«Αυτή τη φορά ο Μεγαλέξανδρος ξεκίνησε από τον Νείλο. Η δύναμή του ήταν το έργο, το βασίλειό του ήταν το πνεύμα, η ομορφιά του ήταν η τέχνη».
Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν μια πολυσύνθετη προσωπικότητα που δεν χωρούσε σε κουτάκια. Διέθετε εξαιρετική ευστροφία που τον οδηγούσε πάντα με επιτυχία στο επόμενο στάδιο. Μέχρι το 1976, τήρησε πιστά την εντολή «Αύξου αεί», που του έδωσε ο πνευματικός του πατέρας, Άγγελος Σικελιανός.
Στην τελευταία φάση όμως, η πυξίδα του έχασε τον αληθή Βορρά. Αποφάσισε να εγκαταλείψει την Καλυψώ, αρνούμενος το δώρο της αθανασίας που του προσέφερε και επέλεξε την επιστροφή στην Ιθάκη, που δεν του δώριζε παρά έναν «εσφαλμένο και απατηλό προορισμό». Έτσι, ο άσωτος υιός, ο επαναστάτης, επέστρεψε στην Ελλάδα, μία χώρα που έμελλε να γίνει για εκείνον ο τόπος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του.
Λόγια και μαρτυρίες χωρίς ντοκουμέντα, κοσμούν συχνά, ακόμα και σήμερα, διάφορα έντυπα, ενώ ανυπόστατοι ισχυρισμοί αναπαράγονται ανεξέλεγκτα και με μεγάλη ευκολία, συντηρώντας εις το διηνεκές φαιδρές φαντασιοπληξίες. Έχοντας αφήσει να αιωρείται μία ανεκπλήρωτη υπόσχεση, η Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα, ανιψιά του Αλέξανδρου Ιόλα, διηγείται την εμπεριστατωμένη ιστορία της ζωής του, καταρρίπτοντας μύθους και παρουσιάζοντας τον Άνθρωπο πίσω από τον Μύθο.
Η Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Κλινική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εξειδικεύτηκε στην Οικογενειακή Θεραπεία και ίδρυσε το Θεραπευτικό Εργαστήρι Οικογενειακών Σχέσεων, στο οποίο πρωτοστάτησε για 25 χρόνια. Την ενδιέφερε ιδιαίτερα το εκπαιδευτικό κομμάτι και διεξήγαγε Κλινικά Προγράμματα Συστημικής Προσέγγισης καθώς και Αξιολογήσεις Προσωπικότητας σε φοιτητές ψυχολογίας. Μέχρι σήμερα αφιερώνει τον χρόνο της στην εποπτεία ψυχοθεραπευτών. Από το 2018 ασχολείται και με τη συγγραφή. Το παρόν βιβλίο είναι το πρώτο έργο της που δημοσιεύεται.
Δεν πρόκειται περί βιογραφίας. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι περισσότερο ένας φόρος τιμής (και ενοχής) της ανιψιάς προς το θείο της, ορισμένως είναι κι ένα λεύκωμα με πληροφοριακό υλικό για την επαγγελματική κυρίως δραστηριότητα του Ιόλα, επιστολές δικές του κι άλλες, φίλων και γνωστών του, δημοσιεύσεις στον τύπο, η οικογενειακή ιστορία της οικογένειας Κουτσούδη και δυστυχώς υπάρχει κι ένα κομμάτι όπου ασχολείται εξαντλητικά με τις δικαστικές διαμάχες της Κουτσούδη -Ιόλα με τη θεία της σχετικά με τα κληρονομικά για το οποίο αφιερώνονται 33 ολάκερες σελίδες (κεφ. 14-15) ενώ για τα έτη 1923-1944 (κεφ.6) της ζωής του Ιόλα αφιερώνει 25 σελίδες. Κι αυτές οι δύο δεκαετίες είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση τόσο της προσωπικότητάς του όσο και για τις πρώτες γνωριμίες και επαφές του με τους κοσμικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους μέσα από τους οποίους θα προκύψουν πολλές από τις μελλοντικές του συνεργασίες, όταν πλέον εγκαταλείπει το χορό και γίνεται γκαλερίστας και art dealer.
Για τον ίδιο τον Ιόλα σχημάτισα την εντύπωση ενός ανθρώπου όπου μπορούσε να είναι υπέροχος με εκείνους που αγαπούσε, εκτιμούσε και σεβόταν και φριχτός με εκείνους που με τα δικά του υποκειμενικά κριτήρια θεωρούσε ως... δευτεράντζες; Είχε κι αυτός τα θέματά του. Προφανώς το γεγονός ότι ο ίδιος υποχρεώθηκε να βάλει στο περιθώριο τον εαυτό του και να υποστεί την συγκαταβατική περιφρόνηση που κρύβεται πίσω από την ανοχή ενός κόσμου για τον οποίο gay σημαίνει οτιδήποτε παρεκκλίνει του φυσιολογικού, είχε επιπτώσεις στην συμπεριφορά του και στον τρόπο που αντιμετώπιζε τους άλλους. Γιατί ένας άνθρωπος που δεν του επιτρέπεται να ζήσει ανοιχτά ως ο εαυτός του, να είναι περήφανος για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος που δεν εισέπραξε ουσιαστική αποδοχή από την οικογένειά του και το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον συχνά καταλήγει να ακροβατεί ανάμεσα στην απαξίωση και την αυτοαπαξίωση.
