3.5
Το μυθιστόρημα δεν είναι μεν αστυνομικό, βρίσκει όμως την ευκαιρία ο συγγραφέας να χρησιμοποιήσει το είδος ως σχήμα λόγου. Συνήθως, όταν διαβάζουμε Τσέστερτον, ο τρόπος που φέρεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι σα να παρατηρούμε ένα ανοιχτό σημείο στη θάλασσα και κατά διαστήματα, υποβρυχίως σκάζουν δυναμίτες που πετάνε το νερό προς τα πάνω, αφρισμένο, θυμωμένο και εν γένει εκτονωμένο. Εδώ δε συμβαίνει αυτό, μοιάζει περισσότερο με δρόμο που περπατάς κι είναι στρωμένος με σκορδάκια που σαν πατάς σου θυμίζουν τον πικάντικο, ήπιο κρότο του συγκεκριμένου πυροτεχνήματος.
Το περιστατικό που αφορά το παρακάτω απόσπασμα, στις σελ. 60 – 61:
<< Εκείνη λοιπόν μετά από μια ολόκληρη βδομάδα που είχε να τον ακούσει, μπήκε τελικά στο σπίτι του κι εκεί στα πλακάκια του μπάνιου, βρήκε το πτώμα του. Αυτό είναι το πρόβλημα όταν μένει κανείς μόνος, κατέληξε μ’ ερωτηματικό βλέμμα. Βεβαίως αποφάνθηκε. Ύστερα, η χήρα, η οποία του είπε είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν, πρότεινε επιτακτικά να πάει να σταθεί κοντά της, στην πρώτη σειρά. Πολύ ευχαρίστως απάντησε αυτός ψέματα, καθώς την ακολουθούσε απρόθυμα. Ύστερα όμως σκέφτηκε πως, καθώς ήταν η πρώτη φορά που παρευρισκόταν σε μια τέτοια ιεροτελεστία, αυτό θα του έδινε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη διαδικασία από κάπως πιο κοντά.
Η οποία και είναι απλούστατη. Έχετε το φέρετρο πάνω σε στρίποδα, τοποθετημένο με τα πόδια μπροστά. Στη βάση του έχει ένα στεφάνι από λουλούδια εις διαταγήν του αποδημήσαντος. Έχετε τον ιερέα, ο οποίος κινείται στο βάθος του πλάνου αριστερά, και το νεωκόρο πρώτο πλάνο δεξιά – κόκκινο και στρουμπουλό σαν νοσοκόμο ψυχιατρείου, βλέμμα αποθαρρυντικό και μαύρο κουστούμι, αγιαστούρα στο δεξί χέρι. Έχετε τον κόσμο που μόλις κάθισε. Κι όταν πια επικρατήσει σιωπή στο σχεδόν γεμάτο εκκλησάκι, ο ιερέας απαγγέλει μερικές προσευχές, εκφωνεί ένα λογύδριο προς τιμήν του αποδημήσαντος και μετά καλεί τον κόσμονα υποκλιθεί μπροστά στη σορό, ή την ευλογεί με την αγιαστούρα, ένα από τα δύο κατ’ επιλογήν. Η διαδικασία είναι αρκετά σύντομη, και τελειώνει γρήγορα, κι εκεί που ο Φερέρ ετοιμάζεται να δει τον κόσμο να υποκλίνεται, η χήρα τον τσιμπάει στο μπράτσο δείχνοντας με το σαγόνι το φέρετρο κι ανασηκώνοντας τα φρύδια. Καθώς ο Φερέρ σουφρώνει τα δικά του αδυνατώντας να καταλάβει, η χήρα ανασηκώνει και δείχνει ακόμα πιο έντονα, ενώ ταυτόχρονα τον τσιμπάει πιο δυνατά και τον σκουντάει. Φως φανάρι, λοιπόν πως κάτι πρέπει να κάνει. Σηκώνεται, ο κόσμος τον κοιτάζει, αισθάνεται αμήχανα, αλλά προχωράει. Δεν ξέρει τι να κάνει, δεν το ‘χει κάνει ποτέ.
