Estate del 2015. Il romanzo si apre con la protagonista, Pighì Vojagis, che si trova sull'isola di Siros per riconoscere quello che è probabilmente il cadavere del marito, Stelios, scomparso un paio di mesi prima da Kukutsi, un'altra isola dove Pighì e lui vivevano. Il riconoscimento è un evento doloroso, e ancora più doloroso il rientro della donna con il cadavere a Kukutsi, sorta di corteo funebre attraverso il Mar Egeo. Nel corso del viaggio di ritorno i primi dubbi cominciano ad assalire Pighì: il cadavere scoperto a Siros era davvero quello del marito? Stelios era morto per cause accidentali, scivolato da una scogliera a picco di Kukutsi, come tutto induceva a credere, o si era tolto la vita? Quanto c'entrava la morte di Stelios con la morte della diciassettenne Nina, avvenuta esattamente quarant'anni prima presso la stessa scogliera dell'isola, che aveva visto coinvolti, oltre a Stelios, anche i suoi due migliori amici dell'epoca? E in che misura quella vecchia storia, riportata alla memoria dalla morte di Stelios, era stata determinante nella vita successiva di Pighì e del defunto marito, una coppia che in vita non si era mai abbandonata davvero alla passione e che soltanto dopo la morte di Stelios sembra ritrovare una paradossale, inconcepibile armonia.
Ioanna Karystiani (Greek: Ιωάννα Καρυστιάνη) is a Greek screenwriter and winner of the Greek National Book Award.
After studying Law, she initially made a name for herself as a cartoonist and screenplay writer. It was not until the 90s that she decided to publish prose. She has also worked as a scriptwriter and made a name for herself among the Greek film industry.
She lives in Athens and in the Greek island of Andros and is married to the Greek film director Pantelis Voulgaris. They have two children. They have worked together in films such as Nyfes and Psyhi Vathia.
Ioanna Karystiani has had success with her short stories book "I kyria Kataki" (Mrs Kataki) and her novel "Mikra Anglia" (Little England, published in English as "The Jasmine Island") in which she describes the romances, lives and work of a family in the sailor community of the island of Andros in the first half of the twentieth century. The novel achieved the Greek National Award for Literature.
Η όμορφη γλώσσα και ο συχνά ποιητικός λόγος (με κάποιες σκόπιμες μεταπτώσεις σε καθημερινές κουβέντες και προστυχόλογα) δεν επαρκούν για να σώσουν την αδύναμη (ανύπαρκτη;) πλοκή και το άνευ λόγου και αιτίας φινάλε.
Ενδιαφέρουσα ανάπτυξη χαρακτήρων (το δυνατό κομμάτι του βιβλίου), αλλά πέραν αυτού μια σούπα από καθημερινά γεγονότα (συχνά ασύνδετα) καθώς και μια λίγο επιδερμική ενασχόληση με το προσφυγικό πρόβλημα και κάποιες σκόρπιες αναφορές στα όσα τραγελαφικά ζήσαμε το 2015.
Είναι φορές μέσα στο βιβλίο που αισθάνεσαι ότι η Καρυστιάνη "έπαθε Μάτεσι" (βλ. "Πάντα καλά"), αλλά όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθώς η τραγωδία και το κωμικό στοιχείο αγωνίζονται σε μια διελκυστίνδα με διακύβευμα την κυριαρχία στο ύφος της γραφής, χωρίς να κερδίζει κανένα από τα δύο, και, κυρίως... το βιβλίο.
2,5 για την ακρίβεια. Δεν θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα της Καρυστιάνη. Σίγουρα η γλώσσα της, οι περιγραφές της, η ψυχογράφηση των ηρώων της είναι τα δυνατά της σημεία. Πέρα από αυτά όμως το βρηκα κάπως κουραστικό. Μου έδινε την αίσθηση ότι εκεί κάπου στη μέση είχε εξαντλήσει το θέμα και αναμοχλεύε τα ίδια και τα ίδια. Στα θετικά σίγουρα είναι η περιγραφή της Ελλάδας στην τωρινή κατάσταση της (οικονομική κρίση-προσφυγικό).
