Ένα εξαιρετικό αλλά δύσκολο βιβλίο που ευτύχησε άψογης μετάφρασης και επιμέλειας.
600 πυκνογραμμένες σελίδες για υπομονετικούς αναγνώστες με αντάλλαγμα την ποιότητα της γραφής. Ο τρόπος που γράφει ο Πάουλς παγιδεύει τον αναγνώστη και τον κρατάει δέσμιο στις σελίδες του, κάνοντας τον να παλεύει πολλές φορές με αφορισμούς, οδυνηρούς ίσως για μερικούς ( ...ο Θεός αυτό το μεταμφιεσμένο σε δημιουργό παράσιτο ...).
Το δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη της περιοχής μου στις 25/01/2018, μετά από προτροπή ενός ευγενικού κυρίου που με είδε να ψάχνω βιβλία στα ράφια της Λατινικής Αμερικής.
Όταν το ξεκίνησα, μετά από τις πρώτες σελίδες, θυμάμαι, πήρα μια βαθιά, αργή ανάσα και αναφώνησα "τι βιβλίο!!!". Η συνέχεια όμως δεν ήταν το ίδιο εύκολη για μένα. Συνηθισμένη να διαβάζω και να επεξεργάζομαι γρήγορα, στριμώχτηκα σε ένα προσεκτικό και αργό διάβασμα που δεν ήταν για όλες τις ώρες.
Άρχισαν, λογικά, οι παράλληλες απιστίες για να φτάσει επιτέλους το καλοκαίρι και να αφοσιωθώ με ησυχία στο βιβλίο ώστε να το τελειώσω επιτέλους.
Σε ποιον δεν αρέσουν οι καταλυτικοί έρωτες; Οι απόλυτοι; Οι μοναδικοί; Οι πέρα από τον εαυτό, τη λογική, τους άλλους; Ποιος δεν θα ήθελε τον "έρωτα - κουκούλι", τον αιώνιο και απαραβίαστο, τον ένα και μοναδικό;
Αυτή είναι η ιστορία του Ρίμινι και της Σοφίας. Για να ακριβολογώ, αυτή είναι η ιστορία του Ρίμινι, με τη Σοφία να πηγαινοέρχεται και να ορίζει το παρελθόν.
" Τα είχαν κάνει όλα. Είχαν ξεπαρθενέψει ο ένας τον άλλον και τον είχαν κλέψει από την οικογένειά του· είχαν ζήσει και ταξιδέψει μαζί· μαζί είχαν επιβιώσει από την εφηβεία κι έπειτα από τη νεότητα και είχαν ξεμυτίσει στην ενήλικη ζωή· μαζί είχαν γίνει γονείς και μαζί είχαν κλάψει τον μικροσκοπικό νεκρό που δεν πρόλαβαν να δουν· μαζί είχαν γνωρίσει δασκάλους, φίλους, γλώσσες, δουλειές, απολαύσεις, θέρετρα, απογοητεύσεις, συνήθειες, περίεργα φαγητά, αρρώστιες - όλα τα αξιοθέατα που μπορούσε να τους προσφέρει μια συνετή αλλά ευμετάβλητη εκδοχή αυτού του μείγματος αιφνιδιασμού και προσωρινότητας που συνήθως αποκαλούμε "ζωή" και από τον καθένα είχαν κρατήσει κάτι, το μοναδικό ίχνος που τους επέτρεπε να το θυμούνται και να ξαναγίνονται για μια στιγμή εκείνοι που το είχαν βιώσει. Και για να είναι πλήρης η συλλογή, οριστικά πλήρης, αυτοί οι ίδιοι πρόσθεσαν το τελευταίο κομμάτι: το χωρισμό. Όπως όλα, τον οργάνωσαν μαζί, με την ακρίβεια, την αφοσίωση, τη χειροτεχνική σχολαστικότητα με την οποία είχαν σφυρηλατήσει τα τρόπαια του έρωτα μέσα στο χρόνο και κατά τη διάρκεια του ενάμιση μήνα που τους χρειάστηκε για να τον οργανώσουν, τίποτα, ούτε ένα ίχνος περιφρόνησης ή ασέβειας δεν τόλμησε να αμαυρώσει την καθαρότητα με την οποία είχαν αποφασίσει να αποχαιρετιστούν. Ο χωρισμός δεν ήταν το επέκεινα του έρωτα, ήταν το όριό του, η κορύφωσή του, η εσωτερική μεθόριος της επικράτειάς του· αν τον ολοκλήρωναν όπως εκείνοι σκόπευαν να τον ολοκληρώσουν, με αγάπη, αυτό ακριβώς θα επέτρεπε στον έρωτα να πεθάνει καλά· δηλαδή, με τα δικά τους λόγια, να συνεχίσει να ζει χωρίς αυτούς στο εσωτερικό της φυσαλίδας που είχαν δημιουργήσει."
