Μια µετακόµιση στη δυτική πλαγιά του Λυκαβηττού. Ένα ξαφνικό πέρασµα από το καλοκαίρι στον χειµώνα. Περιπέτειες της ψυχής. Στο σκιερό πίσω κηπάκι, πετάει χαµηλά κι ένα καινούριο είδος πουλιού που εµφανίστηκε µετά τις πυρκαγιές. Μερικοί φοβούνται πως διαβάζει τις σκέψεις. Άλλοι ότι τρέφεται µε ψηφιακά ψίχουλα ψυχών. Τα απόβραδα ένας ευτραφής κύριος φωνάζει: «Βοήθεια, νυχτώνει!». Ο Ερµής σίγουρα αφαιρέθηκε, ξέχασε αφύλαχτη µια τρύπα στην άσφαλτο – ένα πέρασµα που ενώνει τον πάνω κόσµο µε τον κάτω. Από εκεί µπαινοβγαίνουν η κυρία Τασία –µια µοδίστρα πεθαµένη εδώ και χρόνια– κι ο άσπρος γάτος της ο Γουλιέλµος ΚαταΒάθος. Αυτοί οι δύο, που ισχυρίζονται ότι έχουν ανοίξει Γραφείο Ευρέσεως Φαντασµάτων, στην αρχή µοιάζουν µε κλασικό ντουέτο κατεργαραίων. Τελικά όµως πρόκειται για µεγάλους καταφερτζήδες που θα στήσουν, για χάρη της ηρωίδας µας, το δείπνο της Εκάτης στο πίσω κηπάκι µε τα φλύαρα φυτά. Πόσα από αυτά θα χωρέσουν άραγε σε ένα τόσο µικρό βιβλίο... Τώρα που στους καιρούς µας η συγγραφέας είναι κι αυτή αδύναµη σαν την ελπίδα.
Το βιβλίο αυτό το πήρα λόγω τίτλου. Αυτό εκεί το καταβάθος (ΚαταΒάθος όπως έμαθα αργότερα ότι γράφεται) του Γουλιέλμου κάτι μου έκανε! Και πράγματι, τι περίεργο που ήταν! Κοντά στο νέο σπίτι της αφηγήτριας μας, δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών, υπάρχει μια χαραμάδα μεταξύ της ασφάλτου του δρόμου και του πεζοδρομίου. Από αυτή την χαραμάδα βγήκε μια μέρα η κυρία Τασία, ενώπιων της αφηγήτριας μας. Όσο ήταν ακόμη ζωντανή, η κυρία Τασία ήταν μοδίστρα και της έραβε τα φορέματα των ΑποΧαιρετισμών, μα τώρα, που έχει χρόνια πεθαμένη, μαζί με τον λευκό γάτο της, τον Γουλιέλμο Καταβάθος, έχουν ανοίξει ένα Γραφείο Ευρέσεως Φαντασμάτων. Οι δύο γυναίκες συζητούν για το παρελθόν, η ηρωίδα μας λέει στην κυρία Τασία ιστορίες του καλοκαιριού, τότε που είχε ακόμη φως και ζέστη και ζωή και η κυρία Τασία ψάχνει και της βρίσκει φαντάσματα. Τα δικά της φαντάσματα, πρόσωπα από το παρελθόν της, να τους καλέσει στο δείπνο της Εκάτης που θα λάβει χώρα στον κήπο του σπιτιού της.
Το μικρό αυτό βιβλιαράκι, που διάβασα μέσα σε μια μέρα είχε ένα κάτι που δεν μπορώ να προσδιορίσω. Είχε μια μελαγχολία, μια θλίψη. Ήταν ένα βλέμμα προς τα πίσω κι ένας μικρός αναστεναγμός. Είχε μια γραφή φανταστική, ρέουσα και ποιητική. Μην πω ψέματα, ήθελα λίγο ακόμη.
Την Μαρία Μήτσορα, δεν την ήξερα, αυτή ήταν η πρώτη μας γνωριμία. Μα δεν θα την ξεχάσω, θα την αναζητήσω ξανά, ωραία τα είπαμε!