Το κομμάτι που περιγράφει τα χρόνια όπου ξεκίνησε τις συνεργασίες του με τις γκαλερί, τις εκθέσεις, τους καλλιτέχνες και τους συλλέκτες είναι το πλέον κατατοπιστικό. Στο χρηματιστήριο της τέχνης ένας καμβάς είναι μια μετοχή. Την αγοράζεις τόσο και την πουλάς τόσο κι άλλο τόσο. Προκειμένου να κλείσεις με κέρδη και να αποφύγεις τις ζημίες πρέπει να έχεις κάποιον που να πιστεύει, να πιστεύει με πάθος, πως αυτός ο καμβάς αξίζει το δεκαπλάσιο της τωρινής του αξίας και να μπορεί να πείσει και τους άλλους πως έτσι έχουν τα πράγματα. Σε αυτό ακριβώς ήταν καλός ο Ιόλας, σε αυτό διέπρεψε. Μπορούσε να σε κάνει να παθιαστείς με ό,τι ήταν ερωτευμένος εκείνος. Να θες να το κάνεις δικό σου και να μη λογαριάζεις τίποτα προκειμένου να το αποκτήσεις. Όσοι έχουν χρήματα γίνονται συλλέκτες. Και οι υπόλοιποι; Τι να κάνει κάποιος που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα;
«Ε τότε ας τα κλέψει!»
Όπερ και εγένετο. Αν κι εδώ που τα λέμε, αν ισχύουν τα λεγόμενα της συγγραφέως (βασικά του συζύγου της) τα καλύτερα κομμάτια πρόλαβε και τα σήκωσε η θεία. Μέχρι και τον μπουφέ πήρε (σελ. 278). Βρε τη θεία... Μετά τη θεία το χάος.
Μείον ένα αστέρι γιατί ένας μεγάλος αριθμός από τις φωτογραφίες που παρατίθενται στο βιβλίο είναι υπερβολικά μικρές σε μέγεθος και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα. Δια του λόγου το αληθές, ιδού μια σελίδα με φωτογραφίες σε αντιπαραβολή με ένα γραμματόσημο από τα ΕΛΤΑ.
Η Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα, ανιψιά του σημαντικού τεχνοκριτικού και συλλέκτη Αλέξανδρου Ιόλα, έγραψε μια βιογραφία του αγαπημένου της θείου, βασισμένη όχι μόνο στις αναμνήσεις της αλλά και σε αρχειακά τεκμήρια. Η πολύπλευρη, ελκυστική του προσωπικότητα, που την είχε μαγέψει από μικρή ηλικία, της έδωσε την έμπνευση και το έναυσμα ώστε να στήσει τη ζωή του από την αρχή και με όλες τις ποικίλες πλευρές της προσωπικότητάς του. Ήδη από την Αφιέρωση, στην αρχή του βιβλίου, παραδέχεται πως έπρεπε να εκπαιδευτεί από πολύ νωρίς να παρατηρεί και να μεταφράζει τις αντικρουόμενες πλευρές του και να κατανοήσει τα λεγόμενά του μόνο αν τον γνωρίσει σε βάθος χρόνου και καταφέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές των διηγήσεών του.
Η ιστορία της ζωής του Κωνσταντίνου Κουτσούδη (μεταγενέστερα Αλέξανδρου Ιόλα) ξεκινάει από το μακρινό 1881 όπου γεννήθηκε ο πάππους Ανδρέας Κουτσούδης κι έφυγε μικρός από τη Χίο για να δουλέψει στην Αίγυπτο. Ασχολήθηκε με το εμπόριο βαμβακιού και η οικογένεια που δημιούργησε δίνει την αφορμή στη συγγραφέα να περιγράψει συνοπτικά την ιστορία του ελληνισμού της Αιγύπτου ώστε να δείξει τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις οποίες διέπρεψε ο παππούς της και μεγάλωσε ο θείος της. Οι αναμνήσεις της δίπλα στον Ιόλα είναι συγκινητικές και γραμμένες με σεβασμό και ταυτόχρονα με λυρισμό. Η γραφή της κυλάει αβίαστα και οι λεπτομέρειες που πλαισιώνουν ή / και τεκμηριώνουν το κείμενό της αντί να κουράζουν δημιουργούν μια σφιχτοδεμένη πλοκή γεμάτη ενδιαφέροντα γεγονότα και έναν αέρα εστετισμού. Εξίσου παραστατικά με την Αίγυπτο αποδίδεται και η Αγία Παρασκευή του 1948-1950, όπου η οικογένεια άρχισε σταδιακά να εγκαθίσταται. Το σπίτι τους είναι το κτήριο όπου θα μείνει ο Ιόλας μετατρέποντάς το θεαματικά από το 1971 με τις αλλαγές και τις προσθήκες που θα το μετατρέψουν σ’ ένα πολύτιμο μουσείο τέχνης. Η συγγραφέας παραμένει πιστή θεματοφύλακας της αλήθειας και δε διστάζει να κατηγορήσει όσα έχουν κατά καιρούς ειπωθεί ως ανυπόστατους ισχυρισμούς και φαντασιοπληξίες.
