18 Φεβρουαρίου 1948. Η Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης, υπό την αρχηγία του Γιώργου Γούσια, ξεκινά να μεταφέρει εφεδρείες για τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Βράχα προς τη Μακεδονία. Χίλιοι τριακόσιοι επίστρατοι από την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, απειροπόλεμοι, ανεκπαίδευτοι, δίχως ρουχισμό, τροφή και όπλα, διασχίζουν τον κάμπο των Φαρσάλων, πέφτουν στη λίμνη Κάρλα, περνούν τον Πηνειό, φτάνουν στις πλαγιές του Ολύμπου, ανεβαίνουν στις κορυφές των Πιερίων και διαφεύγουν στη Μακεδονία, ενώ οι δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού τούς καταδιώκουν ανελέητα. Οι απώλειες είναι συντριπτικές.
Στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγράφων παρακολουθούμε τις τριάντα επτά μέρες της βασανιστικής πορείας τους.
Οι ασύρματοι ~ Χειμερινή Ολυμπιάδα ~ Εκκαθαρίσεις ~ Μοναχά Σωτήρης ~ Ολοκαυτώματα ~ Πιο θάνατος
Ο Παναγιώτης Σ. Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στα Γιαννιτσά. Είναι φιλόλογος, εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και έχει ασχοληθεί με το εκπαιδευτικό βιβλίο.
Το χιόνι των Αγράφων είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που αναφέρεται σε ένα όχι και τόσο γνωστό επεισόδιο του Εμφύλιου, στα 1948. Τα γεγονότα είναι αληθινά, τα πρόσωπα υπαρκτά, ίσως θα μπορούσε να γραφεί ως ιστορικό δοκίμιο, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης όμως, επέλεξε όλα τα τραγικά στα οποία αναφέρεται το έργο του, να τα παρουσιάσει με τον τρόπο, που μόνο η λογοτεχνία μπορεί. Το χιόνι των Αγράφων, ανήκουν στα αναγνώσματα, που με ενθουσιάζουν. Ιστορική μυθιστοριογραφία, που αφήνει πίσω της τους μεγάλους ηρωισμούς, με τους οποίους μεγαλώσαμε και παρουσιάζει στην σκληρότητα, την απολυτότητα και την ματαιότητα ενός πολέμου, πολύ περισσότερο αν αυτός είναι ένας αδελφοκτόνος εμφύλιος. Τα συναισθήματα που μου έβγαλε, ήταν θλίψη, πόνος και οργή. Τώρα θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν να σου αρέσει τόσο, ένα μυθιστόρημα, όταν σε γεμίζει με τόσο αρνητικά συναισθήματα; Θα απαντούσα, ότι εδώ έγκειται η δύναμη της καλής λογοτεχνίας. Κι όταν σας είπα ότι ένιωθα πόνο, για να σας δώσω ένα μέτρο, μετά από κάθε κεφάλαιο, αδυνατούσα να συνεχίσω, άφηνα το βιβλίο στην άκρη και το έπιανα και πάλι μετά από δυο - τρεις μέρες, όταν μέσα μου είχαν κάπως καταλαγιάσει όλα τα βαριά και ασήκωτα συναισθήματα που με είχαν κατακλύσει. Θλίψη, διότι αναλογίστηκα σε ποια Ελλάδα αναφέρεται η ιστορία αυτή. Μιας Ελλάδας βαθιά διχασμένης, ανάμεσα σε αυτούς που απλώς ονειρεύονταν έναν πιο δίκαιο κόσμο κι αυτούς, που όχι μόνο αρνούνταν να αποδεχτούν το όνειρό τους, αλλά τους ήθελαν τιμωρημένους στη γωνία, με πιστοποιητικά μετάνοιας ή εξορισμένους. Μιας Ελλάδας, που εξαιτίας του διχασμού αυτού, (ενός ακόμα διχασμού), έχασε άντρες και γυναίκες, δικά της παιδιά, που αντί να οικοδομούν μονιασμένα την κατεστραμμένη από τον Μεγάλο Πόλεμο χώρα μας, αυτά αλληλοεξοντώνονταν, αρχίζοντας από τον Δεκέμβρη του 44 ως τον Αύγουστο του 1949. Θλίψη, διότι σήμερα όλοι μας γνωρίζουμε, ότι ο Εμφύλιος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν οι ηγεσίες και των δύο πλευρών μπορούσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να προτάξουν το συμφέρον της χώρας και των πολιτών της και όχι των ιδεολογημάτων ή των ισχυρών Προστατών