Τόσο όμορφο και κομψό. Χωρίζεται σε 4 μέρη. Μια άσκηση ζωής της Μαρίας Μήτσορα που θυμίζει λίγο αυτοβιογραφια αλλά δεν είναι. Κάπου μεταξύ φανταστικού και πραγματικότητας. Κι όμως ίσως αρκετοί από εμάς ίσως να έχουμε κάνει τις ίδιες ασκήσεις, διαδρομές και σκέψεις. Κάπου να βρήκαμε ή να εφευρημαμε τον Γουλιέλμο και την κύρια Τασία και να καλέσαμε τα δικά μας φαντάσματα. ΥΓ το ωραιότερο δώρο παραμονής Χριστουγέννων για μελαγχολική κι ωστόσο αέρινη νύχτα
Η Κυρία Μητσορα είναι μια εστέτ,και σαν εστέτ που είναι μας πετάει βιβλία πολύβολα που είτε θα τα στρέψεις επάνω σου και θα ξεμπερδεψεις μια και καλή με το αβάσταχτο φορτίο του ελλειματικου σου ευατου,κι από την άλλη μπορείς να ξεμπερδεψεις μια και καλή με τους μαλακες,είτε θα τα στρέψεις στους άλλους, δηλαδή όπως και να το δεις γλυτώνεις από όλα, από κάθε άποψη
Αλλά άμα φύγεις πώς θα διαβάζεις,από που θα διαβάζεις τέτοια γαμάτα βιβλία;
Να κάνω μία παρένθεση τώρα, εντελώς άσχετη: γιατί όσοι κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας δεν τους πετυχαίνει; Μήπως είναι λίγο ανέτοιμοι η δεν έχουν διαβάσει ακόμη Μητσορα και Ζατελη;;
Ότι και να ναι παιδιά πάντως καθυστερήστε το, γιατί μπορεί να μην αγαπάτε τα βιβλία, αλλά άμα διαβάσετε αυτό μπορεί να αγαπήσετε μια ιντσα παραπάνω τον εαυτό σας
Σας το υπογράφει μια γυναίκα που γράφει την ατάκα βοήθεια νυχτώνει. Δεν είναι και λίγο.Σας αφήνω να το σκεφτείτε.
Ούτε η κυρία Τασία ούτε ο Γουλιέλμος είναι δύο συνηθισμένοι χαρακτήρες διηγημάτων. Αλλά και το ίδιο το βιβλίο της Μήτσορα, στο σύνολό του, δεν περιέχει επουδενί μια συνηθισμένη ιστορία. Πρόκειται πιθανώς για ένα είδος σουρεαλιστικής ανασκόπησης της ζωής της συγγραφέως, με μία γραφή που δύσκολα θα θυμίσει κάποιον άλλο σύγχρονο συγγραφέα αλλά και που κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παραληρηματική. Πολλές φορές, ακόμα και δύο συνεχόμενες περίοδοι της ίδιας παραγράφου, μοιάζουν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Ειδικά προς το δεύτερο μισό του βιβλίου, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με διάσπαρτες ψηφίδες εμπειριών, συναισθημάτων, φόβων, πόθων του παρελθόντος(;) της αφηγήτριας που αποδίδονται με διάφορα εννοιολογικά σχήματα τα οποία ουδεμία σχέση θέλουν να έχουν με τον ρεαλισμό, η δε συνοχή τους επαφίεται σχεδόν αποκλειστικά στην αναλυτική ευχέρεια του αναγνώστη. Κατά την προσωπική μου άποψη, σε ένα τέτοιο λογοτεχνικό ύφος ελλοχεύει πάντα το ενδεχόμενο να αποστασιοποιηθεί υπερβολικά το έργο από τον αναγνώστη, κατά μία έννοια να αδιαφορήσει για την σύνδεσή του με αυτόν, και να καταστεί εντελώς εσωστρεφές (ήθελα να γράψω, εγωκεντρικό, αλλά μάλλον είναι υπερβολή). Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως σε κάποια κομμάτια αυτό όντως συμβαίνει και ίσως δημιουργεί μια σχετική δυσφορία κατά την ανάγνωση αλλά σε γενικές γραμμές η λογοτεχνικότητα επικρατεί και παράγει ένα αξιοσημείωτο ανάγνωσμα.
