Τον βοηθά η εποχή που επιλέγει να διαδραματιστεί η υπόθεση (φθινόπωρο προς χειμώνα), το έργο είναι σκοτεινό όσο πρέπει. Η επιλογή της Βυζαντινής οργάνωσης είναι έξυπνη καθώς η Θεσσαλονίκη είναι η κατ’ εξοχήν πόλη της χώρας γεμάτη Βυζαντινά μνημεία αλλά και με παρελθόν δολοπλοκιών και ραδιουργίας (ας σκεφτεί κάποιος μόνο πόσες πολιτικές δολοφονίες έγιναν στην πόλη στον 20ο αιώνα). Ο Ιωαννίδης επιλέγει να κάνει το έργο του έντονα πολιτικό πάντως, με αναφορές συνεχείς στα γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο μετά το 2010 και την Κρίση που βρήκε τη χώρα. Είναι γενικά μία περίοδος που πρέπει να τον απασχολεί αρκετά καθώς και στη «μέλισσα» η Κρίση ήταν παρούσα. Με το πολιτικό σκέλος άλλος μπορεί να συμφωνεί και άλλος όχι, αλλά δεν πρέπει αυτό να επηρεάσει κάποιον στο να διαβάσει το βιβλίο ή να εκφέρει άποψη για το αν είναι καλό ή όχι. Σε σχέση με τη «μέλισσα» οι διάλογοι είναι πιο αληθινοί και ρεαλιστικοί, αρκετές φορές αποκτώντας μια κινηματογραφική ζωντάνια. Υπάρχουν επίσης κάποιες σκηνές στο έργο που η περιγραφή μοιάζει να βγήκε από σκηνοθέτη και όχι από συγγραφέα, γεγονός που εμένα προσωπικά μου αρέσει, πχ σε μια σκηνή που περιγράφει μέσα στην Αχειροποίητο, ο αναγνώστης μεταφέρεται μέσα στο ναό και καταφέρνει να παρακολουθήσει την πλοκή λες και κάθεται σε στασίδι του ναού.
Ο Ιωαννίδης λατρεύει τη Θεσσαλονίκη και την αναδεικνύει μοναδικά. Οι περιγραφές που κάνει στις διαδρομές των ηρώων του στην πόλη ή και έξω από αυτήν είναι εξαιρετικός, ίσως ένας χάρτης της πόλης θα βοηθούσε τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει από Θεσσαλονίκη να καταλάβει το έργο περισσότερο. Οι δρόμοι, τα μνημεία που επιλέγονται, οι τοποθεσίες (αυτή των καλύβων των ψαράδων στη Χαλάστρα είναι εξαιρετική) έχουν γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθούν την πλοκή και να κουμπώνουν αρμονικά με αυτήν.
Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Σε σύγκριση με τη «μέλισσα» είναι λιγότερο αστυνομικό, αλλά περισσότερο ατμοσφαιρικό έργο. Και το κυριότερο, με έκανε να θέλω να διαβάσω και μία ακόμη υπόθεση του Ριβέρη. https://vivlioniki.wordpress.com/2021...
Όπως έχω ξαναπεί και θα το υποστηρίζω, σθεναρά, είναι το γεγονός ότι η αστυνομική λογοτεχνία -πέραν των κοινωνικών μυθιστορημάτων- είναι ό,τι πιο κοντινό στην πραγματική ζωή και αποτυπώνει (πάντα μέσα στα πλαίσια της μυθοπλασίας) ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι των σύγχρονων κοινωνιών κι όλων όσων λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτές, ειδικά ως προς τα εγκλήματα και λοιπά κακώς κείμενα που συνδέονται με την ανθρώπινη φύση και αλληλεπίδραση. Εδώ ταιριάζει η φράση ''η τέχνη αντιγράφει τη ζωή'' και τούμπαλιν, καθώς διάφοροι δημιουργοί ''πιάνοντας'' τον παλμό της κοινωνίας, εμπνέονται από τα όσα συμβαίνουν γύρω μας και μας αφορούν όλους κι όλες, σε μεγαλύτερο, ή, μικρότερο βαθμό. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, ότι μέσω των προσώπων των εκάστοτε αστυνομικών βιβλίων, οι συγγραφείς βρίσκουν τον τρόπο και το χώρο ώστε να εκφράσουν όχι μόνο τους δικούς τους προβληματισμούς, μα και άλλων ανθρώπων. Προβληματισμοί και σκέψεις που μας επιτρέπουν να δούμε μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών/στριων και να νιώσουμε να ''αφυπνείται'' η κριτική μας ικανότητα και σκέψη...
Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω τα βιβλία του συγγραφέα Πάνου Ιωαννίδη, αλλά πάντα κάτι άλλο μεσολαβούσε και πήγαινε πίσω αυτή η επιθυμία. Μπορεί, λοιπόν, να άργησα κάπως, αλλά με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τις καινούργιες περιπέτειες του αγαπημένου των πολλών πρωταγωνιστή Πέτρου Ριβέρη, αποφάσισα να προβώ σε ένα περιεκτικό αφιέρωμα στα βιβλία του, με τίτλους ''Ο χορός της μέλισσας'', ''Ο καιρός των ρόδων'' και ''Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα'' (κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Κέδρος), καθώς θεωρώ ότι είναι μία πολύ καλή αφορμή να γνωρίσω όχι μόνο εγώ την πένα του συγγραφέα, αλλά κι όσοι/ες δεν έχει τύχει έως σήμερα.
Προφανώς και δεν είναι ούτε τα πρώτα, μα ούτε και τα τελευταία αστυνομικά βιβλία, με αυτήν την περιρρέουσα αίσθηση νουάρ, που διαβάζω, αλλά θα μου επιτρέψετε να δηλώνω ικανοποιημένη από τον τρόπο που ο συγγραφέας -κοινό χαρακτηριστικό και των τριών παρόντων έργων- καταφέρνει κι αποτυπώνει πάνω στο χαρτί το ό,τι συμβαίνει γύρω μας σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, ακόμη και ηθικό επίπεδο. Δε φοβάται να ''τσαλακωθεί'' και να ''εκτεθεί'' μπροστά στο αναγνωστικό κοινό. Η γενικότερη κρίση που επικρατεί, παγκοσμίως, και δεν αφορά αποκλειστικά τον οικονομικό τομέα, μα κι εκείνο των ανθρωπίνων σχέσεων, ελευθεριών και δικαιωμάτων μπαίνει στο ''μικροσκόπιο''...
....Στο ''Ο καιρός των ρόδων'' που δεν εξελίσσεται μόνο η γραφή του συγγραφέα, αλλά μεστώνουν και οι χαρακτήρες, πλέον, της ιστορίας που μας περικλείει με περισσότερο μυστήριο αυτήν την φορά. Εδώ, ερχόμαστε ακόμη ένα βήμα πιο κοντά στο σήμερα και σε μία από τις πιο καίριες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της χώρας μας, μπροστά από ένα αδιέξοδο με πολλές επιπτώσεις... Αγάπησα τις περιγραφές της πόλης και τους ρεαλιστικούς διαλόγους μεταξύ των προσώπων. Γύρισα, ασυναίσθητα, πίσω στο χρόνο και τολμώ να πω η απόσταση χρόνου που έχει μεσολαβήσει μεταξύ εκείνων των γεγονότων με το σήμερα, με έκανε να αναρωτηθώ το αν και τί μπορεί να έχει αλλάξει ουσιαστικά, ή, αν τελικά παραμένουν ίδια κάποια πράγματα...