Είναι εντυπωσιακή η παρομοίωση της ζωής του συλλέκτη με το σπίτι του: «Ξεκίνησε με μικρά βήματα να παίρνει μορφή, να αλλάζει σταδιακά εικόνα, για να φτάσει στην κορυφή και μετά να ακολουθήσει η ραγδαία πτώση» (σελ. 116). Ο παρορμητικός μαχητής από την αρχή ακολούθησε τα δικά του «θέλω». Χορευτής στη Γερμανία και τη Γαλλία του 1930, μετανάστευσε το 1935 στην Αμερική και ακολούθησε μια σημαντική πορεία, ώσπου το 1945, θεωρώντας τον εαυτό του αρκετά μεγάλο για τον χορό, ξεκίνησε να διερευνά έναν τρόπο μετάβασης προς την Τέχνη. Ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου πολλοί Ευρωπαίοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες έφταναν στην Αμερική κι έτσι ο Ιόλας έκανε το πρώτο του βήμα: συνίδρυσε τη Hugo Gallery, την πρώτη γκαλερί της Νέας Υόρκης. Ως το 1962 που δημιούργησε τον δικό του χώρο η πορεία του τον φέρνει σε επαφή με σημαντικά ονόματα της εποχής και των συναφών χώρων κι έτσι θέτει τα γερά θεμέλια της λαμπρής του πορείας. Αμερική και τελικά (ή επιτέλους) Ευρώπη τον αγκαλιάζουν. Επιστολές, δημοσιεύματα, συνεντεύξεις συμπληρώνουν την αφήγηση της συγγραφέως: «Είχε μια ευστροφία που τον οδηγούσε με επιτυχία στο επόμενο στάδιο, άλλοτε με αργό και άλλοτε με ταχύ ρυθμό, αλλά ο βηματισμός ήταν σταθερός προς τον στόχο που είχε χαράξει» (σελ. 249).
Τα χρυσά χρόνια της δεκαετίας του 1960 αντικαθίστανται από τα δύσκολα, «βρώμικα» του 1980, όπου ο Ιόλας δέχτηκε απίστευτη «λάσπη» για αρχαιοκαπηλία, με αποτέλεσμα η συγγραφέας να φορτιστεί συναισθηματικά και να αφήσει πλέον τον σύζυγό της, Γκυ Νατάν, να συνεχίσει με τα γεγονότα μετά τον θάνατο του θείου της, αφού δεν έχει την ψυχολογική φόρτισή της κι έχει φυλάξει με επιμέλεια όλα τα αρχεία από Αμερική και Ελλάδα. «Με τη γνωστοποίηση του θανάτου του Ιόλα, ξέσπασε θύελλα. Τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με ρυθμό πολυβόλου. Διεκδικήσεις από πιστωτές, καλλιτέχνες, τεχνίτες, δικηγόρους, την εφορία, την Αρχαιολογική Υπηρεσία… Όλοι μπήκαν στον χορό. Ασφαλιστικά μέτρα, δικαστήρια, αντεγκλήσεις, δημοσιογράφοι αλαφιασμένοι να μάθουν για τον αμύθητο θησαυρό που άφησε πίσω του…» (σελ. 272). Πόσο στενοχωρέθηκα που η λαμπρή αυτή πορεία αντικατεστάθη από δίκες, αγωγές, μηνύσεις μετά τον θάνατό του και μάλιστα σε διπλό μέτωπο, σε Ελλάδα και Αμερική. Κρίμα, κρίμα, κρίμα…
Η βιογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα είναι αντικειμενική, ακριβοδίκαιη, τεκμηριωμένη, λεπτομερής και παραστατική. Η ζωή του μαικήνα της τέχνης ξεδιπλώνεται με όλα τα λάθη αλλά και τις επιτυχίες του, με την ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και το άδοξο τέλος της φήμης του. Το βιβλίο συμπληρώνεται από πρόλογο του γκαλερίστα Adrian Dannatt, ευχαριστίες της συγγραφέως, πλήθος οικογενειακών και όχι μόνο φωτογραφιών, ιδιόχειρες επιστολές, έγγραφα και άλλα πιστοποιητικά, κατάλογο των δωρεών του συλλέκτη, λίστα των εκθέσεών του, καθώς και γενεόγραμμα της οικογένειας Αλέξανδρου Ιόλα. Επιτέλους, με αυτό το βιβλίο έγινε η αρχή για μια σωστή και ουδέτερη μελέτη της πολυσχιδούς προσωπικότητας που άλλαξε το χρηματιστήριο της τέχνης.