της. Το έκανε η Ιταλία, το έκανε η Γαλλία, γιατί όχι κι εμείς; Έχω την σπάνια τύχη να μην κουβαλώ πίσω μου, καμία εμφυλιοπολεμική καταβολή, κανένα πρόγονο που να πολέμησε ή να σκοτώθηκε είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά. Έχω όμως διαμορφώσει άποψη, γνωρίζω και τα στραβά και τα δίκαια και των δύο πλευρών και πιστεύω βαθιά μέσα μου, ότι ο Εμφύλιος έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Ούτε ηρωίδες βλέπω εγώ σε αυτόν, ούτε αντρειωμένους, μόνο ανθρώπους, τους οποίους μια άδικη ιστορική μοίρα τους έμπλεξε στη δίνη ενός πολέμου, του οποίου την οργή οι νεότερες γενιές αδυνατούν να καταλάβουν. Αναγνωρίζω όμως, ότι όλοι εκείνοι που βρέθηκαν να πολεμούν στα απέναντι χαρακώματα, είχαν τα δικά τους πιστεύω και οράματα, αλίμονο αν δεν ήταν έτσι, τα οποία όμως η ιστορική συνέχεια κατέδειξε σε όλους μας, ότι μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά τα πράγματα στη χώρα μας. Όχι απλώς διαφορετικά, πολύ καλύτερα για όλους μας. Οργή, διότι γνώρισα ένα κομματικό ηγέτη εμπαθή, που δεν γνώριζε κανέναν ηθικό ή ανθρωπιστικό φραγμό, να παίρνει στον λαιμό του 1300 νέους ανθρώπους από την περιοχή των Αγράφων, φτιάχνοντας το τάγμα των Άοπλων της Ρούμελης, για να το οδηγήσει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, με μικρή στρατιωτική συνοδεία, όπου είχε την έδρα του ο Δημοκρατικός στρατός. Σε μία πορεία σαράντα και πλέον ημερών, το τάγμα αποδεκατίζεται, κατορθώνει να περισώσει μόνο το ένα τέταρτο των δυνάμεων του, το οποίο βέβαια κι αυτό, μόνο μικρή βοήθεια μπορούσε να προσφέρει πλέον. Πρόκειται για τον Γιώργιο Γούσια, ο οποίος αντί να ξηλωθεί για την ανικανότητα του, προάχθηκε ως ανώτερος στρατιωτικός διοικητής του Δημοκρατικού Στρατού, όταν ο Μάρκος, έπεσε στη δυσμένεια του παντοδύναμου Ζαχαριάδη. Ανήκε όπως καταλαβαίνετε, στον πιστό κομματικό πυρήνα που ήθελε να τα ελέγχει όλα. Σε αντίθεση με πλήθος άλλων πιστών στρατιωτών, όχι όμως πιστών κομματικών, οι οποίοι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Αναφέρω μόνο δύο ονόματα, όποιος θέλει ας τα ψάξει: Γιώργος Γιαννούλης, Γιώργος Γεωργιάδης. Το πόσο μικρός άνθρωπος ήταν ο αρχικαπετάνιος Γιώργος Γούσιας, φαίνεται και στο γεγονός της συμπεριφοράς του απέναντι στις γυναίκες, τους στρατιώτες του, τους οποίους ουδόλως υπολόγιζε και στις εκκαθαρίσεις κάθε ενός επιτελάρχη του, που τολμούσε να του φέρει την ελάχιστη αντίρρηση. Το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, αναγνωστικά το χωρίζω σε τρία νοητά τμήματα: 1ον: Στους νέους και νέες (25 γυναίκες για κάθε 75 άντρες) που εντάχθηκαν στο τάγμα. Οι περισσότεροι από αριστερές οικογένειες, με ισχυρό ιδεολογικό υπόβαθρο. Κάποιοι για να γλιτώσουν από τους παρακρατικούς, κάποιοι λίγοι εξαιτίας της υποχρεωτικής επιστράτευσης τους. Χάθηκαν σε αυτήν την πρωτάκουστη πορεία, μέσα στην παγωνιά του χειμώνα, στα νερά της Κάρλας και του Πηνειού, στις συνεχείς ενέδρες των κυβερνητικών δυνάμεων και την ανικανότητα αυτών που τους οδηγούσαν. 2ον: Στις ιστορίες των ανθρώπων οι οποίοι αποστάτησαν κατά τη διάρκεια της πορείας, ή εκτελέστηκαν εξαιτίας των παρανοϊκών σχεδιασμών του Γούσια. 