Es junio de 2086 y un virus ha finiquitado prácticamente a toda la humanidad. Solamente restan dos personas en todo el globo terráqueo: un joven y un anciano que pronto dejará de existir. Estos dos últimos supervivientes contemplan las ruinas de la humanidad. Las guerras han terminado, ya no hay hambre en el mundo y las bestias creadas por el hombre fueron desapareciendo. ¿Hacía falta una gran destrucción para que alguien se emocione de nuevo ante una puesta de sol? ¿Hará falta que desaparezca el hombre para ser conscientes de lo que llegó a ser?
Amigorena firma una novela de gran carga poética y nos sitúa cara a cara con un futuro cada vez más cercano mientras se pregunta por los errores del hombre que podrían acabar con la humanidad.
Santiago H. Amigorena écrit, depuis vingt-cinq ans, un projet littéraire qu’il a nommé, pour lui-même, Le Dernier Livre. Ce projet comporte six parties qui couvrent chacune six années de la vie du narrateur. La première partie, publiée en 1998, s’intitule Une enfance laconique et se compose de deux chapitres : Le premier cauchemar, qui raconte pourquoi, à l’âge de dis-moi, l’obscurité commença de lui faire peur, et La Première Lettre, qui s’achève en 1968, lorsque le narrateur, muet de naissance et plus, apprend enfin à écrire. Une jeunesse aphone, deuxième partie du projet, comporte également deux chapitres : Les premiers arrangements, publié en 2002, qui révèle la manière dont le narrateur, en 1973, découvrit la politique et sa plus noble possibilité (l’amitié) ; et Le Premier Exil, à paraître. Une adolescence taciturne, troisième partie du projet, se compose du Second Exil (publié en 2002), où le narrateur endure l’une des deux douleurs aiguës autres que dentaires les plus déchirantes de sa vie (celle d’avoir été arraché à sa langue maternelle), et des Premières Fois (publié en 2016), vaste catalogues des premières fois de l’adolescence qui s’achève par la dernière (celle où le narrateur fait l’amour pour première fois). La quatrième partie, Une maturité coite, couvre les six années suivantes et se compose également de deux chapitres : les joies intenses des deux ans du Premier Amour (2004) et les intenses souffrances des quatre années de la Première Défaite (2012). Le Premier Silence et L’Autre Silence, dont l’écriture n’est pas encore commencée, seront respectivement le premier et le second chapitre d’Une vieillesse discrète, cinquième partie du projet. Et enfin (et ouf ! pourrait-on dire et observer), la sixième partie, pour des raisons qu’il est prématuré d’expliquer ici, aura pour titre La Septième Partie. Un certain nombre d’annexes, écrites sur des modes mineurs, sont également au programme. Certaines ont déjà été publiées (1978, 2003 parue sous le titre Des jours que je n’ai pas oubliés, 2086 parue sous le titre Mes derniers mots), d’autres (1941, 1983, 2008, 1780, 2005) ne sauraient tarder.
Ξεκινώντας και διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου αυτού, πίστευα ότι πρόκειται για άλλο ένα δυστοπικο μυθιστόρημα σαν πολλά άλλα. Όχι ότι δε μου άρεσε ή κάτι τέτοιο. Αντίθετως, βρήκα ανατριχιαστικες και τρομακτικες τις περιγραφές του τι θα μπορούσε να συμβεί σε έναν κόσμο πoυ όλα πήγαν λάθος. Βρήκα ανατριχιαστικο και το ποσό οι περιγραφές αυτές έμοιαζαν με την πραγματικότητα που ζούμε. Σύντομα όμως ανακάλυψα πως έκανα μεγάλο λάθος κατατασσοντας το βιβλίο αυτό απλά στην κατηγορία δυστοπικο. Το βιβλίο, παρόλο τον μικρό όγκο του, είναι - κατά την άποψή μου-πολύ μεγάλης λογοτεχνικής αξίας, με απίστευτα νοήματα, αναφορές σε πεσοα, μπορχες, όμηρο, Νίτσε, διέπεται από τέτοια δύναμη λόγου και "ζωγραφίζει" τέτοιες εικόνες και μεταφορές που συχνά ένιωθα ότι βρίσκομαι μπροστά σε ένα έργο τέχνης. και φυσικα ένα τέλος που προσωπικά με συγκίνησε σε σημείο δακρύων. Μια μεγάλη αναγνωστική έκπληξη για μένα. Must read 👌
«Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι, υπνωτισμένοι από την ανικανότητά τους να κατανοήσουν τη γη πάνω στην οποία ζούσαν, μαγεμένοι από αυτή την αφαίρεση την οποία ονόμαζαν «ανθρωπότητα», δεν σκέφτονταν ποτέ ότι πάνω από όλα συνέχιζαν να παραγνωρίζουν όχι τη Γη ή την ανθρωπότητα, αλλά την ανεξάντηλητη ομορφιά ενός λουλουδιού […] Αυτά τα χρόνια δεν τα γνώρισα. Μου είπαν ότι τότε αγνοούσαν παντελώς την σοβαρότητα των γεγονότων αυτών. Μού είπαν ότι βίωναν απλώς αυτά τα γεγονότα σαν να ήταν αναπόδραστα.»
