Αυτό που προσθέτει πόντους στο εγχείρημα της συγγραφέως είναι τα διερωτήματα που βάζει στη σκέψη της αστυνομικίνας, η αφέλεια τους που ξεπερνάει την έλλειψη επαγγελματικής εμπειρίας και είναι δηλωτική της απειρίας ζωής, ειδικά σε ό,τι αφορά στερεοττυπικές παραδοχές. Το γεγονός πως την κάνει άπειρη σε όλα και όμως τόσο απόλυτη, όσο μόνο οι πολύ νέοι άνθρωποι μπορούν να είναι, κρύβει χωρίς να κρύβει, μια πολύ σικάτη ανάπλαση. Για να το πάω και λίγο παρακάτω, σε αντίθεση με άλλους χαρακτήρες που αναπτύσσονται μόνο αποσπασματικά και άρα οι αντιδράσεις τους πιστευτές μεν, ακαταλαβίστικες, λόγω της έλλειψης, της έκπτωσης, ή της αδυναμίας, εν προκειμένω η αστυνομικίνα δομείται άριστα και σε όλο το μήκος και τις άλλες διαστάσεις.
Η συγγραφέας με τη Μάρια γίνεται ιδιαίτερα διεισδυτική στο συνδυασμό μοναξιάς, απειρίας, στερεοτύπων και κοινωνικής αποξένωσης. Επίσης, τα δυο γνωστότερα μοτίβα που συναντάμε στη λογοτεχνία, αλλά και στη ζωή, γύρω απ’ τις αμήχανες σχέσεις γονιών – παιδιών, είναι είτε παιδιά που ρίχνουν όλο το βάρος της ευθύνης στους γονείς, είτε όπως εδώ, το εξ’ ίσου μη υγιές, να παίρνει το παιδί όλο το βάρος της ευθύνης αυτής. Τα ενοχικά παιδιά είναι τα πιο δύσκολα στις αποτυπώσεις. Φοβάμαι πως η συγγραφέας εγκλωβίζεται μέσα σε αυτό το lifestyle νεανικό ημι – αστυνομικό μυθιστόρημα.
Στα πλην συναντάμε διαρκώς άλματα σκέψης, που μοιάζουν σα να δάγκωσε ξαφνικά την αστυνομικίνα, ο Πουαρό, στο σβέρκο. Στα συν όμως, η ιδιαίτερη ματιά της συγγραφέως, σε μια παράπλευρη υπόθεση βιασμού που εξιστορείται. Ακολουθούν αποσπάσματα, με το μεγαλύτερο ντεσαβαντάζ της συγγραφέως, που απαιτούν υπομονή, απ’ τον αναγνώστη:
<< Η Μίργια ήταν παραδοσιακή άλτο, μελαχρινή, χοντρή και βλοσυρή >>
<< Άντε πάλι, σκέφτηκα, ψάχνοντας στη ντουλάπα μου κάτι της προκοπής για να φορέσω. Η φούστα της στολής μου ήταν στο γραφείο, οπότε μια χαρά θα ταίριαζε το καλύτερο τζιν μου. Τα μαλλιά μου ήταν βρεγμένα, όμως το πιστολάκι θα τα έκανε να μοιάζουν με κόκκινη τζίβα. Προσπάθησα να βάλω λίγο μέικ απ στο πρόσωπο μου που είχε κοκκινίσει κι έκανα μια γκριμάτσα στον καθρέφτη. Τα πρασινοκίτρινα μάτια μου θύμιζαν μάτια γάτας, τα σγουρά μαλλιά μου, που είχαν την άγρια υφή σκοινιού, ήταν τονισμένα με κόκκινη βαφή. Η ανασηκωμένη μύτη μου που την είχε κάψει ο ήλιος, δεν ενέπνεε καθόλου σεβασμό στους άλλους. Κάποιος είχε πει πως το στόμα μου ήταν αισθησιακό, πράγμα που στα φινλανδικά σημαίνει, ότι το κάτω χείλος ήταν πολύ παχύ >>
<< Έπειτα ήρθε η Τούυουλια και μου είπε μην τραγουδάς τόσο θλιμμένα τραγούδια κι εγώ έπιασα να τραγουδάω γνωστά κι αγαπημένα. Μετά έφαγα και πήγα στη σάουνα. Ύστερα παραβγήκαμε στην κολύμβηση με το Γιούκα και κέρδισα εγώ. Έπειτα έγινα στουπί, ο Γιούκα είχε καλό ουίσκι. Τζακ Ντάνιελς. Το ξέρεις έτσι >>;
