Μα υπάρχουν τόσο μυρωδάτα απο την άνοιξη της ζωής βιβλία και παράλληλα τόσο φρικτά και βρομερά σαν την αποφορά της σήψης στο πτώμα του κόσμου κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα με τον αλαλαγμό της χαρμόσυνης εικασίας και της μοιρολατρικής πένθιμης καμπάνας;
Υπάρχει. Υπάρχει. Ζει. Ανασαίνει. Παθαίνει και πεθαίνει στα κάστρα της οργής. Σε αυτά τα κάστρα της ψυχής του πεπρωμένου κρύβεται και γεννιέται και μεγαλώνει μια τρομερή, ανυπόφορη, γλυκιά, χαδιάρα, φόνισσα και αγία, σεπτή και συλημένη οργή. Σπάνια οργή, ζόρικη, νόθα, χήρα, πουτάνα, κρυστάλλινη βροχή απο δάκρια οργής, απο παρατημένη τύχη, απο μοιραία ατυχία. Εδώ σε αυτό το μέρος που είναι ανύπαρκτο, εδώ κρύβεται το παν, κάτι περισσότερο απο το παν. Το υπέρτατο κακό του καλού και το αναπότρεπτα οδυνηρό μακελειό της συνείδησης και της παθιασμένης θέλησης για όσα δεν θα μάθουμε ποτέ. Ή για όσα ξέρουμε απο όταν γεννιόμαστε. Απο όταν η οργή του πεπρωμένου γλύφει τις πληγές που αιμορραγούν στα άδολα και διεστραμμένα μυαλά μας.
Μέσα στα κάστρα της οργής βρίσκεται το φρικτό και το μεγαλειώδες. Βρίσκεται η συγκίνηση της νοσταλγίας και η κατάπληξη απο τα χιλιάδες πολύχρωμα βεγγαλικά του οργασμού που προκαλεί το χέρι της μητριάς όταν γεμίζει απο το βελούδινο σπέρμα του εφήβου γιου, γόνου του άνδρα που αγάπησε και που έκλαψε άπειρες νύχτες ανάμεσα στα πόδια του όταν τον προσκυνούσε μαθαίνοντας πως την έχει προδώσει. Μια οργή , μια μπάντα ανθρωπόφωνης ορχήστρας που αντανακλάται πάνω σε ένα υαλουργείο με αναγνωρισμένη και μοναδική ευρεσιτεχνία γυάλινης σχιζοφρένειας και αποτυχημένης απαστράπτουσας ατμομηχανής πάνω σε ράγες που οδηγούν σε πόλεις ονείρων και σε προορισμούς αυτοκτονιών.
Τη νύχτα της θύμησης καίγονται, σχεδιάζοντας το δρόμο διαφυγής της μοίρας. Μοναχικές φωτιές, καλές για να βρίσκεις μια δικαιολογία, οποιαδήποτε. Θα σβήσουν μονάχα όταν ξεσπάσει μια βροχή, δυνατή, ανελέητη που θα θυμίζει τιμωρία.
Και είναι γεγονός πως όταν μπαίνουν στα μάτια σου εικόνες, σαν τη στιγμιαία αντίληψη της άνευ όρων ευτυχίας, θα τις κουβαλάς μαζί σου, πάνω σου για πάντα. Αυτός θα’ναι άραγε ο τρόπος που σε ξεγελάει η ζωή. Σε παίρνει όταν η ψυχή σου είναι ακόμα αποκοιμισμένη, και σπέρνει μέσα σου μια εικόνα ή μια μυρωδιά ή έναν ήχο, που μετά δεν μπορείς να τον βγάλεις. Κι αυτή ίσως να’ναι η ευτυχία. Μα το ανακαλύπτεις μετά, όταν είναι πάρα πολύ αργά. Και είσαι τότε για πάντα εξόριστος, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απο εκείνη την εικόνα, εκείνο τον ήχο, εκείνη τη μυρωδιά. Παρασυρμένος απο τα ρεύματα.
Για να σωθούμε απο αυτά η λύση είναι το διάβασμα. Κι εδώ κάπου ταυτίζομαι, γίνομαι ένα με τις σκοτεινές και βαθυστόχαστα εμμονικές σκέψεις του συγγραφέα. Μέσα στο τρένο της ύπαρξης μου που τρέχει με ταχύτητα στις ράγες της χρονικής μνήμης της συλλογικής ακινησίας, της επανάληψης του αναπότρεπτου σταθεροποιώ την ταχύτητα με τη σταθερότητα ενός φωτισμένου βιβλίου.
Η ευχαρίστηση και μέσα η αρρώστεια και μέσα ο φόβος και μέσα και μέσα .. ας έρθει κάποιος και σιωπηλά ας την κάνει να σωπάσει σε μια γωνίτσα νικηφόρας ησυχίας, ας τη λιώσει για πάντα στη λάσπη μιας ζωής οποιαδήποτε που πρέπει να πληρωθεί σε ένα διάστημα χωρίς πλέον χρόνο, χωρίς ώρες, ας το τελειώσει σε μια στιγμή δίχως μνήμη. Μια σκέψη που δεν είναι τίποτα άλλο απο την υπόκωφη και ψεύτρα σκέψη του θανάτου.
Πάνω στο τρένο κάθε ζωής δεν σταματάει ποτέ το σφυροκόπημα της διεστραμμένης περιστροφής απο την άλλη μεριά του των τζαμιών. Απο εκεί που ξεφεύγουμε απο το φόβο, τον παντοτινό, λίγο πριν μας ρουφήξει ο ίλιγγος της ταχύτητας που ρουφάει το μυαλό και πριν προλάβεις να κοιτάξεις απο την άλλη μεριά του τζαμιού μορφές όμορφες, υπέροχες, πρωτόγνωρες που αν το επέτρεπες τις νικούσε το παιχνίδι του φόβου και κατά συνέπεια εκείνο το πηχτό άμορφο άγχος.