3ον: Στον ίδιο τον Γούσια, ένα άνθρωπο ανάξιο για τη θέση που κατείχε, μικρόψυχο, δίχως καμία στρατιωτική εκπαίδευση, αλαζόνα εκ της θέσεως του, βιαστή και αγνώμων. Κλείνοντας θα ήθελα να πω, πόσο σημαντικό είναι, να βλέπουμε νέους συγγραφείς, όπως τον Παπαμάρκου με το Γκιακ και τον Χατζημωυσιάδη με το Χιόνι των Αγράφων, να γράφουν με έναν άλλο τρόπο, για γεγονότα που κάποτε τα είχαμε επενδύσει με το περίβλημα των ύψιστων ηρωικών πράξεων. Η ματιά των συγγραφέων είναι πιο οξυδερκής, δεν ξεγελιέται από κομματικές ή "εθνικές" επιταγές, βλέπουν καθαρά την οδύνη και τα στραβά ενός πολέμου, μένουν στον άνθρωπο, τον άνθρωπο θύμα των καταστάσεων, αποκαλύπτουν καλά κρυμμένες αλήθειες, έχουν εκμαιεύσει και στη συνέχεια μεταφέρουν σε εμάς τις ιστορίες αυτών που έζησαν από κοντά τα γεγονότα. Διότι δεν μας είναι επαρκείς πλέον οι επιστημονικές ή οι στρατευμένες ιστοριογραφίες. Κι αυτή η νέα γραφή είναι σημαντική, διότι μας δείχνει ότι κάτι αλλάζει στον Λαό αυτόν, ίσως επιτέλους χειραφετείται, ίσως δεν πιστεύει πλέον σε θαύματα, προστάτες, σωτήρες και ήρωες. Κι αν είναι όντως έτσι, τότε αυτό είναι ένα πραγματικά παρήγορο σημάδι, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.
Στις 18 Φεβρουαρίου 1948, η Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης, υπό την αρχηγία του Γιώργου Γούσια, αμφιλεγόμενης προσωπικότητας από τους ίδιους τους συντρόφους του, ξεκινά μια πορεία ουσιαστικά τυφλή και αυτοκαταστροφική, προκειμένου να μεταφέρει εφεδρείες για τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Βράχα προς τη Μακεδονία. Χίλιοι τριακόσιοι επίστρατοι από την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, άντρες, γυναίκες, παιδιά, απειροπόλεμοι, ανεκπαίδευτοι, δίχως ρουχισμό, τροφή και όπλα, αλλά με πίστη για την Ελεύθερη Ελλάδα, επιστρατεύονται αφήνοντας πίσω τους βεβαιότητες ή προσωπικές τραγωδίες, ιδεολόγοι, απόκληροι, πατριώτες, απελπισμένοι, πιστοί, διασχίζουν μέσα στα χιόνια τον κάμπο των Φαρσάλων, πέφτουν στη λίμνη Κάρλα, "όπου πάγωσαν τα παιδιά σαν νούφαρα και έμειναν πάνω στη λίμνη", περνούν τον Πηνειό, φτάνουν στις πλαγιές του Ολύμπου, ανεβαίνουν στις κορυφές των Πιερίων και διαφεύγουν στη Μακεδονία, ενώ οι δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού τούς καταδιώκουν ανελέητα. Οι απώλειες είναι συντριπτικές. Λιμοκτονούν, τραυματίζονται, πεθαίνουν, μα ως και την ύστατη στιγμή, που καταλαβαίνουν ότι τα πάντα έχουν τελειώσει, δεν παύουν να ελπίζουν και να αγωνίζονται ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Στο συγκλονιστικό σπονδυλωτό μυθιστόρημα "Το χιόνι των Αγράφων", του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, παρακολουθούμε τις τριάντα επτά μέρες της βασανιστικής πορείας τους, μέσα από 6 μικρές ιστορίες: Του Κυριάκου, του Χαραλάμπη, του Αποστόλη, της Σωτηρίας, του Αβράμη και του (ιστορικού προσώπου που σκοτώθηκε με 35 "συντροφικές" σφαίρες, με ατιμωτικό τρόπο έξω από τις Καρυές των Πρεσπών, σε ηλικία 33 χρονών) Γεωργιάδη. Είναι ακόμα δύσκολο να μιλήσει κανείς αντικειμενικά, χωρίς ιδεολογικές κορόνες, για τον Εμφύλιο, πόσω μάλλον μέσα από ένα λογοτεχνικό κείμενο, με πρωταγωνιστές ανώνυμους αντάρτες που γι' αλλού ξεκίνησαν και αλλού κατέληξαν. Ο συγγραφέας το καταφέρνει με μαεστρία μέσα από μια αφήγηση επιστροφής και μνήμης, έναν φόρο τιμής για όλους τους ανώνυμους αγωνιστές προδόθηκαν από την Εξουσία. Το τραύμα δεν θα επουλωθεί ποτέ. Το χιόνι των Αγράφων θα είναι πάντοτε ματωμένο. Αλλά οι άγνωστοι ηττημένοι πήραν τον λόγο και δίνουν τις δικές τους εξηγήσεις... Στην καρδιά μας είναι νικητές, με ψυχή βαθιά.