Ο θείος μου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΛΑΣ, Ο άνθρωπος πίσω από τον Μύθο Συγγραφέας/Author: Ελένη Κουτσούδη- Ιόλα Εκδόσεις/Publication: Μinoas Σελ./p.g.:431
''Συνεπώς, έτσι τελειώνει, αναπόφευκτη είναι τελικά η εξαφάνιση των πάντων, η διάλυση, στιγμή στιγμή, αιώνων και εποχών, ακόμα και των σημαντικότερων ονομάτων και βασιλείων. Μέχρι τώρα είχαμε τα εναπομείναντα έργα τέχνης, αγάλματα και πίνακες, ακόμα και σχέδια, και τώρα έχουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας, το βάρος του κόσμου σε ένα χέρι, τις λέξεις, λέξεις που ξανά θα επιχειρήσουν να ξεπεράσουν την άμεση αμνησία και την εκούσια άγνοιά μας, τη ζωή, μια ζωή που θα εδραιωθεί για μερικά χρόνια ακόμα.''
''Μεταξύ μας υπήρχε ένας σιωπηλός, αμοιβαίος σεβασμός. Εγώ τον αποδεχόμουν και τον αγαπούσα χωρίς αναστολές. Το ίδιο κι εκείνος. Στα κοινά μας ταξίδια, μου μιλούσε για τη ζωή και μου παρείχε τροφή για νέες σκέψεις.''
Περίληψη: Το βιβλίο αποτελεί ένα ντοκουμέντο της ζωής του Αλέξανδρου Ιόλα, από την ανηψιά του κα Ελένη Κουτσούδη- Ιόλα. Ο Αλέξανδρος Ιόλας αποτέλεσε απο τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο που αντικατοπτρίζει ακριβώς την προσωπικότητα αυτή:
''Έφυγε την κατάλληλη στιγμή από την Αίγυπτο, αφού δεν έβρισκε διέξοδο σε αυτά που ονειρευόταν. Έφυγε από την Ελλάδα όταν πήρε τα εφόδια που του ήταν απαραίτητα. Έφυγε από την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1932, πριν εγκατασταθεί ο Χίτλερ στην Καγκελαρία... Αναχώρησε για τη Γαλλία, ενώ ήδη είχε αρχίσει να στοχέυει την Αμερική ως νέο προορισμό. Έγινε Αμερικάνος υπήκοος, μεταπήδησε από τον χορό στην Τέχνη. Έχτισε το οικοδόδημα της Νέα Υόρκης και στη συνέχεια πήρε το ρίσκο να απλωθεί ανά την Ευρώπη, σε διάφορες πόλεις.''
Κριτική: Το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στον θείο της συγγραφέως. Σε όλη τη διήγηση επικρατεί η αίσθηση της νοσταλγίας. Η συγγραφέας καταφέρνει να σε μεταφέρει σε εκείνη την εποχή, της Αγίας Παρασκεύης, του Παρισιού, της Αμερικής. Πέρα απο τις αναμνήσεις της από τον θείο της- το οποίο αποτέλεσε το αγαπήμενο μέρος της αφήγησης για εμένα, μας παραθέτει μαρτυρίες, γράμματα, ιατρικές γνωματεύσεις και πολλές πολλές φωτογραφίες τις οποίες κοιτούσα λεπτομερώς κάθε φορά.
Ένα βιβλίο, μια ιστορία που κυλάει πολύ εύκολα και με πολύ ενδιαφέρον.
Σκέψεις: Και σκέπτομαι εγώ τώρα για ακόμα μια φορά, τη μαγεία του γραπτού λόγου. Η συγγραφέας αποφάσισε να γράψει για την συναρπαστική και μοναδική ζωή του θείου της και αυτό το βιβλίο κατέληξε στα δικά μου τα χέρια.
Δέθηκα ιδιαίτερα με την αναδρομή που έκανε η συγγραφεάς στην Αγία Παρασκεύη εκέινων των δεκαετίων καθώς αποτελούσε την Αγία Παρασκεύη που μεγάλωσε ο παππούς μου και ήταν σαν να έβλεπα εκείνη την εποχή όπως την έβλεπε και εκείνος.