In this arresting and richly imaginative collection of twelve stories. Gail Jones explores the role of obsession the inescapable loves and torments she calls fetishes - in the lives of both the famous and the ordinary. Structured around a series of lyrical echoes and repeated images, her stories weave fact and speculation to recreate little-known events in the lives of such figures as Marcel Proust, Walt Whitman, and Elvis Presley that may have motivated their art and obsessed them as individuals.
Gail Jones is the author of two short-story collections, a critical monograph, and the novels BLACK MIRROR, SIXTY LIGHTS, DREAMS OF SPEAKING, SORRY and FIVE BELLS.
Three times shortlisted for the Miles Franklin Award, her prizes include the WA Premier's Award for Fiction, the Nita B. Kibble Award, the Steele Rudd Award, the Age Book of the Year Award, the Adelaide Festival Award for Fiction and the ASAL Gold Medal. She has also been shortlisted for international awards, including the IMPAC and the Prix Femina.
Her fiction has been translated into nine languages. Gail has recently taken up a Professorship at UWS.
Το φετίχ δεν συνδέεται και δεν έχει νόημα να συνδέεται πάντα με τον ερωτισμό, γιατί αποτελεί κάτι που συνιστά ένας είδος μεταμόρφωσης. Κάτι γίνεται φετίχ, μόλις βγει από την κανονική του διάσταση, για να αποκτήσει μέσα από μια διαδικασία μετασχηματισμού μια νέα μορφή, ικανή να γεννήσει με τη σειρά της μια εμμονική προσήλωση, ένα είδος θρησκευτικής λατρείας. Κάπου εκεί συγκρούονται οι ανθρώπινες ενοχές με τις πιο βαθιές και ακαταμάχτητες ανθρώπινες ανάγκες. Και η Gail Jones με μεγάλη ευαισθησία, παίρνει ένα κομμάτι από τις ζωές διάσημων ανθρώπων και εστιάζει με εξαιρετική μαεστρία, στην εμμονική προσήλωση που κάποτε αισθάνθηκαν εκείνοι, ή ορισμένοι, άγνωστοι ή ακόμα και επινοημένοι επίγονοί τους, για κάτι. Κι αυτό το κάτι, μπορεί να είναι ένας τόπος, ένα αντικείμενο, μια ιδέα, ένα πρόσωπο ή όλα αυτά μαζί.
Έτσι γράφει λοιπόν μια σειρά από διηγήματα, σύντομα, χωρίς έντονη δράση, όπου ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων ξεδιπλώνεται μέσα από μια αξιολάτρευτα στυλιζαρισμένη πένα. Η συγγραφέας, καταφέρνει να χτίζει ατμόσφαιρες γεμάτες αισθησιασμό και να τις εμπλουτίζει με έναν γοητευτικό στοχασμό πλαισιώνοντάς τες με εικόνες ολοζώντανες. Υπάρχει ομορφιά, ένα κλίμα ονειρικό και νοσταλγικό, μια προσπάθεια να ερμηνευθούν, να εξηγηθούν και στο τέλος να δικαιωθούν οι βασανισμένοι της ήρωες, μέσα από την σκιαγράφηση και την απόδοση του ψυχικού τους κόσμου. Απενοχοποιεί τα πάθη, προχωράει πέρα από τις κοινωνικές συμβάσεις, ξεγυμνώνει και αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης που συνήθως παραμένουν στο σκοτάδι. Και η γραφή της μοιάζει με μουσική. Έχει κάτι καμπανιστό και ρέον και κάτι πνευστό, παρμένο λες από τα πρωτογενή στοιχεία εκείνα, που συνιστούν τον πυρήνα αυτού του κόσμου.
Και είναι κρίμα που δεν την ξέρει σχεδόν κανένας στον τόπο μας, γιατί φαίνεται πως η Jones μας γνωρίζει, και μας αγαπά, γι' αυτό και μια από τις ωραιότερες ηρωίδες της είναι μια Ελληνίδα, της οποίας το αντικείμενο του πόθου είναι ο Elvis Presley. Και δίνει μια εξαιρετικά όμορφη εικόνα, μέσα από την αφήγησή της για την ζωή και τις συνήθειες των ελλήνων μεταναστών της Αυστραλίας, μιας χώρας που μοιάζει να αιωρείται στο πουθενά, μιας χώρας που μπορεί να δεχτεί τα πάντα, χωρίς να τα αλλοιώνει, απλά τα χωνεύει και τα αναδεικνύει μέσα από έναν διαφορετικό φωτισμό. Όπου υπάρχουν οι μεγάλες πολιτείες, μέσα στις οποίες οι άνθρωποι χάνονται αλλά υπάρχει και η έρημος με τον πρωτόγονο μυστικισμό της καθώς και οι μικρές αγροτικές πόλεις με τις φάρμες και τους μαθητές που δεν έχουν σχολεία, αλλά μιλούν με τους δασκάλους τους μέσω ασυρμάτου. Με τον ίδιο τρόπο ενώνει τις ιστορίες ανθρώπων διαφορετικών εποχών, που έζησαν σε διαφορετικούς τόπους και όλα αυτά συνδέονται με κάτι που αποτέλεσε για εκείνους φετίχ, την εμμονική λατρευτική προσήλωσή τους σε κάτι που τους έδωσε κάποτε ζωή και που τους συντρόφευσε ή ακόμα και τους οδήγησε τελικά στον θάνατο.
