Je m'appelle Europe témoigne de la vie apparemment ordinaire d'un immigré qui s'immerge dans une nouvelle culture. C'est le roman d'une renaissance : découverte d'une autre langue, initiation aux sens cachés derrière les mots et expressions les plus banals, exploration de l'étrangeté fondamentale du statut d'immigré dans une société grecque en proie à de nombreux démons, apprivoisement de l'autre au moment de nouer les premiers liens affectifs dans une nouvelle patrie. Une curiosité insatiable envers tous ceux qui, comme lui, ont dû s'inventer un nouveau moi, un nouveau présent, amène le narrateur à laisser parfois la parole à d'autres migrants, venus des quatre coins du monde et qui racontent leurs parcours souvent extravagants, teintés de désespoir, de résignation ou d'énergie. Les pages de ce roman comptent parmi les plus subtiles qui aient été écrites sur cette expérience si déroutante consistant à changer de langue. Je m'appelle Europe confirme tout le talent que la critique a reconnu à Gazmend Kapllani à la sortie de Petit journal de bord des frontières, son précédent livre. Un talent qui fait de lui l'une des voix les plus précieuses de la littérature européenne contemporaine.
GAZMEND KAPLLANI was born in 1967 in Lushnjë, Albania. In January 1991 he crossed the border into Greece on foot to escape persecution by the communist secret services. In Greece he worked as a builder, a cook and a kiosk attendant, while also studying at Athens University and completing a doctorate on the image of Albanians in the Greek press and of Greeks in the Albanian press. He is now a successful writer, playwright, broadcaster and journalist with a twice-weekly column in Ta Nea, Greece's biggest daily newspaper.
Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από το περιβάλλον του και δεν υπάρχει κακή και καλή φύση, τότε ο Καπλάνι κάπου απέτυχε σε αυτό το βιβλίο. Ο ίδιος, μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα από το 1991, περιγράφει τι χώρα του ως την απόλυτη διαλυμένη κοινωνία, το απόλυτα ολοκληρωτικό κράτος, περιγραφές που ο Κανταρέ (για παράδειγμα) δεν δίνει- αν και αντιφρονών. Και γιατί απέτυχε; Γιατί μια τέτοια κοινωνία θα φτιάξει κακούς ανθρώπους. Άρα δικαιολογείται ο ρατσισμός απέναντί τους; Ο Καπλάνι όμως θέλει να υπερασπιστεί την κατάσταση του και να μιλήσει για τις συνθήκες που συνάντησαν ερχόμενοι στην Ελλάδα- και καλά κάνει και αυτός είναι και ο λόγος που το διάβασα.
Οι εμμονές υπονομεύουν ένα έργο. Κακό βιβλίο. Η δομή του είναι κουραστική: κάθε δυο κεφάλαια αφήγησης της ιστορίας ενός αλβανού μετανάστη, της προσπάθειάς του να ενσωματωθεί μαθαίνοντας όσο γίνεται καλύτερα την ελληνική γλώσσα, συνάπτοντας σχέση με ελληνίδα (την Ευρώπη), διακόπτεται από μια μίνι ιστορία κάποιου μετανάστη από κάποια χώρα του κόσμου που έτυχε να περάσει και από την Ελλάδα. Τίγκα στο στερεότυπο και η βασική και η δευτερεύουσα αφήγηση, αλλά και σε απιστευτότητες, όπως πχ που μιλάει για μια χιλιανή, κάθε άλλο παρά πλούσια, που μετανάστευσε λόγω...Αλλιέντε και όχι Πινοσέτ*! Προφανώς ο Καπλάνι εχθρεύεται κάθε σοσιαλιστική εκδοχή, κάτι το οποίο διαπιστώνεται αμέσως. Είναι εθνικιστής; Κάθε άλλο. Είναι κοσμοπολίτης με την αρνητική έννοια: θαυμάζει κάθε τι δυτικό, την ταυτότητά του δεν την υπερασπίζεται, αλλά την κουβαλάει σαν φορτίο. Πρέπει να ξεπεράσουμε τα κολλήματά του (νιώθεις ότι επαναλαμβάνει τις απόψεις των συναδέλφων του μεγαλοδημοσιογράφων στα ΝΕΑ όπου εκείνος απλά αρθρογραφούσε) και να δούμε το κυρίως θέμα: την δυσκολία ενσωμάτωσης.
Ο Καπλάνι καταφέρνει να παρουσιάσει με πολύ απλή γλώσσα το τι σημαίνει να είσαι μετανάστης στην Ελλάδα τόσο μέσα από τη δική του ιστορία όσο και τις ιστορίες άλλων μεταναστών.
Αρχικά, το γεγονός ότι το μυθιστορηματικό / φανταστικό κομμάτι του βιβλίου «διακόπτεται» από τις αληθινές ιστορίες μεταναστών (από/σε διάφορες χώρες) το βρήκα λίγο ενοχλητικό. Μου φάνηκε σαν ο συγγραφέας να μην είχε εμπιστοσύνη στις αφηγηματικές του ικανότητες. Καθώς όμως προχωρούσα έγινε φανερό ότι ο συγγραφέας έχει κάτι πολύ δυνατό να πει στον αναγνώστη και για αυτόν τον σκοπό προσπάθησε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο: τη φαντασία και την πραγματικότητα, το μυθιστόρημα και την καταγραφή, την ελπίδα και την απόγνωση, το αστείο και το τραγικό, το χιούμορ και τον δοκιμιακό λόγο. Σε αρκετά σημεία το ύφος γραφής, και η θεματολογία, μου θύμισαν τον Βασίλη Αλεξάκη. Δεν μου έκανε λοιπόν εντύπωση που «Η μητρική γλώσσα» του Αλεξάκη αναφέρεται και από τον Καπλάνι (στον επίλογο) ως ένα από τα βιβλία που τον επηρέασαν. Διαβάζεται πολύ εύκολα και «ευχάριστα». Αυτό που μου έμεινε ως τελική αίσθηση είναι πως η Ελλάδα είναι μια χώρα που προσπαθεί παθιασμένα να μικρύνει και να αυτοκτονήσει. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το θέμα των επίδοξων Ελλήνων το κάνει ολοφάνερο.
Καλούτσικο, ευκολοδιάβαστο... Δεν έχω διαβάσει το Ημερολόγιο Συνόρων για να μπορώ να κάνω σχετική σύγκριση. Ωστόσο, πέρα από την εμπειρία μετανάστη του ίδιου του συγγραφέα και τις (πραγματικές ή μη;) ιστορίες διαφόρων μεταναστών που εκτίθενται, το βιβλίο είναι χρήσιμο και ως πληροφοριακή πηγή σχετικά με τον αλβανικό υπαρκτό σοσιαλισμό... Η ανάγνωσή του συνιστάται ιδίως στους θαυμαστές του Εμβέρ Χότζα, μήπως και συνειδητοποιήσουν, έστω και κατόπιν εορτής, από τι γλυτώσαμε. . .
Συμπάθησα τον συγγραφέα ήδη από το "Ημερολόγιο Συνόρων" (το οποίο μου άρεσε περισσότερο). Και σ΄αυτό το βιβλίο ενδιαφέρουσα είναι η οπτική του μετανάστη άπό την Αλβανία για τη χώρα φιλοξενίας (Ελλάδα) στα χρόνια της "ευημερίας"...