Το βιβλίο αυτό, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της σύγχρονης βουλγαρικής λογοτεχνίας, προσεγγίζει με σεβασμό την παγκόσμια καλλιτεχνική δημιουργία αφομοιώνοντας οργανικά τα μηνύματά της. Ο Στάνεβ, με το ανατρεπτικό του χιούμορ, με τη διεισδυτική αλλά και πολυδιάστατη λογοτεχνική του οπτική, δημιουργεί για τον αναγνώστη ένα ενδιαφέρον και ελκυστικό λογοτεχνικό περιβάλλον, μια φρέσκια και ασυνήθιστη ανάγνωση αλλά και μια προσέγγιση της νεωτερικότητας, ένα παράξενο καλειδοσκόπιο από μεταμοντέρνους θα έλεγε κανείς μύθους του Αισώπου, χαϊκού σε μορφή πεζογραφήματος και κλασικές αφηγήσεις.
Людмил Станев е български писател, публицист, сценарист, медик по образование. Автор на книгите „Няма такава книга“, „Неприятният татарин“, „Ненакърнимо“, „Малка нощна приказка“ (награда „Христо Г. Данов“ за детска литература, съвместно с илюстратора Красимир Добрев), „По-малко“, „Приятели мои“, „Рязко“.
Η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα γράφει για την δυσκολία να μεταφράσει το έργο του Στανεβ στα σημεία που χρησιμοποιούνται πάρα πολλά λογοπαίγνια. Αρχικά σκέφτηκα ότι υπερβάλει αλλά μετά διάβασα την πρώτη ιστορία, που οι υποσημειώσεις είναι περισσότερες από το κείμενο, και κατάλαβα..
Παρ'ολα αυτά μου αρεσε. Ο τρόπος που γράφει ο Στάνεβ, ανάλογα με το διήγημα μπορεί να είναι αιχμηρός, αστείος (πολύ αστείος), συγκινητικός, αλληγορικός, ειρωνικός, επικριτικός, σατυρικός, αυτοσαρκαστικός, ακαταλαβίστικος (πολύ ακαταλαβίστικος).
Πρωτότυπος αυτός ο πρωτότυπος (στις ελληνικές εκδόσεις) τύπος! Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα (στο...περίπου) διαβάζοντας τα διηγήματα του Στάνεβ. Ο Βούλγαρος συγγραφέας δημιουργεί ιστορίες ή εκφράζει την οπτική του χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία (και καλά κάνει), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αποσπασματικός και ανερμάτιστος στις σκέψεις του. Κάνει έξυπνο, σαρκαστικό χιούμορ συνδέοντας πραγματολογικά στοιχεία με μπόλικο σουρεαλισμό ενώ δεν λείπουν πότε πότε και οι τάσεις ντανταϊσμού! Άλλες φορές σατιρίζει χωρίς να λαμβάνει υπόψη του κοινωνικοπολιτικές συμβάσεις (όπως πρέπει, δηλαδή) κι άλλες φορές βγάζει μία χαμογελαστή απογοήτευση ή έναν χαμηλότονα πικρό λυρισμό. Νιώθω πως το βιβλίο αυτό, όταν μεταφράζεται, χάνει ένα 20% της δυναμικής του, καθώς φαίνεται να υπάρχουν πολλές σαρκαστικές/καυστικές μεταφορές και λογοπαίγνια σε ιστορικά και λογοτεχνικά γεγονότα και πρόσωπα της γειτονικής μας χώρας, τα οποία απαιτούν βιωματική μνήμη ή έστω στοιχεία εθνικής συνείδησης. Η έντονη και αξιέπαινη προσπάθεια της μεταφράστριας να γεφυρώσει αυτό το αναπόφευκτο χάσμα μεταξύ συγγραφέα και αλλοδαπού αναγνώστη, από τη μία καταφέρνει το σκοπό της σε μεγάλο βαθμό, από την άλλη έχει το κόστος μιας κάποιας κούρασης που πιθανώς προκαλεί στον αναγνώστη. Ειδικά στο πρώτο μισό του βιβλίου οι παραπομπές είναι ίσως υπερβολικά πολλές ή υπερβολικά αναλυτικές (από καλή πρόθεση ασφαλώς) με αποτέλεσμα να χάνεται αρκετά εύκολα ο ειρμός της ανάγνωσης, αν κάποιος μπει στη διαδικασία να εξετάζει κάθε παραπομπή που συναντά στον δρόμο του. Συνοψίζοντας, γίνεται φανερό σε όλο το εύρος του βιβλίου ότι ο Στάνεβ γράφει με κέφι για την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής και για αυτό το λόγο προκαλεί και το κέφι του αναγνώστη. Το πηγαίο και ιδιαίτερο χιούμορ του φανερώνει λογοτεχνική παιδεία και κοινωνικό-πολιτική επίγνωση (όχι μόνο της Βουλγαρίας) και καθιστά τη συλλογή διηγημάτων ένα έξοχο ανάγνωσμα, πέρα από τα συνηθισμένα.