Δεν το περίμενα ότι θα διάβαζα τις παιδικές αναμνήσεις της Πηνελόπης Δέλτα με τόσο ενδιαφέρον! Κι όμως είναι από τα πιο ξεχωριστά βιβλία που έχω διαβάσει, κατ' αρχήν γιατί είναι καλογραμμένο με ευαισθησία και ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια, έπειτα γιατί με άγγιξε αληθινά. Με έκανε κάποιες φορές να γελάσω, κάποιες να λυπηθώ και να νιώσω πραγματικά κατάπληξη για την αυστηρότητα και τις τόσες δυσκολίες που πέρασε η συγγραφέας ως παιδί...
Μέσα από τη ζωή της οικογένειας περιγράφεται και το ευρύτερο περιβάλλον και ο τρόπος ζωής της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας, αλλά και η αντίληψη που υπήρχε για το ελληνικό κράτος, τόσο από τους ίδιους τους Έλληνες, όσο και από τους Άγγλους και Γάλλους που ζούσαν εκεί.
Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου:
Η Αλεξάνδρεια, εκείνα τα χρόνια, ήταν κέντρο πολιτισμού. Η ελληνική κοινωνία στην ακμή της, πλούσια, μεγάλη, ισχυρή, ήταν πολύ κλειστή στους ξένους. Με το σταγονόμετρο τους έμπαζε στα σαλόνια της. Οι πρόξενοι, οι δικαστές των μικτών δικαστηρίων, οι διευθυντές τραπεζών, οι επίσημοι, ένεκα της θέσεώς τους ήταν δεκτοί. Μα ντόπιοι ξένοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Αυστριακοί, Ελβετοί, και ιδίως Εβραίοι και Σύριοι, συχνά σπούσαν τα μούτρα τους στις πόρτες μας, έκαμναν τούμπες να εισαχθούν, και θεωρούσαν μεγάλη τιμή να είναι δεκτοί στους μεγάλους ελληνικούς χορούς. Ως προς τα γεύματα και τις μικρές εκλεκτές βεγγέρες, εκεί σπανίως καλούσαν ξένους.
Το χρήμα έτρεχε στους δρόμους. Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας ζούσαν με πολυτέλεια, ήταν "χουβαρδάδες", "γκραν σινιόρηδες", γενναίοι, και συχνά αγέρωχοι με τους ξένους. Μα πίσω τους δεν υπήρχε τίποτα. Η Ελλάδα, μικρή, περιφρονημένη, εσωτερικώς αδυνατισμένη από τις κομματικές της διαμάχες, δεν παρουσίαζε τίποτα. Οι πρόξενοί μας στηρίζουνταν στην οντότητα, τη σπουδαιότητα και τη σημασία της ελληνικής κοινότητος, όχι στο κράτος που τους διόριζε και που για την αγγλική διοίκηση της Αιγύπτου, δε σήμαινε τίποτα.
Θυμούμαι, αργότερα, ένα λόγο του Lord Cromer, που ήταν ο πραγματικός βασιλέας της Αιγύπτου, αν και είχε τον τίτλο του "αρμοστού". Επρόκειτο για κάποια υπόθεση λαθρεμπορίου χασίς, και, θυμωμένος, ο Cromer τότε τα είχε βάλει με όλους τους Έλληνες της Αιγύπτου. Πήγε στο Κάιρο ο πατέρας μου και με το υπερήφανο και επιβλητικό ύφος που τον διέκρινε, είπε στον άγγλο αρμοστή πώς δεν ήταν άξιο της αγγλικής δικαιοσύνης να κρίνει ένα έθνος πάνω στο άτομο, ιδίως που η Αίγυπτος χρεωστούσε τόσα στους Έλληνες, στην εργασία τους, στο εμπόριό τους, στην επιχειρηματικότητά τους, και στην καλλιέργειά τους, που έδωσε στην Αίγυπτο όλες τις καλές ποιότητες μπαμπακιού. Τον άκουσε ο Lord Cromer και του έσφιξε το χέρι και παραδέχθηκε την άποψή του. Και τα πράγματα διορθώθηκαν. Και όταν του ζήτησε ακρόαση ο λαμπρός τότε γενικός πρόξενος Ι.Γρυπάρης για την ίδια υπόθεση, αποκρίθηκε ο Cromer:
- "Δεν είναι ανάγκη να κάνει τον κόπο να έλθει ο γενικός πρόξενος. Μου είπε ο Μπενάκης πώς είναι τα πράγματα, και ο λόγος του μου αρκεί."
Και σαν τύχαινε καμιά δυσκολία μ' Έλληνες, ρωτούσε ο Cromer:
- "Τι λέγει ο Μπενάκης; Αν το λέγει ο Μπενάκης, είναι σωστό."
Η ελληνική κοινωνία μετρούσε. Το ελληνικό κράτος, καθόλου.