Όταν, τον Απρίλη του 1959, γύρισα στην Κύπρο από τις σπουδές μου, ήμουν φορτωμένος με Ελλάδα. Έζησα έντονα την Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Άκουσα και διάβασα για τον εμφύλιο. Έμαθα για τα κατάλοιπά του, με τους εξόριστους, τους πολιτικούς καταδίκους, και τις τελευταίες εκτελέσεις, αλλά και την πάλη για τη δημοκρατία. Παρακολούθησα, τη μεγάλη προσπάθεια για ένα νέο ξεκίνημα της χώρας, χωρίς ξένες εξαρτήσεις, με αξιοπρέπεια και δυναμισμό. Περιμέναμε μια αναγεννημένη Ελλάδα, σεβαστή στους άλλους για τους αγώνες και τις θυσίες του λαού της. Νιώθαμε να αναδύεται το δημιουργικό κύτταρο του έθνους. Μια νέα άνθηση άρχισε να προβάλλει στη λογοτεχνία, τη μουσική, τις τέχνες και νέα μηνύματα για την παιδεία. Εκείνο όμως που πιο έντονα έζησα στην Ελλάδα ήταν το Κυπριακό. Ως Γενικός Γραμματέας της ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών), του ανώτατου τότε φοιτητικού οργάνου, συνάντησα πολιτικούς ηγέτες, μπήκα σε γραφεία υπουργών, πρωταγωνίστησα στα φοιτητικά συλλαλητήρια. Γνώρισα όμως και την Ασφάλεια και τα κελιά της, τον διευθυντή της τον Ρακιντζή, αντιμετώπισα και τον φοβερό για την εποχή χαρακτηρισμό του «κομουνιστή» και πέρασα και από δίκη για τη δράση μου.
Ο αγώνας ήταν μεγάλος, τα εμπόδια πολλά, και το τέλος μη αναμενόμενο. Όχι με την Ένωση. Και αυτό ήταν συγκλονιστικό για τη γενιά μας. Σήμαινε όμως το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας. Δύσκολο να την κατανοήσεις και ακόμη δυσκολότερο να τη ζήσεις. Έπρεπε να ανακαλύψουμε ξανά την Κύπρο και τους εαυτούς μας, να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις και να ανταποκριθούμε σε πρωτόγνωρες δυσκολίες, με υπευθυνότητα, ορθολογισμό, και δημιουργικό πνεύμα. Έπρεπε να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας. Να γίνουμε, πέραν από Έλληνες της Κύπρου, πολίτες του κυπριακού κράτους, μαζί με τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, που στα τελευταία χρόνια βρισκόμασταν σε σχέση αλληλοεξόντωσης.
Σύντομο (σε σχέση με την πολυτάραχη και πλούσια σε γεγονότα και ερμηνείες περίοδο 1959-1964 που καλύπτει), καλογραμμένο (με πολλές μικρές, ευσύνοπτες ενότητες), τεκμηριωμένο (πλουσιότατη βιβλιογραφία και τακτικές παραπομπές ώστε να μην μένει καμμία αμφιβολία για την αυθεντικότητα των γραφομένων), και ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τα πρόσωπα που χειρίστηκαν τις τύχες της Κύπρου, τις ικανότητες και αδυναμίες τους, τα κίνητρά τους και τελικά τις ευθύνες τους. Το νέο βιβλίο του Τάκη Χατζηδημητρίου είναι ένα πολύ χρήσιμο τεκμήριο για τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου.
Ο συγγραφέας, χωρίς να αποφεύγει (ευτυχώς λίγες φορές) τον αυτοέπαινο, δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της δημιουργίας και των πρώτων κρίσιμων ετών της Κυπριακής Δημοκρατίας (της μοναδικής περιόδου με κανονική κυβέρνηση και θεσμικά όργανα και απ τις δυο κοινότητες του νησιού), από τις ιδρυτικές συμφωνίες του 1959, τη δημιουργία και τον εξοπλισμό πολιτοφυλακών, μέχρι την απόπειρα του Μακάριου να αλλάξει μονομερώς το Σύνταγμα (και τη φύση του κράτους) τις ταραχές του 1963-1964 και το πρώτο ψήφισμα (186) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Στο τέλος των 449 σελίδων της εξιστόρησης η εικόνα είναι πλέον σαφής: Όσα ακολούθησαν και ακολουθούν ακόμα και σήμερα να κρατούν το νησί αιχμάλωτο ενός τυφλού, βίαιου εθνικισμού αποτελούν πιστή συνέχιση, κανονική αντανάκλαση, των θέσεων των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου (πολλοί εκ των οποίων, όπως ο Τάσος Παπαδόπουλος, έπαιξαν κομβικό ρόλο και στη συνέχεια). Πρόκειται για τις ίδιες μαξιμαλιστικές θέσεις, το ίδιο μίσος για τον «άλλον», τις ίδιες τεχνικές ουσιαστικής εξαπάτησης της εσωτερικής και διεθνούς κοινής γνώμης.
Ο Χατζηδημητρίου επισημαίνει και δεν αγνοεί τις όποιες ευθύνες των Τουρκοκύπριων, των Τούρκων, των Βρετανών ή των Αμερικανών. Υπογραμμίζει όμως ότι η βασική ευθύνη για τον θάνατο της πολυπολιτισμικής Κυπριακής Δημοκρατίας το 1964 και για τις καταστροφικές συνέπειες αυτής της αποτυχίας είναι της ελληνοκυπριακής ηγεσίας που λειτούργησε ταυτόχρονα και με ιδιαίτερα κυνικό τρόπο ως μισαλλόδοξο κράτος αλλά και παρακράτος. Η επιστολή, την 1η Μαρτίου 1964, του Μακαριου στον Γ.Παπανδρέου είναι αποκαλυπτική. Και το συμπέρασμα του συγγραφέα εύλογο: «Ό,τι τελικά συνέβη δεν ήταν τυχαίο. Προετοιμαζόταν για χρόνια. Ήταν εκ προμελέτης.»
A very well-rounded analysis of this critical and turbulent period for modern Cypriot history. The good thing about this book is that it tries to be neutral, giving credit or passing judgement to both the Greek and Turkish-speaking Cypriots, wherever needed. It also contains a lot of references to works of people actively involved in the events at the time. I personally enjoyed it and learned a lot.
Έχουν πάντα ενδιαφέρον τα βιβλία του Τάκη Χατζηδημητρίου. Σου δίνουν την εικόνα από το παρελθόν, ειδικά από κρίσιμες ιστορικές περιόδου του νησιού από μια διαφορετική σκοπιά όμως από αυτή που συνηθίσαμε (τουλάχιστον συνήθισα εγώ) για το τι έγινε και κυρίως ποια λάθη θα μπορούσαν να αποφευχθούν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Ξέρω είναι εύκολο να κρίνεις εκ των υστέρων και να δείχνεις κατόπιν εορτής τα λάθη και τις παραλείψεις. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι ο Χατζηδημητρίου τα έλεγε από τότε τα πράγματα για το πως έχουν.
Στο βιβλίο λοιπόν αυτό, παρακολουθούμε τα γεγονότα από την γένεση της Κυπριακής Δημοκρατίας (1959) μέχρι και τις πρώτες διακοινοτικές διαταραχές του 63-64.