Έλεγαν οι ψαράδες παλιά ότι, όταν κάποιος πνιγόταν στην ανοικτή θάλασσα και δεν υπήρχε πτώμα για να θάψουν οι συγγενείς του, αρκούσαν το όνομά του, το πορτρέτο του και λίγα ρούχα του, που θα είχαν τη μυρωδιά του. Τα λόγια αυτά μετέφερε η Έλμπα στον υιό της Τόνιο, κι ο τελευταίος μέσα σ’ ένα άσπρο χαρτόκουτο τακτοποίησε τα λιγοστά υπάρχοντα του πατέρα του, ενός από τους πέντε ανθρακωρύχους που σκότωσε η έκρηξη και καταπλάκωσαν τα χώματα κι οι πέτρες, για να το παραχώσει σ’ ένα νεκροταφείο στους λόφους του Τσιλιμίγκο.
Με την προετοιμασία της εξόδιου αυτής ακολουθίας και την ανάβαση στις τέσσερις κορυφές, όπου ο Τόνιο θα αποχαιρετήσει τον πατέρα του και η Έλμπα τον σύντροφό της, ο José Donoso, στο τελευταίο του βιβλίο, προϊδεάζει τον αναγνώστη του για όσα πρόκειται ν’ απαντήσει στις σελίδες που θ' ακολουθήσουν, όταν η εισχώρησή του στο μυθοπλαστικό σύμπαν του συγγραφέα θα έχει πια ολοκληρωθεί.
Μυθιστόρημα γεμάτο αντιθέσεις και συμβολισμούς, εμπνευσμένο από τη σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων των ανθρακωρυχείων της Λότα (Χιλή), ολοκληρώθηκε μετά κόπων και βασάνων από τον ήδη εξουθενωμένο από την αρρώστια συγγραφέα του. Κι ίσως γι’ αυτό το Παπαδοπαίδι (El Mocho), παρότι (φαίνεται να) έχει όλα τα χαρακτηριστικά του συγγραφικού έργου του J. Donoso, υπολείπεται στην ένταση της αφήγησης.