Συντριβή μιας καρδιάς. Στέφαν Τσβάιχ.
📖📖📖
Ο Τσβάιχ μου φέρνει πάντα στο νου τον Φασμπίντερ, καθώς για μένα αποτελούν τους δύο απόλυτους εκφραστές του αυθεντικού μελοδράματος, ο ένας στη λογοτεχνία και ο άλλος στον κινηματογράφο.
📖📖📖
Στη νουβέλα αυτή η ευαισθησία του Τσβάιχ τον κάνει να μεροληπτεί υπέρ του ήρωά του, δίνοντας ένα συμπαθές προβάδισμα στην υπερβολή του “γηραιού άντρα”, όπως τον αποκαλεί, μπροστά στο ερωτικό ξύπνημα της 19χρονης κόρης του, αποσπώντας και από τον αναγνώστη, που σε άλλη περίπτωση θα εξέφραζε έντονα τις αντιδράσεις του, μια ευγενή κατανόηση, ενίοτε ταύτιση και αποδοχή. Ο ηλικιωμένος κύριος Ζάλομονζον, μετά από μια συγκλονιστική για την ηθική του αποκάλυψη, περνάει σε ένα εσωτερικό μονόλογο όπου θέτει τις επιλογές του επί τάπητος και φυσικά τις βγάζει όλες λάθος ηθικολογώντας ως προς τη χρησιμότητα του χρήματος και το ρόλο του στη διαφθορά γυναικών, νέων, και φυσικά της οικογένειάς του αποδίδοντάς του ιδιότητες μακάβριες και σκληρές, που τελικά οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από τη ζεστή θαλπωρή του οικογενειακού πλαισίου.
📖📖📖
Με γοργούς ρυθμούς αποξενώνεται και οδηγείται σε μια εκφυλισμένη σιωπή που επιβαρύνει την υγεία του. Η σιωπή του είναι ένας ανέκφραστος θυμός, μια επιθετική οπισθοχώρηση που παραχωρείται εκδικητικά και εξαιτίας της προσβεβλημένης του ηθικής στα πρόσωπα που μέχρι τότε ήταν το παν. Οι αγωνιώδεις σκέψεις του, άλλες λογικές κι άλλες παραφουσκωμένες από τις οπισθοδρομικές αντιλήψεις της εποχής του, αναπτύσσουν ιλιγγιώδεις προοπτικές συνιζήσεων, που τελικά υπερκαλύπτουν οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα υπάρχει μέσα του και τον εγκλωβίζουν σε μια απροσπέλαστη- από κάθε άλλο ερέθισμα- περιοχή των προσωπικών του φαντασιώσεων, όπου ο θάνατος εξελίσσεται σε ταχεία διαδικασία, την διαβρωτική πορεία της οποίας αναγνωρίζει και καλοδέχεται μέχρι την τελική του παράδοση σ’αυτόν.
Zweig always brings Fassbinder to mind for me, as they stand, each in his own medium, as the two ultimate exponents of authentic melodrama, the one in literature, the other in cinema.
📖📖📖
In this novella, Zweig’s sensitivity inclines him to side with his protagonist, granting a sympathetic advantage to the excesses of the "elderly man", as he calls him, when set against the erotic awakening of his nineteen-year-old daughter. In doing so, he also elicits from the reader, who, under other circumstances, might have reacted far more sharply, a kind of courteous understanding, at times even identification and acceptance. Following a revelation that proves shattering to his moral world-view, the ageing Mr Salomonsohn withdraws into an interior monologue in which he lays out his choices and, inevitably, condemns them all, moralising on the utility of money and its role in the corruption of women, of the young, and naturally of his own family. He attributes to it macabre, pitiless qualities which, in the end, have driven him out of the warm shelter of the familial sphere.
📖📖📖
He becomes rapidly estranged and slips into a degenerative silence that weighs heavily upon his health. His silence is a mute anger, an aggressive retreat, relinquished almost vindictively, born of his wounded sense of morality, and directed towards those who until then had meant everything to him. His anxious reflections, at times rational and at others inflated by the reactionary attitudes of his era, open dizzying perspectives of inference which eventually eclipse every other feeling within him. They imprison him in an inaccessible realm of private fantasies, sealed off from all external stimuli, where death unfolds as a swift process whose corrosive progress he recognises, and even welcomes, until his final surrender to it.