Ο νεωκόρος του απλώνει την αγιαστούρα, την πιάνει χωρίς να είναι σίγουρος ότι την κρατάει σωστά, κι ύστερα αρχίζει να την κουνάει αδιάφορα. Χωρίς να θέλει να σχεδιάσει ιδιαίτερα σχήματα στον αέρα, σχηματίζει πάντως μερικούς κύκλους και μερικές γραμμές, ένα τρίγωνο, ένα σταυρό, περιφερόμενος γύρω από το φέρετρο κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα του κόσμου, χωρίς να ξέρει πότε ή πώς να σταματήσει, ώσπου ο κόσμος αρχίζει τα μουρμουρητά κι ο νεωκόρος –συγκρατημένα αλλά σταθερά – τον πιάνει απ’ το μανίκι και τον επαναφέρει στο κάθισμα της πρώτης σειράς. Εκείνη τη στιγμή, ξαφνιασμένος από τη λαβή του νεωκόρου, που κραδαίνει πάντα την αγιαστούρα, την αφήνει κι αυτή πάει και καρφώνεται στο φέρετρο που αντηχεί κούφιο κάτω απ’ το χτύπημα >>
Είμαι στο μπάνιο, έχω χτενίσει το μουστάκι μου και με το ψαλιδάκι κόβω τις πολύ μακριές τρίχες που μπαίνουν στο στόμα μου και δε μ’ αφήνουν ν’ απολαμβάνω, ό,τι καταβροχθίζω. Με το δεξί κρατάω ανοιχτό το βιβλίο μπροστά μου σχεδόν. Είναι ένα σκηνικό που έχω επαναλάβει αρκετές φορές εξοικειωμένα, χωρίς ατυχήματα. Διαβάζω στα πεταχτά τις φράσεις, του παραπάνω αποσπάσματος. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, το βιβλίο είναι στο πάτωμα, το ψαλιδάκι πέφτει κι ο κρότος του μ’ επαναφέρει, όπως σκάει στο νιπτήρα, ενώ κοιτιέμαι σαν ηλίθιος στον καθρέφτη. Ατυχήματα δεν υπήρξαν ευτυχώς, αλλά ότι τσίμπησα δέρμα, εννοείται.
Στο συγγραφέα μου αρέσουν πολύ τόσο το χιούμορ του που είναι αδιάλειπτο και εκφράζεται με φυσικότητα, χωρίς εντυπωσιασμούς και ο τρόπος του να απευθύνεται στον αναγνώστη με αμεσότητα, απλά και ξεκάθαρα.
Αν υπάρχουν δυο μελανά σημεία στο βιβλίο, είναι ο απαξιωτικός τρόπος που μιλάει για τα σκυλιά της αποστολής, καθώς κι η περιγραφή που αφορά όχι μόνο το γεύμα φώκιας, αλλά και τις χρήσεις συνολικά του ζώου. Όσο κι αν αφορά μια άλλη κουλτούρα, τη βρήκα ενοχλητική και υπερβολικά εκθεμένη σαν ανάγνωση δοκιμιακής έκθεσης κι εισέπραξα μια ιδέα εντυπωσιασμού από πλευράς του ατόμου που άντλησε και μετέδωσε τις πληροφορίες αυτές.
Το μυθιστόρημα γενικά μου άρεσε πολύ, διασκέδασα, αν και το βρήκα ανησυχητικά οικείο και ο τρόπος γραφής του συγγραφέα είναι ο εξής: Σαν ένας υπερκόσμιος παρατηρητής που βλέπει απέναντι του ένα βουνό, μια κατσίκα, τρία δέντρα, πέντε αυτοκίνητα και μετά μπαίνει σε κίνηση, με άλμα τα πλησιάζει και με τις γροθιές του τα ισοπεδώνει, τα χωρίζει σε σωματίδια, τα ανασυνθέτει σε άλλες μορφές γνωστές, ή παραπλήσιες. Από τα συντρίμμια του βουνού δε θα παραλείψει να φτιάξει ένα αμόνι, μια πέρδικα, δυο εραστές και μια φούξια καραμούζα που ο ήχος της θυμίζει κλειδοκύμβαλο με ουάουά, παίζοντας σου το Claire De La Lune, αν μπορείς να φανταστείς κάτι τέτοιο. Αρκετά ανατρεπτικό για να γελάσεις, να ανησυχήσεις, να αισθανθείς αμήχανα.
Το αγόρασα τυχαία, αλλά εντέλει αποδείχτηκε ένα ωραίο δώρο για τα γενέθλια μου. Κι οι εκδόσεις Πόλις δε χρειάζονται συστάσεις για την αρτιότατη επιμέλεια κι όσο για τη μετάφραση, χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, μπορώ μόνο να πω ότι η γαλλική γλώσσα είναι πιο παθιασμένη απ’ τη δική μας σε ‘’συγκινησιακές’’ λεξοποιήσεις, με αποτέλεσμα, ο Έλληνας μεταφραστείς όταν έχει ν’ αντιμετωπίσει συγγραφείς λιτούς και στείρους, όπως ο Εσενόζ, χρειάζεται μαεστρία. Έχοντας διαβάσει μια γαλλική κριτική για το βιβλίο, φρονώ πως το ύφος διατηρήθηκε ικανοποιητικά.
