Πρόκειται για την πρώτη ιστορική καταγραφή της πολιτικοποίησης των Κουρδισών στην Τουρκία. Στη μελέτη παρουσιάζονται ιστορίες εκτοπισμού , μαρτυρίες έμφυλης και ταξικής βίας και αφηγήσεις αντίστασης στην πατριαρχία. Η Τσαγλαγιάν με αυτοεθνογραφική διάθεση και υπό το πρίσμα της φεμινιστικής κριτικής προσφέρει πολύτιμες μαρτυρίες για την ιστορία του κουρδικού κινήματος. Παρακολουθεί τη συγκρότηση εθνικών λόγων στην αλληλοδιάδρασή τους με τους λόγους για το φύλο, τις πρακτικές γυναικείας χειραφέτησης και τα αντιαποικιακά αισθήματα. Παρουσιάζει την οικοδόμηση της κουρδικής ταυτότητας, αναζητά γενεαλογίες αντίστασης, εντοπίζει μυθολογικά μοτίβα που επανανοηματοδοτούνται στο πλαίσιο του κουρδικού αγώνα για την ελευθερία και τη χειραφέτηση και τοποθετεί την έννοια της Jineoloji στο κέντρο της γυναικείας πράξης. Παράλληλα χαρτογραφεί τις κοινωνικοπολιτικές δυναμικές, τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας και τις πατριαρχικές δομές που περιόρισαν την πολιτικοποίηση των γυναικών καθώς και τους παράγοντες που τις οδήγησαν στην αυτενέργεια και τη δημιουργία κοινοτήτων αντίστασης και αλληλεγγύης. Οι μητέρες, συντρόφισσες, θεές, της Χαντάν Τσαγλαγιάν φέρνουν πιο κοντά το όραμα για έναν κόσμο με ισότητα και ελευθερία.
1968 yılında Siverek’te doğdu. İlk ve orta öğrenimini Siverek ve Urfa’da gördü. Ankara Üniversitesi Siyasal Bilgiler Fakültesi’nde sosyal politika ve siyaset bilimi okudu. Doktora öğrenimini aynı fakültede 2006 yılında tamamladı. Hemşirelik, sendikacılık ve araştırma görevliliği yaptı. Sınıfsal, etnik ve cinsiyete dayalı ayrımcılık pratikleriyle bunların birbirleri arasındaki ilişki üzerine çalışmalarını sürdürmektedir.
The Turkish edition of this book (originally published in 2007) was highly overrated in Turkey, mainly because it was the first study in Turkey based on fieldwork on Kurdish women. The original version attributes the subjugation of Kurdish women to patriarchal authorities as a consequence of the failure of national integration and the incomplete introduction of capitalism in Turkey's Kurdistan, which, according to the author, would have led to the dissolution of "feudal forces." It fails to address institutional racism or state violence. While the English edition seemingly attempts to remove this aspect, it retains the developmentalist logic inherited from the original study.