Έτσι λοιπόν μιλάει η συγγραφέας για ένα μοιραίο ταξίδι στην εξωτική Κευλάνη, με ήρωα τον Τσέχωφ, διηγείται την ιστορία των εκμαγείων της μαντάμ Τισό που έζησε την γαλλική επανάσταση και δημιούργησε ύστερα το δικό της μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, την ιστορία της Ελεονόρας Μαρξ (κόρης του Καρλ Μαρξ) που θέλησε να μεταφράσει την Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, την ιστορία της Μαρί Κιουρί που ανακάλυψε το ράδιο, την ιστορία του Μαρσέλ Προυστ με την αγάπη του για τη Βενετία και τους ανεκπλήρωτους έρωτές του, τον αισθησιασμό της Μάτα Χάρι, η οποία έζησε μέσα σε έναν φιλήδονο επινοημένο εξωτισμό και πέθανε ως κατάσκοπος, της Ελληνιδας Teresa Papadopolous που ήθελε να γίνει ο Elvis-next-door, του ποιητή Γουόλτ Γουίτμαν που ενέπνευσε με τη σειρά άλλους καλλιτέχνες από τον Κάφκα μέχρι την χορεύτρια Ισιδώρα Ντάνκαν.
Και είναι κι άλλες ιστορίες πολλές, και σε όλες υπάρχουν, συνυπάρχουν πιο σωστά οι ανώνυμοι ήρωες, οι φανταστικοί χαρακτήρες που μοιράζονται τις εμμονές και τα πάθη των πραγματικών και επώνυμων ηρώων. Έτσι που στο τέλος φαντασία και πραγματικότητα πλέκονται και σχηματίζουν έναν αστερισμό από πόθους και επιθυμίες, που φωτίζει με φως αχνό αλλά καθαρό το συλλογικό ασυνείδητο. Κάτι από τις αρχαία ψυχή που διαπνέει κάθε ανθρώπινο όν. Το άνθος του νάρκισσου που έδωσε ο Φρόιντ στην Βιρτζίνια Γουλφ και τα παράξενα σκουλαρίκια που δώρισε ο Πικάσο στην Φρίντα Κάλο. Τι επιλέγει να θυμάται ένα ζευγάρι που κατάφερε να επιβιώσει από στρατόπεδα συγκέντρωσης και πώς αυτό μετασχηματίζεται σε ένα είδος τέχνης με αντίστροφα αποτελέσματα για τον γιου τους. Ένας χαρτογράφος της σελήνης μέσα στην αρχέγονη αυσταλιανή έρημο και μια χαμένη πριγκίπισσα βυθισμένη στην σιωπή. Πόσες ιστορίες. Πόση ομορφιά.
Σε κάποιο σημείο, αναφέρει πώς μια μεγάλη πλημμύρα του Σηκουάνα έπνιξε την πόλη του Παρισιού, τον Γενάρη του 1910, κατά την οποία ο ασθματικός Προυστ υποτροπίασε και εκεί η συγγραφέας επινοεί ένα όνειρο, δίνοντας του την εξής μορφή:
“Τη νύχτα της 30ης του Γενάρη, ο Προυστ κοιμήθηκε για μια δυο ώρες, και είδε ένα νυχτερινό όνειρο, ή ένα ένα κύμα – όνειρο όπως θα έλεγε κι ένας σουρεαλιστής, το οποίο θα ξεχνούσε αμέσως κατά το ξύπνημα, οπότε μοιραία και αναγκαστικά δεν σώζεται γι' αυτό κάποια καταγραφή. Ο Μαρσέλ Προυστ, ονειρεύτηκε, όπως θα περίμενε κανείς, πως το Παρίσι και η Βενετία ήταν ένα, αλλά επίσης, κι εδώ είναι το απροσδόκητο του πράγματος, πως μέσα κι έξω ήταν όλα θολά και ολωσδιόλου δυσδιάκριτα. Έπιπλα από το δωμάτιό του λικνίζονταν μέσα σε δρόμους που ήταν νερό, η πράσινη λάμπα του, το τραπέζι του με τα τραγοπόδαρα, και το δωμάτιό του, το τόσο περίτεχνα σφραγισμένο, είχε μόνο τρεις τοίχους, λες και ζούσε σε πάνω ένα πάλκο και ήταν ορατός κάτω από την αψίδα ενός θεατρικού προσκηνίου. Ο τέταρτος τοίχος του δωματίου του ήταν η πλημμυρισμένη πλατεία του Αγίου Μάρκου: Ιταλοί και Γάλλοι βουτούσαν και κολύμπαγαν εμπρός του ή ανέβαιναν πάνω σε κάποια σκιώδη, σκοτεινή γόνδολα ή σε επιπλέοντα τραμ. Σε αυτό το όνειρο βρέθηκε να πλέει πάνω στο μπρούτζινο κρεβάτι της μητέρας του - έχοντας έναν έντονο, σχεδόν χειροπιαστό φόβο πνιγμού, κάτω στην οδό ντελ ' Αρκάντ. Το κινέζικο παραβάν του ακολουθούσε πίσωθέ του σαν ένα ζευγάρι φτερά με αλλόκοτες προωθητικές κινήσεις. Η ονειρική αίσθηση (που κατέληξε αμέσως μέσα στην προσωπική κάμαρα της λήθης του, κατά το ξύπνημα) ήταν πως η διπλή πόλη, μαργαριταρένια και ρευστή, είχε πνιγεί στο σπέρμα”.