Μετά από το μυθιστόρημα Το φαράγγι και ας πούμε μία μικρή αποχή τριών χρόνων η πολυγραφότατη συγγραφέας Ιωάννα Καρυστιάνη επιστρέφει με ένα νέο και αμιγώς κοινωνικό μυθιστόρημα, πάντα μέσω των Εκδόσεων Καστανιώτη! Ο τίτλο αυτού είναι Χίλιες ανάσες. Πρόκειται για μία δυναμική συγγραφική επιστροφή που με εξέπληξε ευχάριστα! Έχοντας προσπαθήσει να διαβάσω κάποια απ’ τα πρώτα έργα της συγγραφέως στο παρελθόν, δίχως βέβαια επιτυχία ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση για τη συγκεκριμένη μου αναγνωστική επιλογή.
Όντας πια εξελιχθεί και ωριμάσει ως αναγνώστης μπορώ να πω ότι απόλαυσα πραγματικά τις Χίλιες Ανάσες της κ. Καρυστιάνη, τις οποίες και διάβασα απολαυστικά αργά, όχι γιατί το βιβλίο δεν κυλούσε, το αντίθετο θα έλεγα, απλά γιατί ήθελα να βιώσω το συναίσθημα που ανέβλυζε από κάθε λέξη της συγγραφέως, καθώς και να προβληματιστώ έχοντας ως βάση τις σκέψεις της συγγραφέως. Η Ιωάννα Καρυστιάνη τοποθετεί τη δράση του μύθου της στο Κουκούτσι. Ένα νησί γέννημα της συγγραφικής της φαντασίας. Ένα νησί ξεχασμένο κάπου στο Αιγαίο. Ένα νησί από εκείνα τα άγνωστα και δυσπρόσιτα, τα «άχρονα» όπου η καθημερινότητα των κατοίκων του κυλά σε άλλους ρυθμούς. Ένα νησί όπου τα κοινωνικό-πολιτικά τεκταινόμενα της χώρας φτάνουν ως ένας απόηχος!
Με φόντο λοιπόν το «ακριτικό» Κουκούτσι και με αφορμή την εύρεση και την αναγνώριση της σορού του πνιγμένου Στυλιανού Βογιατζή του Νικολάου και της Αθανασίας , η συγγραφέας μας συστήνει μία εκ των 3 βασικών πρωταγωνιστριών του βιβλίου, την Πηγή Βογιατζή, μητέρα της Αμαλίας και προσφάτως χήρα. Η Πηγή ως μηχανικός αυτοκινήτων διατηρεί το συνεργείο που κληρονόμησε από τον επίσης μηχανικό πατέρα της, στο Κουκούτσι.
Τους υπόλοιπους πρωταγωνιστικούς ρόλους μοιράζονται η Πόπη Χράπη, η οποία ασχολείται με τις μεταφράσεις και ζει μεταξύ Αθήνας και του νησιού καταγωγή της και η Πέπη Μεϊντάνη, μία χήρα γυναίκα που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον γενέθλιο τόπο της. Η Πόπη είναι μια γυναίκα που βιώνει θα λέγαμε μία μικρή κρίση ηλικίας, μία γυναίκα που αποζητά την επιβεβαίωση μέσα απ’ τις περιπέτειες της μιας βραδιάς με νεότερους ηλικιακά άνδρες.
Αντίθετα, η Πέπη είναι μία γυναίκα κάπως αργόσχολη, που τα έχει βρει με τον εαυτό της εδώ και χρόνια. Μία γυναίκα που λατρεύει τον κινηματογράφο, αλλά δυστυχώς έχει την ευκαιρία να τον απολαύσει μοναχά μέσα απ’ τα dvd. Μία γυναίκα που παρά το περασμένο της ηλικίας της δε διστάζει να φλερτάρει και να διεκδικήσει την προσοχή του άλλου φύλου και συγκεκριμένα την προσοχή του βορειοελλαδίτη αστυνομικού, που δείχνει ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του για ‘κείνη.
Η Πηγή, η Πόπη και η Πέπη είναι τρεις μεσήλικες γυναίκες που οδεύουν σταδιακά προς το κατώφλι της τρίτης ηλικίας. Τρεις γυναίκες που έχουν δημιουργήσει μεταξύ τους μία πολύ δυνατή φιλική σχέση, που κρατά από τα σχολικά τους χρόνια. Σχέση, η οποία δοκιμάστηκε μέσα στο χρόνο, πέρασε τα σκαμπανεβάσματα της, μιας και υπήρξαν περίοδοι που οι τρεις φίλες χάνονταν, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως η μία έπαψε να σκέφτεται και να ενδιαφέρεται για τις υπόλοιπες δύο!
Ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της Πηγής είναι αυτός που θα συνδράμει στο να σμίξουν ξανά οι τρεις φίλες, με σκοπό να στηρίξουν, να παρηγορήσουν και να ελαφρύνουν το πένθος της Πηγής. Η επανένωση αυτή θα γίνει η αφορμή για να αναβιώσει το παρελθόν μέσα απ’ τις συναντήσεις τους, κατά τη διάρκεια των οποίων αναμνήσεις κυρίως των εφηβικών τους χρόνων, αναμνήσεις που περικλείονται από ένοχα μυστικά, πολύ σκοτάδι και αμφιβολίες, έρχονται στο φως. Αναμνήσεις οι οποίες βαραίνουν από ένα τραγικό γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου το 1975. Γεγονός που στιγμάτισε για πάντα τη ζωή τους, ταλαιπωρεί ακόμα και σήμερα την σκέψη τους, ενώ παράλληλα γεννά πλήθος αναπάντητων ερωτημάτων.
Οι τρεις ηρωίδες της συγγραφέως αναμοχλεύουν μνήμες, ακροβατούν ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν και ταυτόχρονα δείχνουν να προβληματίζονται για θέματα που αφορούν την τροπή που έχει πάρει η ζωή τους τα τελευταία χρόνια. Πότε έχοντας συντροφιά η μία την άλλη, και πότε εντελώς μόνη η καθεμιά, τόσο η Πηγή, όσο η Πόπη και η Πέπη, μελαγχολούν αναλογιζόμενες τον χρόνο που πέρασε, τις ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες και τα όνειρα τα φτερά των οποίων τσάκισαν στις επιβολές της μικρής και συντηρητικής τους κοινωνίας. Προσπαθούν να αποδεχτούν και να συμφιλιωθούν με το γήρας και το αναπόφευκτο του τέλους. Παλεύουν με τη μοναξιά που γλιστρά απρόσκλητη τα βράδια από την κλειδαμπαρωμένη εξώπορτα. Παλεύουν μόνες αλλά και μαζί, γιατί η φιλία τους πέρασε με επιτυχία το τεστ του χρόνου, δοκιμάστηκε, μπορεί να λύγισε, μα ποτέ δεν έσπασε!
Από το ακριτικό Κουκούτσι στην Αθήνα που κοχλάζει από τα γεγονότα που λαμβάνουν καθημερινά χώρα στους δρόμους της. Πορείες, αγανακτισμένων ανθρώπων και συγκεντρώσεις αυτών στην πλατεία Συντάγματος, από την πλατεία Ομόνοιας την γεμάτη πια με μετανάστες, νόμιμους και μη, στα πραγματικά αφιλόξενα κέντρα φιλοξενίας των νησιών όπου οι μετανάστες στοιβάζονται σαν σωροί από άψυχα αντικείμενα, η Ιωάννα Καρυστιάνη συνθέτει ένα ατόφιο κοινωνικό μυθιστόρημα που όχι μόνο προβληματίζει τον αναγνώστη για σύγχρονα θέματα, αλλά και τον συγκινεί, αφού η Πηγή, η Πόπη και η Πέπη όντας γυναίκες καθημερινές, της διπλανής πόρτας θα εισβάλουν κατευθείαν μες την καρδιά τους, κερδίζοντας επάξια μία θέση σε αυτή!
Ένα μυθιστόρημα με στιγμές βαθιά ποιητικές, όπου ο λυρισμός της συγγραφέως βρίσκεται σε έξαρση, αλλά και στιγμές σκληρές, όπου ο ρεαλισμός που πάντα χαρακτηρίζει τη γραφή της Καρυστιάνη παίρνει τα ινία! Ένα μυθιστόρημα βαρύ από άποψη συναισθημάτων, που αποκλείεται να μη κάνουν τους ώμους του αναγνώστη αν όχι να λυγίσουν, τουλάχιστον να τρέμουν λόγω του πληθωρικού τους όγκου. Ένα μυθιστόρημα όμως που έχει και τις φωτεινές στιγμές του, στιγμές αισιόδοξες κι ελπιδοφόρες, στιγμές γεμάτες με το ιδιαίτερο, λιγάκι μαύρο και κυνικό χιούμορ της συγγραφέως.