<< Τα μαλλιά του που έφερναν λίγο προς το κόκκινο – άραγε φυσική απόχρωση; - είχαν μοντέρνο κούρεμα και τα ρούχα του ήταν ψαγμένα, οι κάλτσες ταίριαζαν απόλυτα με το βιολετί πουκάμισο και το σκελετό των γυαλιών του. Ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος κι έδειχνε πιο μικρός απ’ την ηλικία του, σχεδόν παιδί >>
<< Τη Δευτέρα το πρωί παρατηρούσα ευχαριστημένη το είδωλο μου στον καθρέφτη. Η στενή σκούρα μπλε υπηρεσιακή φούστα και το πουκάμισο που είχα σιδερώσει άψογα με μεγάλη προσπάθεια ταίριαζαν απόλυτα. Τα μαλλιά μου ήταν τραβηγμένα σε κότσο και τα σκούρα χρώματα του μακιγιάζ μ’ έκαναν να φαίνομαι μεγαλύτερη. Με τα ρούχα, το χτένισμα και το μακιγιάζ μπορούσα, ευτυχώς, να δημιουργήσω την εικόνα που ήθελα για εμένα. Με την υπηρεσιακή φούστα ένιωθα ώριμη και τυπική, με τζιν και αθλητικά παπούτσια άρχιζα να βλαστημάω και να τρέχω ακόμα και με το ζόρι. Έβαλα ελάχιστο κραγιόν, ξέροντας πως είχα φτιάξει μια μάσκα και κρυβόμουν πίσω της. Μια χαρά ήταν >>
<< Παλαιότερα, κολλούσα στον τοίχο μου φωτογραφίες όμορφων αντρών, μια καλή συλλογή, αλλά στο τέλος τα βαρέθηκα όλα αυτά. Οι περισσότερες φωτογραφίες αντρών που υποτίθεται ότι είναι ερωτικές γίνονται πολύ βαρετές όταν τις κοιτάζεις για καιρό >>
<< Κανένα από τα μέλη του πληρώματος του δεν είχε πατήσει στεριά, οπότε τόσο ο Πέτερ Βάλρους όσο και ο Γιάρμο Πέλτονεν δεν έπαιζαν, όπως είχα υποθέσει >>
<< Ο Γιούκα ήταν όμορφος, χάρμα οφθαλμών, με τον Άντι όμως, κάποτε μου άρεσε να κουβεντιάζω. Δε θα ήταν καθόλου άσκημος ο Άντι, από τη στιγμή που πάντα θεωρούσα σέξι τους άντρες με μεγάλο στόμα και μεγάλη μύτη. Ένα μείγμα Μικ Τζάγκερ και Ντάστιν Χόφθμαν θα ήταν ιδανικό. Τσέκαρα και τους δικεφάλους του, που τόσο τους είχε διαφημίσει η Μίργια, προσπαθώντας να το παίξω αδιάφορη. Το μαύρο μακό μπλουζάκι του έκοβε τα καλοσχηματισμένα μπράτσα του >>
<< Το παλιό μαύρο φόρεμα με στένευε στους ώμους. Το είχα αγοράσει για τη γιορτή της αποφοίτησης από το λύκειο και τότε δεν έκανα μπόντι μπίλντινγκ. Φόρεσα ένα μαύρο καλσόν για να μη φαίνονται οι αξύριστες γάμπες μου >>
Παρόλα αυτά, η συγγραφέας χειρίζεται με μαεστρία τη μέτρια πλοκή της και εύχρηστα, σε μια εποχή που μας κάνει να θυμηθούμε πως ήταν πολλά πράγματα πριν την καινοτομία, των κινητών τηλεφώνων, στα συν και πλην και το πλαίσιο είναι πειστικό, δημιουργώντας ατμόσφαιρα. Πάντως για ένα ταξίδι, ή γενικά παρεμφερείς αναμονές, είναι τίμια επιλογή ψυχαγωγίας. Εν προκειμένω, για μπλόκμπαστερ Σαββατόβραδου ήταν οκ.
Η βαθμολογία όμως μένει αυτή, γιατί μπορείς να παχύνεις τρώγοντας μακαρονάδα, ή πατάτες τηγανιτές με μαγιονέζα, δε χρειάζεται να φας γαριδάκια.
Το τέλος, παρά τη γενική ευκολία, που το κάνει λίγο φτηνό, είναι συμπαγές και γευστικό.
Η επιμέλεια ήταν καλή γενικά, αν και τα γράμματα ήταν κάπως ξέθωρα. Ωστόσο, η κα Μαρτζούκου και η κα Ροδοπούλου, ίσως την επόμενη φορά που θα προχωρήσουν στη μετάφραση και απόδοση ενός ποιήματος, να ζητήσουν τη συμβουλή κάποιου, που να το ‘χει περισσότερο.