Έχοντας διαβάσει αποθεωτικές κριτικές για αυτό το βιβλίο, περίμενα με αγωνία να το διαβάσω ! πολλώ δε μάλλον που το θέμα του είναι στα ενδιαφέροντά μου, και μάλιστα είχε συγκριθεί, από κάποιους, και με ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ του Άρη Αλεξάνδρου.
Το θέμα καθ εαυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, αφού αφορά και περιστρέφεται γύρω και από την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Γουσια, συνεργάτη του Ζαχαριάδη, ο οποίος το 1946 τον έχρισε διοικητή του Αρχηγείου Ρούμελης, και μετέπειτα (1948) διοικητή της 470 Μονάδας Γράμμου, μιας εξαιρετικά καλά οπλισμένης αλλά και εκπαιδευμένης μονάδας του ΔΣΕ.
Στο βιβλίο καταγράφεται η ιστορία μιας μακράς πορείας μονάδων του ΔΣΕ στις αρχές του 48. Έτσι ο Γούσιας οδήγησε την ταξιαρχία αόπλων της Ρούμελης αλλά και πολλούς επίστρατους, από τα Άγραφα σε μια μακρά και βασανιστική πορεία περνώντας από τον κάμπο των Φαρσάλων προς την λίμνη Κάρλα και μετά προς Όλυμπο (αφου πέρασαν τον Πηνειό), για να καταλήξουν τελικά στη Μακεδονία μέσω των κορυφών των Πιερίων, με πάρα πολλές πολλές απώλειες.
Το βιβλίο αποτελείται από διαφορετικές ιστορίες που συνθέτουν αυτή την απίστευτη πορεία. Οι επι μέρους χαρακτήρες των ιστοριών αλλά και η ιστορία εν γένει είναι όμορφα δομημένα. Νομίζω, όμως, οτι το βιβλίο είναι γραμμένο κάπως άρον άρον. Ίσως βέβαια να είναι και αυτός ο τρόπος που γράφει ο συγγραφέας: απλά, κοφτά και κάπως απλοϊκά ενίοτε, και να μην το γνωρίζω μιας κι είναι το πρώτο του βιβλίο που διαβάζω.
Η έκδοση της Κίχλη είναι πολύ προσεγμένη με υπέροχο εξώφυλλο. Άλλο τόσο καί το περιεχόμενο.
Σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αφηγείται την πορεία μιας ταξιαρχίας, από τη Ρούμελη μέχρι τη Μακεδονια, του Δημοκρατικού στρατού το 1948, για να παραδώσουν προμήθειες στ'Αγραφα. Η αφήγηση εστιάζει στις προσωπικές ιστορίες, τις δυσκολίες της πορείας μέσα στο χιόνι και το κρύο, τίς προσδοκίες των ηρώων του και τον αγώνα για επιβίωση.
Απολαυστικό όσο οι πατημασιές στο φρέσκο χιόνι. Πικρό όσο η γεύση της ήττας
Αν και με είχαν προετοιμάσει για κάτι αρκετά διαφορετικό, ένα πολιτικό κείμενο ή μια κριτική στο κόμμα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι κάτι άλλο, και απλά είναι εξαιρετικό! Η γλώσσα και ο χειρισμός αυτής με απίστευτη μαεστρία από τον συγγραφέα, το καθιστούν ένα από τα γνωστά που λέμε μεταξύ μας οι αναγνώστες “διαμαντάκια”.
Καλογραμμένο, συγκινητικό και θλιβερό. Λόγω προσωπικών συνθηκών το διάβασα απνευστί, μέσα σε λίγες ώρες. Θεωρώ πως αν ήταν γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο θα ήταν πολύ καλύτερο. (Επανέρχομαι στο διαχρονικό παράπονό μου, περί συγγραφέων προσκολλημένων σε ένα παρελθόν μακριά από αυτό των βιωμάτων τους..)