Ολοκληρώνοντας, οι Χίλιες Ανάσες είναι ένα μυθιστόρημα που προειδοποιεί ξεκάθαρα από τον τίτλο του ακόμη τον αναγνώστη, πως για να ολοκληρώσει την ανάγνωση του θα χρειαστεί χίλιες ίσως και περισσότερες ανάσες, κι αυτό γιατί μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου, μέσα απ’ το παρόν και το παρελθόν της Πηγής, της Πόπης και της Πέπης, κάθε αναγνώστης θα συναντήσει τον εαυτό του, τις σωστές και λανθασμένες επιλογές της δικής του ζωής, τα ανομολόγητα συναισθήματα και τις πιο κρυφές, ίσως και σκοτεινές σκέψεις του, με τα οποία και θα κλιθεί εν τέλει να αναμετρηθεί!
Μέσα από αναδιπλώσεις, συντακτικά ανακόλουθα, αποσιωπήσεις και βραχυλογίες η περιήγηση σε εννέα (στην πραγματικότητα) uneventful μήνες μετά από έναν θάνατο και η (όχι πολύ τραγική, όχι πολύ κωμική, όχι πολύ περιπετειώδη, ούτε καν σημαδεμένη από συγκλονιστικές αποφάσεις) ζωή ενός πλήθους πρωταγωνιστοδευτεραγωνιστών, η οποία (όπως όλων μας) δεν είναι παρά το διάνυσμα της συνιστώσας προσωπικών επιλογών και ιστορικών γεγονότων σαράντα χρόνων απ τη μεταπολίτευση και με��ά που διαμόρφωσαν τη σημερινή Ελλάδα. Έχοντας ξεπεράσει το (πιθανά επαγγελματικής διαστροφής) σεναριακό άγχος της πλοκής, έχοντας απαλλαχθεί από την (αντικαθιστούσα την αυθεντική λαϊκότητα) φολ��λορικότητα του Σουέλ και τις ψυχολογικοφιλοσοφικές κοινοτυπίες του Φαραγγιού και έχοντας σταματήσει να παίρνει (τον εαυτό της και συνεκδοχικά) τα κείμενά της πολύ στα σοβαρά, η Καρυστιάνη κατορθώνει (αυτό που απέτυχε στον Άγιο της Μοναξιάς) να διηγηθεί με τρυφεράδα, διεισδυτικότητα και χιούμορ μια γλυκόπικρη καθημερινότητα (μοναχικών και ενίοτε σακαταμένων) ανθρώπων. Υ.Γ. Η τελευταία παράγραφος/πρόταση του βιβλίου, μου πρόσφερε ένα από τα λιγότερο αναμενόμενα τέλη βιβλίου που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια.
Αριστούργημα. Γιατί; Για τον ποιητικό λόγο, για τη χρήση της ελληνικής γλώσσας, για την λεπτομερή απεικόνιση του χτες και του σήμερα στην ουσία και στις λεπτομέρειες, για την αποδόμηση της ψυχής και την ανασύσταση της, για τις βελονιες στο κέντημα μιας απλής μικρής ιστορίας σ ένα μικρό νησί που είναι όλος ο κόσμος , για τις ψηφίδες στο ψηφιδωτό της ζωής απλών ασήμαντων ανθρώπων που είμαστε εμείς , για την αστυνομική πλοκή, το πολιτικό σχόλιο, το κοινωνικό μήνυμα , την αβίαστη ροη, το συγκλονιστικό τέλος!
Α π ο λ α υ σ τ ι κ ό!!! Τι ωραία γραφή! Και οι γυναίκες της ιστορίας ολοζώντανες, λίγο απ´ όλες μας καθρεφτίζουν Και ο χρωστήρας της Καρυστιάνη περιγράφει με λέξεις τις ψυχές, τα μάτια, τα βαθειά του ύπνου, οσα δεν ξεστομίζονται αλλά και την φύση, τα μικρά πράγματα, τα ασήμαντα και τα πιο σημαντικά Την ευχαριστώ
Μιας και ειναι η αγαπημενη μου συγγραφεας το περιμενα με μεγαλη ανυπομονησια και φυσικα το αγορασα και ξεκινησα να το διαβαζω την πρωτη μερα που κυκλοφορησε. Το προτεινω 100%! Η αμεσοτητα του λογου της αλλα και το σημερα στο οποιο διαδραματιζεται η ιστορια της, γεννα σκεψεις και προβληματιζει. Δυνατη ιστορια, ενα μυστηριο που ζητα να επιλυθει και καποιες φρασεις που ειναι γροθια στο στομαχι και στεκονται εκει για μερες...η ηρωιδα αναζητα στη θαλασσα το πτωμα του αντρα της και οι συνειρμοι που γεννα σε ενα Αιγαιο γεματο πτωματα δινουν τροφη για σκεψη και πραξη.