σαν βόλτα στην αθήνα κι εκδρομή στο πήλιο και το βόλο, σαν αποχαιρετισμός σε μια αυλή, σαν ιστορίες με ήρωες σκυλιά, γατιά, αρκούδες, αλεπούδες. σαν το κοίλο τμήμα μιας στιγμής
🐢🌿
«μέσα σε όλες τις χαραμάδες κάτι ζει. κι είναι όλα αυτά πάρα πολλά για μένα, γιατί φοβάμαι να είμαι ολόκληρη» * «κάτω από την κληματαριά το άγχος μου φαίνεται φωτοδιαλυτό.» * «είθε, σκέφτομαι, τα ζώα με τις απλές ανάγκες τους να μπορούσαν να μου δείξουν το δρόμο προς τα πίσω.»
"μέσα σε όλες τις χαραμάδες κάτι ζει. και είναι όλα αυτά πάρα πολλά για μένα, γιατί φοβάμαι να είμαι ολόκληρη."
🐈⬛
"κλείναμε τις σόμπες και τα μέτωπά μας καίγανε. όταν έβρεχε, άνοιγα τις τζαμαρίες περιμένοντας χρησμούς από τους κεραυνούς, προσκαλώντας τις αστραπές να έρθουν μέσα και να τα κάνουν όλα στάχτη, πριν τα ξεβάψει το φως του καλοκαιριού."
🐈⬛
[ένα βιβλίο σαν σταγόνα αίμα από κομμένο δάχτυλο πάνω στο μισό μήλο ή ένα βιβλίο για φαντάσματα, γάτες και αυλές γύρω από τον λυκαβηττό.]
Θα σου μιλήσω στη δική σου γλώσσα, ή τουλάχιστον στη γλώσσα που ένιωσα να διαβάζω εγώ γραμμένη μέσα στις σελίδες του βιβλίου σου. Δυσνόητη η γραφή σου, χαρίζεις, απλόχερα(;), τα επτασφράγιστα μυστικά σου -καθόλου τυχαία η επιλογή της σύνθετης λέξης- και λες "Ορίστε! Εγώ στα 'δωσα! Το αν θα τα αποδικωποιήσεις εσύ είναι ένα άλλο θέμα!" Το μυαλό σου ένα δύσβατο μονοπάτι, δεν ξέρεις πού είναι η αρχή και πού το τέλος, τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, πού κυριαρχεί ο ρεαλισμός και πού η Μαρία και όσα συμβαίνουν μέσα της και έξω της. Έπιασα την εαυτή μου να διαβάζει ακόμη και αντίστροφα τις σκέψεις σου κι εκεί κάποιες φορές να ξεκλειδώνεται ακόμη πιο εύκολα ο κόσμος σου και τα στοιχεία ή τα στοιχειά του, άραγε ποια λέξη θεωρείται πιο ακριβής; Με στοίχειωσε η "μαγικότητα" των λέξεων σου και όσα γέννησε μέσα μου! Ένιωσα να διαβάζω ένα βιβλίο χιλιάδων σελίδων• πώς κατάφερες και χώρεσες τόσα συναισθήματα, ακόμη δεν το έχω καταλάβει!
Τι βιβλίο! Γεμάτο αίνιγμα, μούχλα διατηρητέα και βρωμοκαρυδιές που τρώνε τσιμέντο. Μόνο η Μήτσορα θα μπορούσε να το είχε γράψει ή μια γάτα ή ένας σκύλος με βαριά κρίση ταυτότητας.
Αιθέριο, τρυφερό, απροσδόκητο, το μυθιστόρημα της Μήτσορα συνεπαίρνει τις αισθήσεις του αναγνώστη με τις υφές, τα χρώματα, τις μυρωδιές που αναδύονται από τις σελίδες του και τον ταξιδεύει σε έναν κόσμο νοσταλγίας και αποδοχής.
Η αφηγήτρια, με φρέσκα ακόμα τα σημάδια μιας μετακόμισης στην ψυχή της, φαίνεται συνεχώς να μνημονεύει. Την παλιά της αυλή, αναφορά στην χαμένη αθωότητα, τις βόλτες που έκανε, τις γάτες με τα ονόματα, τους ανθρώπους που έφυγαν δίχως να προλάβει να τους πει όσα όφειλε στον εαυτό της.
Μα πάνω απ’ όλα μνημονεύει μια εποχή μαγείας και θαύματος.
Δεν μου άρεσε καθόλου. Του έδωσα και δεύτερη ευκαιρία σε περίπτωση που δεν ήμουν εγώ σε καλή περίοδο. Τα δύο αστέρια γιατί εντόπισα μερικές προτάσεις που έκρυβαν κάποιες βαθιές σκέψεις.