Ένα ζεν αστείο για τον χρόνο. Αν και με τον χρόνο καλό είναι να μην κάνει πλάκα κανείς, συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο, και η διαπίστωση είναι πάντα πικρή, σαν σε φιλμ νουάρ. Είναι, λοιπόν, ο «Δρόμος του Κεραυνού» ένα ζεν νουάρ μυθιστόρημα για τον χρόνο; Μάλλον για τον χρονισμό καλύτερα. Ο κεντρικός ήρωας γυρεύει το ντίνλο, εκείνο το θαυματουργό σωματίδιο που ορίζει τη σωστή στιγμή για να κάνει κάποιος αυτό που θέλει. Και όταν το βρίσκει, συνειδητοποιεί ότι τελικά δεν ήξερε τι ήθελε. Τέλος πάντων, θα είναι πάντα περίπλοκη η σχέση του τι θέλει ένας άνθρωπος με το πότε το θέλει, και από κάτι τέτοια γεννήθηκε και η λογοτεχνία, για να τακτοποιεί αυτά τα πράγματα. Με σχετική επιτυχία… Έτσι γεννήθηκε και Ο Δρόμος του Κεραυνού. Κάποιοι σπινθήρες, κάποια τρελαμένα αμπέρ από τη ρήξη του συνεχούς ρεύματος πέρα εκεί, στο βάθος αυτού του δρόμου, ενίοτε μπορεί και να μας πετυχαίνουν.
Ο Βασίλης Κατσικονούρης γεννήθηκε το 1960 στο Κιλκίς. Στην Αθήνα ζει από δώδεκα ετών. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάζεται ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1990 έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, το "Εντελώς Αναξιοπρεπές", το οποίο δέκα περίπου χρόνια αργότερα, το 2001, βραβεύτηκε στο Διεθνή Διαγωνισμό του ιδρύματος Ωνάση και το 2004 παρουσιάστηκε στο θέατρο Στοά σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη (Π. Ορκόπουλος, Εύα Καμινάρη, Θ. Παπαγεωργίου, Ευδ. Σουβατζή, Π. Πολυκάρπου, Ηλ. Κατέβας, Ειρ. Χέλιου, Δ. Θεοδώρου, Αλ. Κούρος). Την ίδια χρονιά παρουσιάζεται και στο Εθνικό θέατρο στην Πειραματική Σκηνή το έργο "Καλιφόρνια νρίμιν" (Α΄ Κρατικό Βραβείο θεατρικού έργου 2002) σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, με τους Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Στάθη Μαντζώρο, Εύη Σαουλίδου, Κατερίνα Φωτιάδη. Πιο πριν, το 1999 και το 2002, είχαν παρουσιαστεί, αντίστοιχα, τα έργα "Λεπτή γραμμή" και "Μπάμπουσκα" από την Ομάδα Κουάντα. Το 2006 λαμβάνει το Γ΄ Κρατικό Βραβείο θεατρικού έργου για τη "Φανέλα" και το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ξεκινάει, σε σκηνοθεσία Ν. Μαστοράκη, τις παραστάσεις του "Το γάλα" στο Εθνικό θέατρο (Νέα Σκηνή - Θέατρο Χώρα), όπου και συνεχίζεται για την επόμενη περίοδο. Έργα του παρουσιάστηκαν στη Γερμανία (2006, Φεστιβάλ Ευρωπαίων Δραματουργών, Βισμπάντεν, Φρανκφούρτη), στο Βελιγράδι (2008-09-10, Belgrade Drama Theatre), στη Βαρσοβία (2009-10, Θέατρο Kamienica) και στην Κύπρο (2007-2009 Ανοιχτό Θέατρο, Θέατρο Διόνυσος και 2009-10 Θέατρο Επίγονοι). Το 2011 προβλήθηκε η ταινία "Το Γάλα" βασισμένη στο ομώνυμο έργο (Κέδρος, 2006) και σε σενάριο του συγγραφέα (Σκηνοθεσία: Γιώργος Σιούγας). Το 2013 σκηνοθέτησε το μονόλογο "Το θέαμα", του Τζον Κλάνσυ, στο θέατρο Σημείο και το 2015 τους μονολόγους του Ιαάκωβου Καμπανέλλη "Ένας πανηγυρικός και ένας Επικήδειος" στο θέατρο "Σταθμός" και το 2018 την παράσταση "ΞΑΝΑ λέγοντας τις ιστορίες", με έφηβους μαθητές, τους γονείς τους και τους καθηγητές τους. Άλλες δραστηριότητες του είναι η μουσική σύνθεση και στιχουργία. Μεταξύ άλλων έγραψε τη μουσική για την παράσταση "Λεπτή γραμμή", ενώ συμμετείχε και στη μουσική της παράστασης "Μπάμπουσκα". Συνεργάζεται επίσης κατά καιρούς με το περιοδικό "Μανδραγόρας".