Μετά το χωρισμό, που τον αποφάσισαν στο απόγειο του έρωτα τους, ο Ρίμινι προσπαθεί φιλότιμα να προχωρήσει και να ξεχάσει.
Παρακολουθούμε τη ζωή του σε αυτό το "μετά".
Παρακολουθούμε δηλαδή, το παρελθόν που εισβάλλει από τις μικρές χαραμάδες του παρόντος και πλημμυρίζει τον κόσμο του.
Τον βλέπουμε να διαλύεται και να προσπαθεί να ανασυντεθεί.
Το παρελθόν δεν έχει να κάνει μόνο με τη Σοφία. Αφυπνίζονται ένα σωρό αναμνήσεις και συναισθήματα από την παιδική ηλικία του Ρίμινι που τον εκπλήσσουν αρχικά με τη σφοδρότητα τους και στη συνέχεια τον φέρνουν πιο κοντά στον εαυτό του.
"Τίποτα δεν μπορούσε να τον ενοχλήσει. Ο κόσμος ήταν πολύ μακριά κι ο Ρίμινι ήταν σαν αόρατος. Θα έδινε τα πάντα για να μπορούσε να ξορκίσει το ποσοστό δυστυχίας, πόνου και απογοήτευσης που ήξερε πως παραμόνευε σε κάποιο μυστικό δωμάτιο του πεπρωμένου του. Σκέφτηκε πως ποτέ ξανά δεν θα ήταν τόσο ισχυρός όσο εκείνη τη στιγμή για να το αντιμετωπίσει. Ήθελε να επωφεληθεί. Και αν δεν επωφελήθηκε, αυτό συνέβη επειδή η ευδαιμονία είναι από τη φύση της εχθρός κάθε διαχειριστικής θεώρησης. Η ευτυχία είναι απώλεια, ξόδεμα, κατασπατάληση - και κούραση. Ήταν η κούραση από την καθαρότητα, την ομοιομορφία και την ομοιογένεια της ευτυχίας-όχι η κούραση του να κολυμπάς, αλλά του να μένεις ακίνητος, επιπλέοντας σ΄ένα στοιχείο που πάντοτε είναι πανομοιότυπο με τον εαυτό του." σελ. 202-203
Ο Ρίμινι, ξεκινώντας να ζει έξω από την τροχιά του πρώτου έρωτα του, έρχεται αντιμέτωπος με τη ζήλεια.
"Ο Ρίμινι είχε την τάση να σκέφτεται τη ζήλια σαν μια αυθαίρετη αλλά αδυσώπητη μηχανή, ειδικευμένη να μεταφράζει τη διαφανή γλώσσα του έρωτα σε μια εφιαλτική διάλεκτο : ο έρωτας κυλούσε χωρίς προβλήματα μέχρι που σκόνταφτε πάνω σε μια ακαθαρσία, η ακαθαρσία δημιουργούσε μια πτυχή, η πτυχή προκασούσε ένα φαινόμενο ρήγματος, η ροή του έρωτα φύραινε - κι όλα ανατρέπονταν και άλλαζαν πρόσημο, και ο Ρίμινι, που ένα λεπτό πριν ενσάρκωνε έναν πολλά υποσχόμενο πατέρα, τώρα ήταν ένας ξεδιάντροπος και άγριος παιδεραστής." σελ. 207
Διαβάζοντας για το παρελθόν, έπιασα κάποιες φορές τον εαυτό μου να ανατρέχει στο δικό μου παρελθόν και αυτή η ακούσια διαδικασία με άγχωσε και έκανε να αναδυθούν πλήθος φιλοσοφικά ερωτήματα, ακατάλληλα για θερινή ραστώνη.
“ ... κατάλαβε μέχρι ποιου σημείου το αλησμόνητο των πραγμάτων, ή μάλλον αυτού του παράξενου συμπλέγματος γεγονότων, προσώπων, πραγμάτων, τόπου και χρόνου που αποκαλούμε στιγμή δεν είναι τόσο μια ιδιότητα των πραγμάτων, δεν είναι τόσο το αποτέλεσμα του τρόπου με τα οποία τα πράγματα φτάνουν ως σε εμάς, διεισδύουν μέσα μας και μας επηρεάζουν, όσο το αποτέλεσμα μιας βούλησης για διάρκεια, μιας επιθυμίας που ήδη τότε, τη στιγμή που σχηματίζεται, ξέρει καλά πως απειλείται από την αποτυχία. Λέμε πως κάτι θα μείνει αλησμόνητο όχι μόνο για να ενισχύσουμε, μετατρέποντας την ήδη κατά κάποιον τρόπο σε παρελθόν, την ένταση με την οποία το βιώνουμε τώρα, στο παρόν, αλλά κυρίως για να την προστατέψουμε, να την περιβάλλουμε με όλον το ζήλο και τη φροντίδα που θεωρούμε απαραίτητα, κι έτσι να εξασφαλίσουμε πως έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, όταν ούτε ο κόσμος ούτε ε��είς θα είμαστε πια οι ίδιοι, αυτό το θραύσμα εμπειρίας θα βρίσκεται ακόμα εκεί, περιμένοντας μας, αποδεικνύοντας μας πως υπάρχει τουλάχιστον ένα πράγμα που μπόρεσε να αντισταθεί στα πάντα. Τίποτα όμως δεν είναι αλησμόνητο. Δεν υπάρχει ανοσία απέναντι στη λήθη.”