Αν σήμερα δεν μπορεί κάποιος να περιμένει πολλά από έναν συγγραφέα που εκδίδει το όγδοο βιβλίο του, βιβλίο που έχει μάλιστα βραβευτεί (βραβείο μυθιστορήματος 2022, περιοδικό «ο αναγνώστης»), δεν ξέρω από πού μπορεί να τα περιμένει αυτά τα «πολλά». Το λέω αυτό με πλήρη συναίσθηση της βαρύτητας μιας τέτοιας δήλωσης, γιατί θέλω να υπογραμμίσω τη θέση της λογοτεχνίας σε έναν κόσμο που στερείται μεταφυσικών ερεισμάτων. Από τον λογοτέχνη οφείλουμε να ζητάμε «τον ουρανό με τ’ άστρα». Το χιόνι των Αγράφων τού Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη ήταν ένα βιβλίο που το πήρα στα χέρια μου με εξαιρετικά μεγάλες προσδοκίες.
Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. Η εμμονή των Ελλήνων συγγραφέων να γράφουν ξανά και ξανά μυθοπλασίες με θέμα τον Εμφύλιο θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την εμμονή φτασμένων ηθοποιών να παίρνουν μέρος σε ταινίες με σκοπό μια «αρπαχτή» όπως λέμε. Μπορεί να ακούγεται σαν βεβήλωση μιας εκ των ιερών αγελάδων της ελληνικής πεζογραφίας –η άλλη είναι προφανώς η εμμονή με τους γεννήτορες– αλλά η πεζογραφική ενασχόληση με τον Εμφύλιο μόνο έτσι μπορεί πλέον να ερμηνευθεί. Το λέω αυθόρμητα αυτό κάθε φορά που βλέπω σε δελτίο τύπου ή ράφι βιβλιοπωλείου ένα πεζογράφημα της συγκεκριμένης θεματικής. Κατόπιν σκέψεως βέβαια, οφείλω να αναγνωρίσω ότι το τραύμα είναι βαθύ, οι αφορμές αυτό να ματώνει ξανά και ξανά ουκ ολίγες, και η τέχνη ανεξάντλητη· συνεπώς, κάθε περίπτωση οφείλουμε να την κρίνουμε εκ νέου χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τον συνωστισμό που έχει προηγηθεί. Έτσι, η ανάγνωση του μυθιστορήματος Το χιόνι των Αγράφων υπαγορεύτηκε πρωτίστως από τη βράβευσή του και δευτερευόντως από τις διθυραμβικές κριτικές που έχει λάβει. Επισημαίνω εδώ ότι η βράβευση του συγκεκριμένου βάζει και το λιθαράκι της για τη διαιώνιση της εμμονής για μυθοπλασίες πάνω στη συγκεκριμένη θεματική. Δεν μπορώ δηλαδή να φανταστώ νέο λογοτέχνη που να μην διαβάζει, έστω αχνά και υποσυνείδητα, σε αυτή το βραβείο τον συμβολισμό μιας ανακουφιστικής προσκόλλησης των κριτικών στο συγκεκριμένο θέμα.
Το βιβλίο του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση καλογραμμένου σπονδυλωτού μυθιστορήματος (δεν θα σχολιάσω τον ειδολογικό σκόπελο) που όμως αδυνατεί να ξεφύγει από κοινοτοπίες αλλά και διεκπεραιωτικούς αυτοματισμούς που τελικά δυναμιτίζουν τη λογοτεχνικότητά του. Ομολογώ ότι όταν το διάβασα πρώτη φορά μού φάνηκε πολύ καλύτερο από όταν το ξαναδιάβασα μετά από μόλις μια εβδομάδα. Το πιο δυνατό σημείο του είναι το κεφάλαιο «Χειμερινή Ολυμπιάδα» που στέκει με τον τρόπο του πιο μακριά από το χρονικό σημείο του Εμφυλίου και σκιαγραφεί την προσπάθεια του ήρωα, του Χαράλαμπου Σουρούτση, να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν του καθώς περισυλλέγει, εμμονικά, για σχεδόν τριάντα χρόνια, οστά των νεκρών «της στρατιάς των αμάχων» που έχουν ξεμείνει στο βουνό θαμμένα στο χιόνι και τη λάσπη. Παρότι αυτό δεν αναφέρεται, ο συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να καταλάβει ότι ο Χαράλαμπος, τα οστά αυτά τα θάβει στο κοιμητήριο της μονής όπου και διαμένει. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι πολύ σωστά χρονισμένο, αρχίζει όπως πρέπει να αρχίσει και τελειώνει με τη σωστή δόση αμφισημίας. Τα υπόλοιπα κεφάλαια δεν διαθέτουν παρόμοια χάρη, αν και ομολογουμένως έχουν και αυτά τα καλά σημεία τους.
