'Aλλοτε ζουμ ιν, άλλοτε ζουμ άουτ. Στα νότια Βαλκάνια γενικότερα, σε νομούς, πόλεις, χωριά, κεφαλοχώρια, βατσινιές και λάσπη ειδικότερα. Μεγαλόκαρδα και μικρόψυχα, εμπαθή και ενσυναίσθητα. Πάνω από όλα, με ασυνέπεια και κυκλοθυμία. Τζάμπα διασκέδαση και τζάμπα παρεξηγήσεις με κάποιον μελλοντικό τόκο.
10 στιγμιότυπα μη τουριστικά, ντόπια, τοπικιστικά, από αυτά που, αν δεν είχαν συμβεί, θα έπρεπε να τα εφεύρουμε για να περνάει η ώρα, όταν η τελευταία αρνείται να περάσει και έξω έχει συννεφιά, οι πόρτες παραμένουν κλειστές και το μαγαζί, αν και έχει τζαμαρία, δεν φαίνεται από έξω, γιατί τα μέσα φώτα είναι τέρμα χαμηλωμένα.
Πυκνές καρτ-ποστάλ με αποστολέα κάποιον άλλοτε τουρίστα και άλλοτε ντόπιο. Συχνά και τα δύο ταυτόχρονα.
Μιάμιση ημέρα ξεκαρδιστικής ανάγνωσης, σουρεαλ σκηνικών, που προβάλλουν με τον πιο αληθοφανή τρόπο την καθημερινότητα ανθρώπων, που ίσως και να 'χεις γνωρίσει ή ίσως να είσαι και εσύ ένας από αυτούς... Υπέροχο!
«Είμαστε στο 95. Οι Μέιντεν έχουν βγάλει έναν δίσκο που δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο …()… παρόλα αυτά εγώ αυτό τον δίσκο τον αγάπησα» Πάμε παρακάτω: «Παρασκευή πρωί παρουσιάζομαι. Είναι Παρασκευή πρωί…()… το μέρος που μεγάλωσα, δεν είναι και στα καλύτερά του τα τελευταία χρόνια» Πάμε σε άλλη ιστορία: «Γιατί όντως θα γίνει μλκία από δω και πέρα, και εγώ είμαι αυτός που θα σας περιγράψει αυτή τη μλκια, γιατί δεν αρχίζουμε ποτέ ιστοριες που δεν είμαστε διατεθειμένοι να τις τελειώσουμε.» Και πιο κάτω «Τέλος πάντων, ήρθε το βράδυ, μείναμε λίγοι και λίγες και καλοί και καλές».
Έτσι πάει αυτό το βιβλίο. Μαθαίνεις κανα δυο πράγματα για την περιοχή, κάτι λίγα για τον συγγραφέα, και πιο πολλά για το πως έπρεπε να είναι ο κόσμος. Που δεν είναι όμως. Ούτε εκεί, ούτε πουθενά, κατά τον συγγραφέα, αλλά έπρεπε να αρχίσει να κράζει από κάπου, και το έπιασε από εκεί που τους ήξερε καλύτερα.
Έλεγα καποια στιγμή πως αυτό το βιβλίο πρέπει να το διαβάσουν όλοι αυτοί που παραπονιούνται για τα διόδια, αλλά δεν ξέρουν πως το επαρχιακό οδικό δίκτυο δεν έχει φώτα.
Λάθος τα έλεγα. Πρέπει να το διαβάσουν και αυτοί που ανακάλυψαν το metoo αλλά δεν έχουν δει τι γίνεται στα χωριά της Ελλάδας. Ή δεν θέλουν να δουν.
Κι άλλοι πολλοί. Ας πούμε καποιοι πρέπει να ξεκινήσουν από δω και να διαβάσουν και το Γκρόβερ. Αυτοί που παραμορφώθηκαν στα εξωτερικά και κρεμανταλιασαν στα πανεπιστήμια, δεμένοι στα τηλεφωνα και στη γκετοποίηση των Ελλήνων του εξωτερικού, δεν έκαναν «mingle» ούτε για αστείο, έφυγαν τάχα brain drain και γύρισαν πίσω όπως έφυγαν: χωρις χειροκροτήματα και φλας. Έτσι είναι παιδιά μη σκιάζεστε, για τόσο εισασταν. Καμια εμπάθεια· σκετη πραγματικότητα.