Άλλες φορές πάλι ο αναγνώστης εκπλήσσεται από σκληρές διαπιστώσεις.
“Αυτούς τους άντρες που οι γυναίκες τους διακρίνουν, τους γοητεύουν, τους κλείνουν σε διαμερισματάκια των τριών δωματίων και τους μετατρέπουν σε οικογενειάρχες, αυτούς τους άντρες που μετά, με τον καιρό, αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι γυναίκες με τις οποίες έχουν ζήσει μια ολόκληρη ζωή τούς είναι εντελώς άγνωστες και ποτέ δεν κατάλαβαν τίποτα για αυτούς, ποτέ, τίποτα, ξεκινώντας από τα βασικά, ποιοι είναι, ποιοι στ΄αλήθεια είναι, τι τους κάνει ευτυχισμένους, τι τους αρρωσταίνει, τι τους τρελαίνει από χαρά, από τι θέλουν να ξεφύγουν, ποιους παραδείσους ονειρεύονται,και τότε πεθαίνουν και ο γιατρός λέει “έμφραγμα” ή “ανεύρυσμα”, αλλά στην πραγματικότητα πεθαίνουν από πίκρα...”
Ο Πάουλς γράφει με πάθος, όχι όμως εμφανές. Το πάθος του είναι υπόγειο και εμφανίζεται προσεκτικά, λες και κινδυνεύει να κατηγορηθεί.
“... υπάρχουν ψυχικές καταστάσεις τόσο πυρακτωμένες, που κάθε άγγιγμα ανανεώνει απλώς τη φλόγα τους και καίει και ταΐζει τη φωτιά και καταστρέφει. Το μόνο που μπορεί κανείς να κάνει τότε είναι να αποστρέψει το βλέμμα, να κοιτάξει κάτι άλλο, να σκεφτεί πως υπάρχει ακόμα κάτι στον κόσμο που δεν το έχουν καταπιεί οι φλόγες, μέχρι ο χρόνος, η μόνη αληθινά άτρωτη δύναμη, ικανή να πλήξει χωρίς να πληγεί, να κάνει τη δουλειά του και αυτό που ήταν φλόγα ή αναμμένα κάρβουνα να γίνει επιτέλους ο αχνός απόηχος μιας θέρμης, ακίνδυνη στάχτη.”
Παράλληλα με τη ζωή των πρωταγωνιστών, εμφανίζεται μετά το μισό του βιβλίου, ένα κομμάτι της ιστορίας του ζωγράφου Ρίλτσε, ο οποίος αποτελούσε σημείο αναφοράς του ζευγαριού στην πορεία του. Ο ζωγράφος είναι επινόηση του συγγραφέα, όπως επινόηση είναι και η μορφή της ζωγραφικής που οραματίζεται και κάνει πράξη, η Sick Art. Γραμμένο με σκληρή γλώσσα μπορεί να σοκάρει με την αυθάδεια του αλλά, προσωπικά, το βρήκα ένα ευφυές διάλειμμα από τη ζωή των ηρώων.
Το βιβλίο δικαιούται των 5 αστεριών αλλά του τα στερεί το τελευταίο κεφάλαιο. Συνήθως τα ογκώδη βιβλία πάσχουν στη μέση. Εδώ η κοιλιά έμεινε για το τέλος. Ένα τέλος κατώτερο των προσδοκιών μιας τέτοιας γραφής.
Πιστεύω όμως ότι το “Παρελθόν” θα διδάσκεται σε μερικά χρόνια στα ανάλογα τμήματα των πανεπιστημίων και θα αποτελέσει στο μέλλον ένα κλασσικό βιβλίο αναφοράς.
Θα επαναλάβω ότι το βιβλίο ευτύχησε μιας εξαιρετικής μετάφρασης από την κ. Έφη Γιαννοπούλου και επιμέλειας από την κ. Βασιλική Κνήτου. Πόσα χρόνια είχα να ακούσω τη λέξη ρέκτης!