Το Χιόνι των Αγράφων εμφορείται από τον χαρακτήρα του «αναστοχασμού» –ίδιον της αριστερής ιδεολογίας– μόνο και μόνο λόγω της οπτικής του γωνίας: είναι μια κριτική για τους ηττημένους του Εμφυλίου εκ των έσω, από τη σκοπιά δηλαδή των ηττημένων. Θυμίζω ότι αυτή είναι και η ματιά του εμβληματικού μυθιστορήματος του Άρη Αλεξάνδρου, και μάλιστα, με τον δικό του τρόπο, ασκεί και ο Χατζημωυσιάδης κριτική στις αστοχίες τής όχι μόνο αριστερής ιδεολογίας. Το βιβλίο όμως είναι χαρακτηριστικά σύντομο (156 σελίδες) για τους στόχους που θέτει ο δημιουργός του. Η ανασύνθεση μιας εικόνας –της πορείας των αμάχων από τη Βράχα προς τη Μακεδονία– από διαφορετικές οπτικές γωνίες, που σε αρκετά σημεία συγκλίνουν, μοιάζει διεκπεραιωτική και παρότι ο συγγραφέας δεν καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς μέσω γλωσσικών ιδιωμάτων, αρκετές φορές, αισθάνθηκα άβολα με την επιλογή φράσεων που έφταναν επικίνδυνα κοντά σε έναν υπερβάλλοντα λυρισμό. Πριν όμως εξηγήσω σε τι συνίσταται αυτό το «διεκπεραιωτική» ας αναφερθώ σε ένα άλλο πρόβλημα. Το βιβλίο ταλανίζεται από τη μορφή του Γιώργου Βοντίτσου - Γούσια, του αρχηγού της αποστολής, που συνιστά καρικατούρα ολκής. Ο Γούσιας παρουσιάζεται ως ένας εγωκεντρικός και αδιάφορος προς τους ανθρώπους του χαρακτήρας· μια μαριονέτα των ιδεολογικών του εμμονών που δεν ορρωδεί προ ουδενός για να πετύχει τον παράλογο στόχο του. Ο συγγραφέας τον σκιαγραφεί απόμακρο και του προσδίδει ιδιότητες –καλοπερασάκιας, δολοπλόκος, αδιάλλακτος, αχάριστος– αλλά και συλλογιστικές ικανότητες που θα ταίριαζαν περισσότερο σε έφηβο παρά σε αρχηγό στρατιάς. Ο χαρακτήρας του Γούσια συμπληρώνεται και από την εμπάθεια που εκδηλώνει προς τους ομοφυλόφιλους που εμφανίζονται στο πρώτο κεφάλαιο όσο και από τον σεξισμό και την παντελή αδιαφορία που επιδεικνύει προς το πρόσωπο της προσωπικής του βοηθού.
Το χιόνι των Αγράφων είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που βασίζεται σε ένα ιστορικό γεγονός του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα. Πρόκειται για την πορεία των αόπλων της Ρούμελης.
H πορεία αόπλων της Ρούμελης πραγματοποιήθηκε από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) τον Φεβρουάριο του 1948 με κύριο σκοπό τη μετάβαση στις περιοχές του Γράμμου, που έλεγχε ο ΔΣΕ, 1.300 περίπου νεαρών νεοσύλλεκτων μελών του για να εξοπλιστούν, να εκπαιδευτούν και να στελεχώσουν τις μάχιμες μονάδες του ΔΣΕ. Οι νεοσύλλεκτοι προέρχονταν κυρίως από επιστράτευση που έχει πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβρη του 1947 και τον Γενάρη του 1948. Για την πραγματοποίηση της πορείας, οι άοπλοι μαχητές μαζί με ένοπλα συνοδευτικά τμήματα του ΔΣΕ συγκρότησαν μια ταξιαρχία, που έμεινε γνωστή ως «Ταξιαρχία αόπλων Ρούμελης» και η οποία είχε ως επικεφαλής τον υποστράτηγο του ΔΣΕ Γιώργη Γούσια.