Οι πιθανοι αναγνώστες ωφειλουν ίσως να προειδοποιηθούν πως το κλίμα είναι κολακευτικό για τον άνθρωπο με μέσο ΕQ, αλλά στις βατσνιες ώρες ωρες διαβάζεις γελας και σκέφτεσαι «ε ρα, ε ρα, το ξεχείλωσες, σγα τον κόζμο, τάχα δεν είχαμε και στο χωριό μας χαζοί» που Ισως να μονολογούσε και κάποιος ήρωας του πονήματος ή της περιοχής.
Οι καρτ ποστάλ αυτές εδώ απ´τα Βαλκάνια είναι υπογεγραμμενες, έχουν time stamp, και δεν είναι καθόλου εμπαθείς. Είναι μια μικρή συλλογή από ιστοριες ενός ήρεμου δασκάλου, ενός κυνικού ακαδημαϊκού πιτσιρικά, που παρατηρεί και κρίνει τους ανθρωπους και συγκρίνει τις αντιδράσεις τους. Εμείς απλά ελπίζουμε να γράψει κι άλλες.
Αυτή η συλλογή διηγημάτων είναι, ίσως, το σημαντικότερο έργο του συγγραφέα μέχρι σήμερα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι πρόκειται για ένα σημαντικότατο σύγχρονο έργο, ένας λογοτεχνικός Οικονομίδης χωρίς πρόδηλη βία.
Ο συγγραφέας διατηρεί το στυλ γραφής των προηγούμενων βιβλίων του, διαχειρίζεται την μικρή φόρμα με όμορφο τρόπο που θυμίζει Αμερικανούς συγγραφείς (Κάρβερ και μετά) και επικεντρώνεται στην, μάλλον, αγαπημένη του θεματολογία: Τη βαλκανική ιδιαιτερότητα της βόρειας Ελλάδας, όπως αποτυπώνεται στη γλώσσα, τις συνήθειες, τις οικογενειακές σχέσεις, τις φιλοδοξίες των ανθρώπων, τις αντιλήψεις τους κ.ο.κ.
Όποιος ενδιαφέρεται να αναστοχαστεί πάνω στη βαλκανική του ταυτότητα (με απολύτως σύγχρονους όρους) ας διαβάσει αυτό το βιβλίο. Όποιος, δε, έχει διαβάσει το ομολογουμένως αριστουργηματικό "Γκιακ", σίγουρα θα εντοπίσει τις ομοιότητες: Αν το "Γκιακ" μας ταξιδεύει στη συλλογική μας μνήμη και το παρελθόν, το "Βατσ'νιές" μας καλεί -με χιούμορ και χαμηλόφωνα, όσο χαμηλόφωνα χρειάζεται- να αποδεχτούμε με αγάπη όλα εκείνα τα ταυτοτικά βαλκανικά μας στοιχεία που επιβιώνουν στο σήμερα, αποκαθαίροντάς τα από τα θλιβερά τους κατάλοιπα της μισαλλοδοξίας.
Ανάμεσα σε βατσ' νιές και λάσπες ακολουθεί κανείς το πιο καρποφόρο μονοπάτι προς το σουρρεαλιστικό, αλλά όχι κι εντελώς απίθανο εδώ που τα λέμε, νοτιοβαλκανικό πανόραμα. Ο συγγραφέας αποδεικνύει για άλλη μια φορα τη μαεστρία του στο να αποδίδει με απόλυτα γοητευτικό τρόπο τοπία και γεγονότα που αρχικά ίσως να ήταν αδιάφορα και απαρατήρητα. Εκ παραλλήλου, προκαλεί με ιδιότυπο λεξιλόγιο και εκφράσεις τέρποντας τους γνωσιακούς κάλυκες και ανοίγοντας νέους ορίζοντες προς την ελληνική Άγρια Δύση.Καλό δρόμο και εντζόη γιορ τριπ!