H Ιωάννα Καρυστιάνη θεωρώ ότι συγκαταλέγεται στους κορυφαίους ΄Ελληνες λογοτέχνες. Πλέκει με αριστοτεχνικό τρόπο πολλές εικόνες μέσα σε λίγες γραμμές με λεπτομερείς αλλά όχι κουραστικές περιγραφές. Οι ήρωες της είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, άνθρωποι της διπλανής πόρτας σαν να τους γνωρίζεις, σαν να σου μιλούν οι ίδιοι για το τόπο τους, τα πάθη τους τα συναισθήματά τους. Η Καρυστιάνη εμβαθύνει πολύ στους ήρωες της, τους μελετά και τους συμπληρώνει. Οι χίλιες ανάσες όπως και τα προηγούμενα θέλουν αφοσίωση και προσοχή στην ανάγνωση για να μπεις στο κλίμα και το πνεύμα της αφήγησης.
Un libro che parla di rapporti, d’amore di dedizione famiglie i e di amicizia . Parla di questa donna a cui scompare il marito è che è travolta dai dubbi da quando ritrovano un cadavere in acqua . Mi piacciono molto i libri che hanno un finale che ti sorprende o ti da pensare nell’ultima pagina. Narrazione molto confusa e lenta però
Τις πταίει που δεν κατάφερα να το τελειώσω; Καλή πένα,μα εμένα δεν μπόρεσε να με δελεάσει η ιστορία της....ίσως σε μια άλλη στιγμή,αν και πλέον νομίζω πως μου τέλειωσε με τα βιβλία της Καρυστιανη....
Διάβασα τις Χίλιες ανάσες και με το που τις τελέιωσα είχα την ανάγκη να γράψω κάτι για αυτές. Είναι παρηγορητικό να σκέφτεσαι πως στην ζωή που αργά η γρήγορα θα σημαδευτεί από θανάτους αγαπημένων προσώπων ο άνθρωπος βρίσκει η και φτιάχνει μονος του τα μέσα για να ζει με αξιοπρέπεια και αγάπη. Με πρόσωπα γυναίκες οι οποίες νοιώθεις πως δεν υπήρξαν πρωταγωνίστριες ούτε στην δική τους ζωή φανταζόμουν πως η παραπάνω πρόταση δεν θα γινόταν πράξη. Το βιβλίο όμως αυτό με τον πιο φυσική και ανθρώπινη ροή γεγονότων , αρχικά απο την απόλυτη θλίψη και παράνοια που προκαλέι ένας απρόσμενος θάνατος και σταδιακά μέσα από την αμφισβήτηση , σου διδάσκει κάτι για το μεγαλείο της φύσης του ανθρώπου. Η αλήθεια αυτη αποκαλύπτεται στα πρόσωπα όχι μέσα από ξεσπάσματα και βίαεις αντιδράσεις , δηλαδή τον ανθρώπινο μηχανισμό αυτοσυντήρησης , αλλά μέσα από μικρές νίκες που σχέση έχουν να κάνουν με την ομορφιά, τη φύση, την συντροφικότητα. Αποκαλύφθηκε έτσι και σε μένα μια αλήθεια που δεν την νοιώθεις φυσική και επόμενη αλλά ανεξιχνίαστη και συνεπώς απόκοσμη.
Την Καρυστιάνη την παρακολουθώ χρόνια. "Τα σακιά" της είναι ένα από τα βιβλία που που με σημάδεψαν, την έχω ήδη κατατάξει στις αγαπημένες μου συγγραφείς. Η ιστορία του παρόντος βιβλίου δεν έχει κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο ή το καινοφανές. Μια γυναίκα μένει χήρα ενός συζύγου που αγνοείται. Το πτώμα βρίσκεται (;), η αγωνία της παίρνει τέλος, το πένθος γίνεται τελεσίδικο. Στο άγνωστο, μικρό Κουκούτσι, νησί του Αιγαίου, όπου συμβαίνουν αυτά, η νοοτροπία της ελληνικής επαρχίας στη σύγχρονη βερσιόν της προσωποποιειται. Γυναικείες φιλίες αντοχής, ζωές που στο κατώφλι ψάχνουν ακόμη το νόημά τους και εσωτερικές αναζητήσεις που μοιάζουν διαχρονικές με φόντο το προσφυγικο και την κρίση. Πέρα από την απολαυστική, χαρακτηριστικά δική της σκοτεινιά στη γραφή (κάτι ανάμεσα σε μπουνιά στο στομάχι και ανομολογητη σκέψη) το βιβλίο αυτό αποτελεί συμπυκνωμένη τέχνη του λόγου :οι λέξεις επιλέγονται και κολλούν μοναδικά, σαν να ξέρουν ακριβώς τη θέση τους, σαν να μην μπορούσαν παρά να αποτελούν κομμάτι του συγκεκριμένου παζλ. Δεν χόρταινα να σημειώνω φράσεις! Λογοτεχνία στα καλύτερα της...