Η φάλαγγα ξεκίνησε στα μέσα Φεβρουαρίου του 1948 και ακολούθησε διαφορετική διαδρομή από αυτή που είχαν ακολουθήσει αντίστοιχες φάλαγγες με μαχητές του ΔΣΕ. Η φάλαγγα ακολούθησε πορεία μέσω του βουνού Όθρυς, του θεσσαλικού κάμπου, της λίμνης Κάρλα, των βουνών Κίσσαβος, Όλυμπος και Πιέρια για να καταλήξει στον Γράμμο μέσω Χασίων στις 25 Μάρτη του 1948. Από το ξεκίνημα της πορείας η φάλαγγα είχε γίνει αντιληπτή από τις κυβερνητικές δυνάμεις που σε όλη τη διάρκεια της πορείας προσπάθησαν να τη διαλύσουν, έχοντας σύμμαχο τις πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες που δυσκόλευαν την πορεία της ταξιαρχίας του ΔΣΕ. Μετά από μεγάλο αριθμό μαχών, χωρίς τρόφιμα και με τεράστιες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό, η φάλαγγα έφτασε στον Γράμμο έχοντας όμως απολέσει (νεκροί, τραυματίες, αιχμάλωτοι και λιποτάκτες) τα τρία τέταρτα των μελών της.
Πρόσφατα όμως διάβασα το ιστορικό βιβλίο του Βασίλη Σάνδρη «Πορεία θανάτου», εκδ. Επίκεντρο (https://www.fractalart.gr/poreia-than...), στο οποίο ο συγγραφέας μελετά το ίδιο γεγονός συγκεντρώνοντας προφορικές μαρτυρίες από επιζώντες (https://www.youtube.com/watch?v=0eVu7...), όπως επίσης και τις διαθέσιμες γραπτές πηγές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσω να απολαύσω τις επινοημένες ιστορίες του Παναγιώτη Χατζημωσιάδη στο βιβλίο του «Το χιόνι των Αγράφων», επειδή έκανα ασυνείδητα σύγκριση με τις πραγματικές ιστορίες των επιζώντων, όπως καταγράφονται στο βιβλίο του Βασίλη Σάνδρη «Πορεία θανάτου».
Από όλες τις ιστορίες του σπονδυλωτού μυθιστορήματος «Το χιόνι των Αγράφων», η ιστορία που παρουσιάζεται στο κεφάλαιο με τίτλο Χειμερινή Ολυμπιάδα είναι παρασάγγας καλύτερη από όλες, σχεδόν αριστουργηματική.
Το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζεται το "Χιόνι των Αγράφων", είναι η ιστορία της Ταξιαρχίας των Αοπλων της Ρούμελης, ένα επεισόδιο της πρόσφατης ιστορίας μας η συμβολική αξία του οποίου δεν έχει συζητηθεί επαρκώς.
Πρόκειτα για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα του οποίου η δομή είναι αξιοθαύμαστη μέσα στην απλότητα της σύλληψής της. Έξι ιστορίες προσώπων που συμμετέχουν στην πορεία της Ταξιαρχίας από τη Βράχα των Αγράφων ως την Πίνδο, σε διαφορετικά σημεία της πορείας αυτής, που διαγράφουν την εξέλιξή της, από την αρχική εκπαίδευση των επίστρατων ως την αποκαρδιωτική της κατάληξη.
Το "Χιόνι" είναι εξαιρετικά καλά ιστοριογραφημένο και προϊόν συστηματικής έρευνας. Από εκεί και πέρα όμως έχει και αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία. Είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο, επειδή ακριβώς έρχεται να φωτίσει αυτό το επεισόδιο. Το κάνει δε, με έναν τρόπο ισορροπημένο -όχι όμως εξισορροπιστικό- με βαθιά ενσυναίσθηση και βάζοντας στο επίκεντρο την ανθρώπινη συνθήκη. Μου θύμισε κάποια από τα καλύτερα έργα που έχω διαβάσει γύρω από τον ισπανικό εμφύλιο, όπως είναι για παράδειγμα τα "Τυφλά Ηλιοτρόπια" του Alberto Mendez.
Το πλαίσιο και οι ιστορίες καθεαυτές είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Το ίδιο και η επιλογή των ηρώων, που δεν είναι οι πρωταγωνιστές των ιστορικών γεγονότων, αλλά "ανώνυμοι" από τις μάζες της ταξιαρχείας των αόπλων.
Δυστυχώς εκεί που το βιβλίο ήταν η αφηγηματική φωνή. Τα γεγονότα παρατίθενται σαν αναφορά συμβάντων. Έτσι ο αναγνώστης παραμένεις απόμακρος, και τελικά αδιάφορος απέναντι στους ήρωες. Ίσως οι ίδιες ιστορίες να ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσες αν η αφήγηση ήταν σε πρώτο πρόσωπο, ή αν ο αναγνώστης μπορούσε να μοιραστεί τα συναισθήματα των ηρώων. Οι συνεχείς αλλαγές στο χρόνο (αόριστος - ενεστώτας) επίσης δεν βοηθάνε καθόλου.