Ο Σ.Χ., με πρόσχημα την ηθογραφία, καταθέτει μερικές (φιλοσοφικές) παραβολές, σε μια μορφή στην οποία μας εκπαίδευσε ο Μπόρχες. Πρόκειται για περιεκτικές αφηγήσεις, ελλειπτικές και σύντομες στο βαθμό που μας επιτρέπει να τις συλλάβουμε και να τις αναπαραστήσουμε στο σύνολό τους εντός μας, να τις πάρουμε μαζί μας φεύγοντας. Την ίδια στιγμή, πρόκειται για σκίτσα αρκετά δουλεμένα, με διαβαθμίσεις, ποικίλους τόνους και επεξεργασμένες λεπτομέρειες ειδικά σε ότι αφορά τα τοπία των αφηγήσεων. Το τοπίο στον Χ. δεν αποτελεί το αδρανές πεδίο επί του οποίου προβάλλεται η δράση. Ντάμια, βατσ΄νιές, λάσπη, κινητήρες, καρέκλες καφενείου, κορίτσια και αγόρια, μπαρμπάδες και μπάτσοι, συνιστούν ένα αξεδιάλυτο σύνολο, όπου τα διαφορετικά συστατικά στοιχεία αλληλεπιδρούν με όρους ισοτιμίας. Ο ευσύνοπτος χαρακτήρας, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα της σύνθεσης μας επιτρέπει να τα χαρακτηρίσουμε αραβουργήματα. Βαλκανικά αραβουργήματα, με Ονομασία Προελεύσεως δηλαδή.
Τα πρόσωπα που δρουν εντός αυτών των βαλκανικών καρτ ποστάλ δεν εκπροσωπούν ανθρώπινους τύπους, ούτε φυσικά φιλοδοξούν φυσικά να αποτελέσουν αρχετυπικούς χαρακτήρες όπως στο μυθιστόρημα. Οι "ήρωες" του Χ. ενσαρκώνουν οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης συνθήκης. Αν ο Φούνες ο μνήμων του αργεντίνου ενσαρκώνει τη λειτουργία της μνήμης (είναι αδύνατο έκτοτε να στοχαστεί κανείς πάνω στον πολύπλοκο μηχανισμό καταγραφής και απόρριψης του ανθρώπινου νου, χωρίς να αισθανθεί μια ειλικρινή συμπάθεια για τον μπορχεσιανό Φούνες), ο Γιωρίκας, οδηγός Ισούζου, ενσαρκώνει την ενεργητική προβολή της Επιθυμίας στην Πραγματικότητα. Και κατά προέκταση την οντολογική υπονόμευση της πραγματικότητας, ως αποτέλεσμα της διάδρασης ατομικής επιθυμίας και συλλογικής σύμβασης. Ο αναποφάσιστος πατέρας των Μαρία1 και Μαρία2 τοποθετείται σχετικά με το φιλοσοφικό πολιτικό ζήτημα της Πράξης. Και ούτω καθεξής.
Η αμφισημία που επιλέγει ο συγγραφέας σχετικά με το ρόλο του αφηγητή (πρόκειται για εξωτερικό, "παντογνώστη" αφηγητή ή για δρώντα με περιορισμένη εποπτεία;), σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις όσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του, πείθουν για το απρόσφορο του ερωτήματος σχετικά με τη φύση της εμπλοκής του. Βρισκόμαστε οριστικά και αμετάκλητα στο λογοτεχνικό πεδίο, είμαστε από την πλευρά της παράστασης. Δηλαδή μέσα στη ζωή.
Το ότι τα παραπάνω ο συγγραφέας επιλέγει να τα συνθέσει σε μορφή και ύφος που προσφέρουν ένα μόνιμο ευφορικό μειδίαμα στον αναγνώστη (όταν δεν ξεσπάει σε δυνατά γέλια) δεν αποτελεί ουδέτερη ή συμπτωματική επιλογή. Ενδεχομένως να μην είναι καν επιλογή. Να πρόκειται απλώς για την ιδιοσυγκρασιακή γενναιοδωρία του ανθρώπου συγγραφέα. Είναι εν τέλει μια πολιτική πράξη: σε περιόδους καταστροφής, η Καλοσύνη και η Τέχνη μπορούν και επιλέγουν να περπατήσουν χέρι με χέρι.
Μια οικεία επιστροφή στα ελληνικά Βαλκάνια, με την οποία δεν γίνεται να μην βρει στοιχεία ταύτισης οποιοδήποτε είχε κοινωνικές ανησυχίες από την εφηβεία. Ευανάγνωστο, χιουμοριστικό, αλλά και εμφανώς πιο ώριμο έργο του συγγραφέα, το μόνο αρνητικό του είναι ο μικρός αριθμός των καρτ-ποστάλ που περιέχει