Πολύ δυνατή η αρχή του μυθιστορήματος, πολύ αγαπημένο το ύφος της Καρυστιάνη, τη θεωρώ πραγματικά από τις ωραιότερες φωνές στη σύγχρονη πεζογραφία μας. Κάτι όμως στην πορεία δε με κράτησε. Το σκηνικό σε νησί, οι τρεις πρωταγωνίστριες που έχουν η μια την άλλη και μοιράζονται τη μοναξιά και τις λύπες τους, ακόμη και ένας καλόγερος που κάπου μπαίνει στην ιστορία, μου θύμισαν τον «Άγιο της μοναξιάς», όπου βέβαια τα ίδια θέματα αναλύθηκαν πολύ καλύτερα. Από την άλλη, η παλιά ιστορία, το κρυμμένο μυστικό που διατρέχει όλη την ιστορία, δεν κατέληξε σε μια δυνατή κορύφωση, αν και χτιζόταν με ένταση σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Το τέλος συμβολικό, όμορφο, κλείνει τον κύκλο με μήνυμα. Στα συν της, η Καρυστιάνη πάντα παρεμβάλλει στην αφήγηση ειδησάρια και αναφορές σε γεγονότα που συμβαίνουν την εποχή που γράφει.
2015, una piccola isola greca, il mar Egeo coi suoi morti: uno è Stelios, marito e amore della vita di Pighì. E' veramente suo il corpo rimasto impigliato nella rete di un pescatore? E la morte di una ragazza avvenuta 40 anni prima dallo stesso scoglio è una coincidenza? La vita degli abitanti dell'isola, i dubbi di Pighì sulla morte del marito, l'amicizia forte fra tre donne, la questione dei tanti migranti che giungono in Grecia. La scrittura sa a tratti coinvolgere con belle immagini, alcuni personaggi sono ben caratterizzati così come l'ambientazione, ma in altre parti è respingente, sconnessa quindi non mi ha convinta del tutto.
Mille sospiri è ambientato su una piccola isola greca dove tutti si conoscono e le storie personali s’intrecciano. La trama ruota attorno a Pighi, il cui marito è scomparso in mare. La storia inizia con il dubbio riconoscimento del cadavere, ormai in stato di decomposizione, ripescato in mare un paio di mesi dopo l’annegamento. L’inizio è promettente, ma poi la narrazione si dilunga troppo e a tratti finisce per annoiare, peccato. Il finale però riesce a sorprendere, lasciando spazio a un dubbio.
Parte bene, ma nello sviluppo si perde. scrittura non semplice e che richiede molta attenzione. Sembra quasi di cadere sempre nello stesso punto e rischia di diventare noioso. Passano nove mesi in cui non accade niente e non si va avanti. Si riprende nell'ultima decina/quindicina di capitoli dove la storia riprendere carattere. Poco spazio per Amalia, e racconti aperti per quanto riguardo Pepi e Popi.
Υπέροχη γραφή, ωστόσο η πλοκή δεν μου άρεσε, καθώς δε με άφησε να κατανοήσω τους χαρακτήρες. Λίγο βιαστικά, λίγο ανάκατα, με ένα όμως ανατρεπτικό και απολαυστικό τέλος.
Οι Χίλιες ανάσες διαβάζονται απνευστί και όμως είναι ένα πυκνό και απαιτητικό βιβλίο. Η Καρυστιάνη επιδεικνύει απόλυτο έλεγχο του υλικού της: οι αναδρομές γίνονται με δεξιοτεχνία, οι αποκαλύψεις γίνονται με απόλυτη ακρίβεια. Το βιβλίο οικειοποιείται κώδικες του αστυνομικού μυθιστορήματος και τους ανατρέπει ταυτόχρονα, αφού, και εδώ, όπως κάποιοι λένε ότι γίνεται στη ζωή, η απάντηση έρχεται όταν παύει πια να υπάρχει η ερώτηση.