Η αιώνια μεταβαλλόμενη ποικιλομορφία του αλήτη κόσμου τριγύρω και ο μαρμάρινος μικρόκοσμος ενός ματιού που διαβάζει. Ένας πυρήνας σιωπής στην καρδιά ενός εκκωφαντικού κρότου. Αν δεν ήταν αληθινή ιστορία. Αν δεν ήταν η ιστορία μου, θα’ταν σίγουρα μια μεταφορά. Με την έννοια ότι ίσως πάντα, για εμένα, και για όλους, η ανάγνωση δεν είναι τίποτα άλλο απο το καρφώνεις το βλέμμα σε ένα μυστικιστικό σημείο που θα βρεις σε κάθε σελίδα, για να μη σε πλανέψει και σε καταστρέψει το ανεξέλεγκτα σύρσιμο του κόσμου μακριά σου. Δεν θα διάβαζα τίποτα, και ίσως να μην διάβαζε κανείς αν δεν ήταν απο φόβο. Ή για να αναβάλλουμε τον πειρασμό μιας καταστροφικής επιθυμίας στην οποία ως γνωστό θα είναι αδύνατο να αντισταθεί. Διαβάζω για να μη σηκώσω το βλέμμα στο παράθυρο, αυτή είμαι η αλήθεια.
Ένα ανοιχτό βιβλίο - διατείνεται ο συγγραφέας - είναι πάντα η επιβεβαίωση της παρουσίας ενός δειλού. Μπορεί να έχει και δίκιο. Έχει.
Ο αναγνώστης με μάτια καρφωμένα στις αράδες παλεύει να συγκεντρωθεί για να μην αφήσει το κάψιμο του χρόνου να του κλέψει το βλέμμα. Να του δώσει τα παντοτινά εγκαύματα της μνήμης. Οι λέξεις, αυτές οι πολυαγαπημένες, ταξιδιάρες, πλανεύτρες και παρηγορητικής λέξεις. Η απαντοχή και η πλησμονή, σπρωχτούν τον αλαλαγμό του κόσμου σε ένα σκοτεινό κουτί μέχρι να στραγγίξει καλά σε μικρές βινιέτες απο γυαλί που αποκαλούν βιβλία. Η πιο εκλεπτυσμένη των οπισθοχωρήσεων, ναι, ταυτίζομαι, αυτή είναι και η δική μου πραγματικότητα. Η δική μου αλήθεια. Κάτι το βρομερό,κάτι το ντροπιαστικό μα τόσο γλυκύτατο και ανακουφιστικό. Τόσο βρομερό. Μα και τόσο υπερτέλεια γλυκύτατο.
Αυτή την κληρονομιά θα πρέπει να θυμόμαστε και να μεταβιβάζουνε στους απογόνους μας. Κάθε φορά, η αλήθεια θα πηγαίνει απο άρρωστο σε άρρωστο. Σαν ένα αιώνιο μυστικό που δεν ξεθωριάζει ποτέ. Δεν έχει ανάγκη απο την παραίτηση κανενός ούτε απο τη δύναμη κάποιου άλλου για να επιβιώσει. Να χρειαστεί έστω μόνο μία ξεθεωμένη ψυχή για να το αναβιώσει. Και αυτό να επιβιώνει πάντα. Να αντηχεί σαν απόφαση που μπορεί να βουβάνει τη νομοτέλεια της φύσης. Η ανάγνωση. Ναι. Η ανάγνωση είναι μια γλυκύτατη βρομιά.
Ποιος μπορεί να κατανοήσει την έννοια της γλυκύτητας εάν δεν έχει σκύψει πάνω στη ζωή του, αν δεν έχει βάλει όλη του τη ζωή να σκύψει μπροστά στην πρώτη αράδα, στην πρώτη παράγραφο ενός βιβλίου.
Αυτή είναι η μόνη, η γλυκιά προστασία, η απαντοχή απο κάθε φόβο - ένα βιβλίο που αρχίζει - όλα τα ανοιχτά βιβλία σαν φεγγίτες στα σωθικά του κόσμου. Το μέσα του κόσμου και ο έξω κόσμος. Πάντα έτσι τελειώνει. Και πάντα επιλέγουμε τον μέσα κόσμο όλοι εμείς που διαβάζουμε την ύπαρξη μας. Ο πειρασμός βέβαια σφυροκοπά απο παντού ολόγυρα, για να βγεις απο εκεί και να ριψοκινδυνέψεις επιτέλους. Να ζήσεις τον έξω κόσμο. Είναι δυνατόν να είναι τόσο φοβερός, πως γίνεται να μην εξαφανίζεται ποτέ αυτός ο άνανδρος φόβος του θανάτου, του θανάτου, θανάτου, θανάτου, θανάτου!..
Υπάρχει μια άπειρη αξιοπρέπεια στους ανθρώπους, όταν κουβαλούν πάνω τους τους φόβους τους, χωρίς να νοιάζονται , σαν να’ταν τα μετάλλια της μετριότητας τους κι ένιωσα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο να είμαι ένας απο αυτούς.
Κοιτάνε πάντα το άπειρο στο Κουίννιπακ.
Εδώ όμως δεν υπάρχει άπειρο.
🎆🌇🎆
✨🔥✨
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ.
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς και σεμνούς ασπασμούς.