<< Κι όπως ο Φερέρ υπόδουλος αυτών των αμετάβλητων κινήσεων, σκεφτόταν κάθε πρωί πως θα μπορούσε να ξεφύγει από τούτη την ιεροτελεστία, ακόμα κι αυτή η σκέψη κατέληξε να ενσωματωθεί στην ιεροτελεστία >>
<< Είναι γνωστά αυτά τα βλέμματα που ανταλλάσσουν – μυστικά, αλλά με επιμονή – απ’ την πρώτη στιγμή που θα βρεθούν σε μια παρέα, δυο άγνωστοι που αρέσουν ο ένας στον άλλο. Βλέμματα στιγμιαία, αλλά σοβαρά και ελαφρώς ανήσιχα, πολύ σύντομα και ταυτόχρονα πολύ παρατεταμένα, που η διάρκεια τους φαίνεται πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, τρυπώνουν κρυφά ανάμεσα στις κουβέντες της παρέας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται τίποτα, ή κάνει πως δεν αντιλαμβάνεται >>
Αυτό που πραγματικά μου αρέσει στο συγγραφέα, δεν είναι κάποιο απροσμέτρητο βάθος, είναι η χαλαρότητα του ρυθμού του, η αναπάντεχη έκπληξη που νιώθω στα σκορδάκια που έγραψα παραπάνω κι αυτή η ιδέα ενός ανατόμου με την ακρίβεια του φωτογραφικού φακού, που δεν κρύβει καμιά πληροφορία απ’ το χώρο, αναλύει κι αναλύεται με διαύγεια και με σαφήνεια.
<< Προς το παρόν αναπαύεται, μόλο που κανείς δεν αναπαύεται ποτέ πραγματικά, καμιά φορά λες, φαντάζεσαι πως αναπαύεσαι, ή θ’ αναπαυτείς, αλλά αυτό είναι απλώς μια μικρή ελπίδα που έχεις, ξέρεις καλά πως δε θα γίνει, δεν υπάρχει καν, δεν είναι παρά κάτι που λες όταν είσαι κουρασμένος >>
<< Το χρήμα είναι αρκετά ισχυρό ώστε να κουκουλώνει τους αναχρονισμούς >>
<< Το μακιγιάζ βλέπετε κρύβει, αλλά και ταυτόχρονα στολίζει τα αισθητήρια όργανα, τουλάχιστον αυτά που έχουν περισσότερα της μιας, χρήσεις. Το στόμα, λόγου χάρη, που αναπνέει, μιλάει και τρώει, πίνει, χαμογελάει, ψιθυρίζει, φιλάει, βυζαίνει, γλείφει, δαγκώνει, φυσάει, αναστενάζει, φωνάζει, καπνίζει, μορφάζει, γελάει, τραγουδάει, σφυρίζει, έχει λόξιγκα, φτύνει, ρεύεται, ξερνάει, εκπνέει, το βάφουμε, αυτό είναι το λιγότερο, για να το τιμήσουμε που εκπληρώνει τόσες ευγενείς λειτουργίες. Βάφουμε επίσης το περίγραμμα του ματιού που βλέπει, εκφράζει, κλαίει και κλείνει για να κοιμηθεί – λειτουργίες εξίσου ευγενείς. Βάφουμε επίσης τα νύχια που βρίσκονται στην πρώτη θέση της τεράστιας και ευγενούς ποικιλίας των χειρωνακτικών λειτουργιών.
Όμως δε φτιασιδώνουμε ό,τι εκτελεί μία ή το πολύ δύο λειτουργίες: ούτε το αφτί – που δε χρησιμεύει παρά μόνο για ν’ ακούμε – στο οποίο στερεώνουμε απλώς ένα σκουλαρίκι, ούτε τη μύτη – που απλώς αναπνέει, μυρίζει και μερικές φορές, βουλώνει – στην οποία, όπως και στ’ αφτί, στερεώνουμε ίσως ένα χαλκά, μια πολύτιμη πέτρα, ένα μαργαριτάρι, ή και, σε ορισμένα μέρη, ένα κόκαλο, ενώ στα δικά μας, περιοριζόμαστε στο να την πουδράρουμε >>.
Πολλοί μεγάλοι και μικρότεροι συγγραφείς έχουν καταφέρει να κρυσταλλώσουν το συναισθηματικά μη διαθέσιμο άνθρωπο. Οι πολύ μεγάλοι χαρτογράφησαν και το συναισθηματικά αποπροσανατολισμένο. Ορισμένοι άλλοι, το συναισθηματικά κουρασμένο. Βεβαιώ ότι μπορούν να ενυπάρξουν και οι τρεις ‘’ποιότητες’’. Εδώ ο συγγραφέας το επιχειρεί, όπως κι επιχειρεί να παίξει και με τις τρεις καταστάσεις ανεξάρτητα σε διαφορετικούς χαρακτήρες. Θαρρώ ως ένα βαθμό τα καταφέρνει πολύ καλά.
<< τελικά κουράστηκε λιγάκι απ’ αυτή την πόλη την πολύ μεγάλη και ταυτόχρονα πολύ μικρή, όπου δεν ήσουν βέβαιος ότι ήσουν εκεί που ήσουν, κι ας το ‘’ξερες πολύ καλά ότι ήσουν >>
<< Τις κάλτσες αυτές μου τις χάρισε η γυναίκα μου, πρόσθεσε αφηρημένα, αλλά πέφτουν, όπως βλέπετε. Μονίμως πέφτουν. Α, είπε, έτσι γίνεται πάντα. Οι κάλτσες που μας χαρίζουν, πάντα πέφτουν >>