Δυστυχώς δεν κατάφερε να εκπληρώσει τις μεγάλες προσδοκίες που μου δημιούργησαν τόσο οι θετικές κριτικές όσο και η βράβευση του βιβλίου. Αν και σε γενικές γραμμές είναι καλογραμμένο και περιέχει κάποιες αξιομνημόνευτες σκηνές, σε πολλά σημεία η αφήγηση γίνεται διεκπεραιωτική, ιδίως όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να πλαισιώσει ιστορικά τα εξιστορούμενα γεγονότα. Συναφής με αυτό το μειονέκτημα είναι η αίσθηση ότι συχνά η ανάδειξη της αφηγηματικής φωνής των ηρώων του μυθιστορήματος υποτάσσεται στην επίδειξη των προθέσεων του συγγραφέα.
Σύντομο βιβλίο σχετικά με τον Εμφύλιο, διαβάζεται ευκολα και η γραφή του συγγραφέα μου άρεσε καθώς ήταν η πρώτη φορά που τον διαβάζω και δεν ήξερα τι θα συναντήσω… απλά,θα ήθελα περισσότερα ιστορικά στοιχεία ..παντως αν και λιγότερες από 200 σελίδες καταφέρνει να σε μεταφέρει στην δύσκολη αυτή περίοδο της χώρας μας.. αξίζει η ανάγνωση του!
Δύσκολο θέμα ,τραγική ιστορία ειπωμένη όπως θα την είχαν ζήσει οι ανώνυμοι συμμετέχοντες του δημοκρατικού στρατού που συμμετείχαν σε μια πορεία καταδικασμένη στην ήττα και στον θάνατο .Το τελευταίο κομμάτι κλείνει πολύ δυνατά με την μόνη ιστορια του αξιωματικού Γεωργιάδη που κλήθηκε για ενισχύσεις και είχε ένα τραγικό τέλος .
Σπονδυλωτο μυθιστορημα με 6 διηγηματα. Στην ουσια διηγειται την ιστορια 6 ηρωων οπου ο καθενας δινει τον προσωπικο του αγωνα χωρις ισως το αποτελεσμα που ονειρευονταν. Ο καθενας για τους δικους του λογους. Ενα πολυ καλο βιβλιο μεσα απο μια ανθρωπινη ματια για μια πολυ ταραγμενη περιοδο
Ζούμε σε ένα ιδιότυπο 1984 όπου η ιστορία δεν αναθεωρείται απλά αλλά (ξεδιάντροπα) ξαναγράφεται με ανιστόρητα ντοκιμαντέρ στις οθόνες, αν-αντικειμενικά ρεπορτάζ πολιτικής στα συστημικά ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ, λασπολογίες ιστορικών φιγούρων απο τρολ σε κοινωνικά δίκτυα και (σε περιπτώσεις οπως εδώ του χιονιού) την προώθηση υποκειμενικων ψευδοϊστορικών (και καλλιτεχνικά ασήμαντων) έργων, για να υπηρετήσει το αφήγημα της ορθής επικράτησης του καπιταλισμού (και μάλιστα στην πιο αηδώς εξαρτημένη ελληνική μορφή του). Η (ναι σιγά)αστική τάξη της Ελλάδας αφού μέσα από νεποτισμούς, ευνοιοκρατία, οικονομική αδιαφάνεια και διαφθορά, κατέκτησε την, κρατική διακυβέρνηση επιδιώκει και την ιδεολογική κυριαρχία (κυρίως μέσα από ακριβώς το ξαναγραψιμο της ιστορίας) που θα νομιμοποιήσει τις πρακτικές της και θα εμπεδώσει τη συνεχή της πολιτική εξουσία. Μια κοινότυπη σπονδυλωτή ιστορία που δεν θα έκανε καμία εντύπωση έγινε θέμα βραβεύσεων απλά και μόνο γιατί κανει μια μανιχαϊστική (καλό κακό) ερμηνεία της πιο δύσκολης ιστορικής περιόδου της ελληνικής ιστορίας και καταδικάζει την αριστερή ιδεολογία μέσα από την τερατολογική παρουσίαση των πρωταγωνιστών μιας απο τις πιο εμβληματικής (παρά την αποτυχία της) ιστορικές στιγμές του εμφυλίου.
Άργησα να το διαβάσω. Το νιώθα ότι θα είναι μαχαιριά. Κάθε διήγημα ένα καρφί στην εικόνα του Δημοκρατικού Στρατου, που άφησε στα χέρια του αδίστακτου Γιώργου Γουσια, τόσα νέα παιδιά, γεμάτα ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, να σβήσουν στο χιόνι των Αγράφων..