Μια μελαγχολική και βροχερή μέρα βιβλία σαν τον δρόμο του κεραυνού είναι ο,τι πρέπει για να αλλάξει η διάθεση προς το καλύτερο! Πρόκειται για ένα μικρό, αλλά πολύ fun to read και εντελώς σουρεαλ βιβλίο για το σωστό timing στην ζωή τούτη! Μου το χάρισε η αγαπημένη Ντιάνα σε μια στιγμή δύσκολη για μενα και τώρα ήρθε το κατάλληλο timing για μένα για να το διαβάσω 😊 Αν δεν έχετε ακουστά τα ντίνλο, έτσι θα τα μάθετε και θα θέλετε να πιάσετε ένα, σίγουρα πράγματα! Τον συγγραφέα δεν τον ήξερα αλλά έχει πλάκα και θέλω να διαβάσω και αλλά δικά του!
Εξιστόρηση επεισοδιών με επίκεντρο δύο όχι-και-τόσο-επιτυχημένους (σε όρους της 9-to-5 κοινωνίας) φίλους. Μου άρεσαν οι αναλογίες στις δόσεις περιπέτειας, συναισθήματος και μεταφυσικού. Πολύ συχνά τέτοιες ιστορίες καταλήγουν πολύ μελό, ή τόσο αόριστες που απαιτείται μια deus ex machina για να δώσει τη λύση. Μια ενδιαφέρουσα (αν και ενδεχομένως προβλέψιμη) ανατροπή, και το ανοιχτό τέλος επίσης του δίνουν πόντους. Θα ήθελα ένα σημαντικότερο ρόλο για τον αδερφό και ίσως και τον πατέρας της Σύλβιας
Ο Βασίλης Κατσικονούρης ξέρει να κεντά τόσο δεξιοτεχνικά τους χαρακτήρες του, που παρασύρει τον αναγνώστη σε μια κάθετη διέλευση του εγώ του στο είναι τους. Απαλλάσσει τους ίδιους αλλά και τα γεγονότα που εκτυλίσσονται από το «φέρον και το φαίνεσθαι» και τους δίνει το σκήπτρο να εξουσιάσουν τη ροή τους στον μυθιστορηματικό τους χώρο και χρόνο.
Δεκαετία 2000: Ο Στέλιος, ένας ροκ τύπος, ζει στο δικό του σύμπαν με μοναδικό σκοπό να βρει το ντίνλο – το σωματίδιο που ρυθμίζει τη σωστή χρονικά στιγμή για να γίνει ή να ειπωθεί κάτι- και να βρει έτσι την προσωπική του χαρά μακριά από πρότυπα και κανόνες. Η Σύλβια, το κορίτσι του, οδηγεί τη ζωή της μέσα από τα δικά της βιώματα και ταυτόχρονα προσπαθεί να προσγειώσει τον Στέλιο στους ρυθμούς μια κανονικής ζωής. Ο Αγγελής, άλλος ροκάς, φίλος του Στέλιου, έχει κάπως προσαρμοστεί στα αναγκαία της ζωής, όπως είναι το να εργάζεται κανείς για να έχει τα προς το ζην. Παρόλα αυτά «ταξιδεύει» με τα όνειρα του φίλου του, ενώ προσπαθεί κι εκείνος από την πλευρά του να τον πείσει ότι μια προσωρινή ανακωχή με τα τετριμμένα δεν είναι και τόσο μεγάλη ήττα. Πια.
