Μαραθιά Αργολίδας, 1999. Η Μαύρα, κόρη του προεστού του χωριού, δεκαεπτάχρονη κοπέλα- είναι ερωτευμένη με τον συνομήλικο συμμαθητή της Σωτήρη. τα δυο παιδιά ζουν έναν άδολο, τρυφερό έρωτα και ορκίζονται το ένα στο άλλο αιώνια πίστη. Ο πατέρας της Μαύρας όμως προτιμά για γαμπρό του κάποιον κοινωνικά ανώτερο και οι γονείς του Σωτήρη τον στέλνουν να τελειώσει τις σπουδές του στην Αθήνα, με σκοπό ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον. Τα δυο παιδιά χωρίζονται με την πίστη ότι θα βρεθούν πάλι μαζί σύντομα, άλλωστε σε μερικούς μήνες θα είναι και οι δυο ενήλικοι και κύριοι των εαυτών τους. Μετά από κάποιους μήνες, ο Σωτήρης επιστρέφει στο χωριό για να ανακαλύψει: α) ότι μια τρομερή επιδημία έχει χτυπήσει τον τόπο με πολλά θύματα και β) ότι η αγαπημένη του Μαύρα έχει κλεφτεί με κάποιον άλλον.
Μαραθιά Αργολίδας, 2021. Ο Σωτήρης παντρεμένος πλέον με άλλη γυναίκα, αποκατεστημένος επαγγελματικά στην Αθήνα, επιστρέφει ξανά στον γενέθλιο τόπο για να πουλήσει το πατρικό του σπίτι, αφού και οι δυο ηλικιωμένοι γονείς του έχουν πεθάνει χτυπημένοι από την πανδημία του κορωνοιού.
Η Μαύρα δεν είναι στο χωριό αλλά με έναν μυστηριώδη τρόπο βρίσκεται παρούσα σε όλες τις κινήσεις του ζευγαριού.
Ο φόβος και η απομόνωση των επιδημιών, οι δεισιδαιμονίες, οι ενοχές για τις πράξεις μας ηθελημένες και αθέλητες, η ερήμωση της επαρχίας, η μοναξιά, όλα αυτά μπλέκουν μαζί και φτιάχνουν μια υπέροχη ιστορία γεμάτη σασπένς.