Σε κάποιο άλλο σημείο, όπου μιλά για τις κέρινες δημιουργίες της Μαντάμ Τισό αναφέρει την ιστορία της “Ωραίας Κοιμωμένης” της Jean du Barry, της οποίας το ομοίωμα σώζεται ακόμα και μοιάζει, χάρη σε έναν μηχανισμό εγκατεστημένο στο στήθος της, σαν να ανασαίνει. Παρακάτω βάζω κι ένα βιντεάκι που φαίνεται αυτή η κίνηση και μοιάζει στα αλήθεια σαν ζωντανός άνθρωπος, ό,τι απέμεινε από μια μια καλλονή, που της πήρε κι αυτής το κεφάλι η γκιλοτίνα.
Κάπως έτσι είναι το στυλ και το ύφος της Gail Jones, μέσα σε αυτό το ημι-βιογραφικό και ημι-ονειρικό κλίμα κινούνται όλες της οι ιστορίες. Μακάρι να μπορέσω να βρω και τα άλλα βιβλία της, κάποια στιγμή. Χαίρομαι που ανακάλυψα έστω κι αυτό, εντελώς τυχαία. Και σκέφτομαι, πως όλοι εμείς, με το πάθος που έχουμε για τα βιβλία και την ανάγνωση, θα μπορούσαμε ωραιότατα να γίνουμε ένα ξεχωριστό διήγημα στο βιβλίο της αυτό. Ίσως πάλι, σε μια άλλη διάσταση να είναι οι άνθρωποι το φετίχ των βιβλίων και απλά εμείς να πιστεύουμε το αντίθετο.
I just love everything Gail Jones writes. Her writing is always so rich and textured. Her language use is exquisite and she brings fresh and crystalline detail to points of view. Fetish Lives is a series of fictionlised vignettes of well-known artists and craftsmen that weaves facts of their lives, loves, and passions into story. I found it utterly compelling and the intertextual nature of the writing - academically creative - had me researching online the deeper narratives of the chosen artistes' individual lives. The circularity of her writing always delivers you, satisfyingly, to a clear end.
These are fascinating portraits of little known moments in famous authors' lives, sometimes imagined, sometimes juxtaposed with a fictional or maybe real character in present time. Gail Jones's style has been compared to Virginia Woolf, with good reason. I loved the description of a disputed photo of Walt Whitman, in contrast with the many staged photos he sat for: "In this photograph, the old man is himself, elemental. He is no more modest than immodest: old age superbly rising! He looks directly at the camera and exposes his chin full of beard and his pallid hairless chest....If you look closely there is some invisible quality apparent that is nowhere evident in the other depictions; it is a seanced inclusion of the remembrance of touch....the figure is buoyed into being and, joy of joys, something it secretly carries is endlessly reproducible."
Gail Jones is an author whose novels I have enjoyed very much since the lovely 'Sixty Lights'. This early set of short stories (1998) is ambitious, unashamedly intellectual and for the most part successful. I always have difficulty rating short stories as they are rarely all of the same quality and this happened here. Sometimes, too, Jones prose is a little too ornate or obscure. Overall, though, I was fascinated by her concept of taking a small detail from the life of a famous person (such as Flaubert, Proust, Mata Hari and Madame Tussaud) and showing how an obsession (by them or someone they meet) can become more significant in imagination than it ever was in reality. I couldn't wait to read the next story and be drawn into Jones' imaginative world.