Αλλά… όπως λέει κι ο Στέλιος:
«Κοίτα μικρέ…
Υπάρχει κάτι που δεν θα το μάθεις ποτέ. Ότι μερικοί άνθρωποι δεν γεννιούνται για να γίνουν κάτι. Μπορεί να πεις ότι γεννιούνται απ` την αρχή ένα τίποτα. Αλλά αυτό το τίποτα είναι το μόνο που έχουν. Κι αν κάποτε το χάσουν, επειδή κατά λάθος έγιναν και αυτοί κάτι, έρχεται μια στιγμή που θα πρέπει να το ξαναβρούν. Ακριβώς αυτό το τίποτα που γεννηθήκανε.
Εντάξει μικρέ;»
Όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με μια διαρκή αναζήτηση
για την τύχη του Μόρρισον, την ταύτιση των χαρακτήρων με τα μουσικά πρότυπά τους, το αφτιασίδωτο ξετύλιγμα των τεκταινόμενων της αμαρτωλής δεκαετίας του 2000 – πλαστή ευζωία, χρηματιστήριο, ολυμπιακοί, ντόπινγκ, οικονομική κρίση, άνοδος της Χρυσής Αυγής, αλλά και τα αμαρτήματα του παρελθόντος – εμφύλιος, ήττα της αριστεράς, Σοβιετική Ένωση και η πτώση της, Τείχος του Βερολίνου- που περνούν σαν κινηματογραφικά πλάνα στις 176 σελίδες του βιβλίου και αφήνουν το δικό τους στίγμα.
Το ταλέντο του Κατσικονούρη να ξεσκεπάζει τα «εν βάθει» με μια τραγική απλότητα, να εμποτίζει κάθε ανατροπή προσδοκιών με ατόφιο χιούμορ και να επενδύει μουσικά τον λόγο του, συνιστά κατά τη γνώμη μου, την ειδοποιό διαφορά που σφραγίζει την συγγραφική του ταυτότητα.
Ο Στέλιος, ο Αγγελής, η Σύλβια και ο Πετρής αναζητούν το δικό τους «ντίνλο», το μαγικό εκείνο σωματίδιο που ορίζει την κατάλληλη στιγμή, το σωστό timing για να κάνει κάποιος αυτό που θέλει.
Πίσω από κάθε ήρωα του μυθιστορήματος κρύβεται και μία ιστορία, και όλες μαζί, συνδέονται μεταξύ τους, και ταξιδεύουν στον χρόνο.
Μαζί τους στον χρόνο, συγκεκριμένα στην Ελλάδα τη δεκαετία 2002 - 2010 περίπου, ταξιδεύει και ο αναγνώστης, ο οποίος παρακολουθεί την ιστορία, τη ζωή, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών να ξεδιπλώνονται μπροστά του.
Σύγχρονο, ευχάριστο, με πολύ όμορφη «μουσική επένδυση» στις σελίδες του (κι όμως, ένα μυθιστόρημα μπορεί να «ντυθεί» μουσικά!) και φυσικά με χιούμορ, το βιβλίο του Κατσικονούρη μου κράτησε συντροφιά όσο εγώ αναζητούσα το δικό μου «ντίνλο» στους δρόμους της Αθήνας.
Μήπως, άραγε, είναι μπροστά μου και δεν μπορώ να το δω;;;
«Είναι ένα ερώτημα, βέβαια, ότι εάν το σωματίδιο του ντίνλο καθορίζει τη σωστή στιγμή για να κάνει κανείς αυτό που θέλει, ποιο είναι το σωματίδιο που καθορίζει τι είναι αυτό που θέλει; Αλλά αυτό το σωματίδιο δεν έχει εντοπιστεί μέχρι τώρα, χώρια που είναι θέμα ενός άλλου βιβλίου το οποίο δεν έχει γραφτεί ακόμη, ίσως γιατί δεν έχει βρεθεί το αντίστοιχο ντίνλο που καθορίζει τη σωστή στιγμή για να γραφτεί. Τέλος πάντων, θα είναι πάντα περίπλοκη η σχέση τού τι θέλει ένας άνθρωπος με το πότε το θέλει, και από κάτι τέτοια γεννήθηκε και η λογοτεχνία, για να τακτοποιεί αυτά τα πράγματα. Με σχετική επιτυχία...»