Χθες το απόγευμα περπάτησα 2,5 ώρες βγαίνοντας σε ένα χωριό-προάστιο της μικρής πόλης μου. Δευτέρα απόγευμα, βρέθηκα στην αγκαλιά της άνοιξης, η φύση στα πιο ωραία της, οι πασχαλιές ελεύθερες για λεηλασία σε κάθε χωματόδρομο, μέσα κι έξω από συρμάτινες περιφράξεις, μια φίλη περνώντας από το σπίτι της για ένα γεια μου έφτιαξε ένα μπουκέτο από λουλούδια του Πάσχα –όπως τα είπε– λέγοντάς μου τα ονόματα απ’ το καθένα. Γύρισα στο σπίτι με μια ανθοδέσμη ωραιότερη κι απ’ την καλύτερη φτιασιδωμένη ανθοδέσμη μιας νύφης, που θα την είχε πληρώσει αδρά, το δίχως άλλο. Γύρισα σπίτι γεμάτη από την πρωτόλεια, απλή και γνήσια χαρά που ανταγωνίζεται σε δύναμη τη χαρά που νιώθει ένα παιδί που τρώει πρώτη φορά παγωτό ή κάτι τέτοιο. Αύριο θα εξαλειφθεί ο κίνδυνος του κορονοϊού. Μεθαύριο θα πάψω πια να βολτάρω στα περίχωρα. Θα ξαναβαφτώ, θα φορέσω τα στιλάτα ρούχα μου και θα κινήσω για τον καθιερωμένο σαββατιάτικο καφέ, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Θα κάνω και μια παραγγελία ζάρα άμα λάχει.
«Ήταν ένας πόλεμος ανάμεσα σε δύο τρόπους ζωής. Προφανώς οι Νομάδες διεκδικούσαν την επιστροφή σε έναν τρόπο ζωής που είχε εγκαταλειφθεί από χιλιετίες. Προφανώς οι οπαδοί της Μόνιμης Επανάστασης φοβόντουσαν αυτή την επιστροφή.»
«Μου είπαν ότι, πριν γεννηθώ, τα παιδιά δεν φορούσαν μάσκες στους δρόμους των πόλεων. Περπατούσαν ανέμελα, ανασαίνοντας τον αέρα που ήταν ήδη από δεκαετίες γνωστό πως ήταν νοσηρός.»
«Να είσαι ένα με το άπαν, αυτό είναι η ζωή της θεότητας, αυτό είναι τα ουράνια του ανθρώπου. Να είσαι ένα με ό,τι ζει, να επιστρέφεις μακάρια ξεχνώντας τον εαυτό σου στο άπαν της φύσης, αυτό είναι η κορυφή στοχασμού και χαράς, αυτό είναι το υψηλό βουνό, ο τόπος αιώνιας γαλήνης, όπου το μεσημέρι χάνει τη λάβρα του και η βροντή τον βρυχηθμό της, και η Θάλασσα που αναβράζει μοιάζει με το κυμάτισμα του σιταρόσπαρτου κάμπου.»
Ο συγγραφέας μάς πάει αγκαζέ με τα συγγραφικά μονοπάτια του Friedrich Hölderlin, Γερμανού ποιητή, και ξυπνάει τις πιο σκοτεινές μας σκέψεις για τα πιο εσχατολογικά σενάρια για την τύχη της «ανθρωπότητας», τα οποία δε φαίνονται και τόσο μακρινά, μάλιστα ήδη τα ζούμε και ταγμένοι στη νέα τάση που λέγεται αδιαφορία, τα προσπερνάμε σφυρίζοντας κλέφτικα. Και για να το ενώσω με κάτι δικά μου, ο «ρινόκερος» περνάει δίπλα μας και δεν αναρωτιόμαστε τι δουλειά έχει ένας ρινόκερος ανάμεσά μας.
«Είχαμε ελάχιστες ανάγκες. Η όποια γη δίνει αρκετά σε όσους ξέρουν να την κατοικήσουν. Την έλλειψη την επινόησαν κάποιοι άνθρωποι. Αρκεί να δει κανείς πώς έζησαν κάποιοι άλλοι στα πιο στέρφα, τα πιο άγονα εδάφη, για να πειστεί ότι κάθε ζωή, παντού, είναι δυνατή χ ω ρ ί ς μ ι ζ έ ρ ι α.»
Από τα βιβλία που διαβάζονται και ξαναδιαβαζονται. Το λάτρεψα και θα πρότεινα σε όλους να το διαβάσουν!!!!! Έυφυεστατη και άκρως ενδιαφέρουσα πλοκή. Δεν είναι απλά ένα ακόμη δυστοπικό μυθιστόρημα όπως πολλά αλλα. Είναι μια σύγχρονη φιλοσοφία που βρίθει από νοήματα. Νιώθω τυχερή που το διάβασα!
Την πρώτη φορά που το έπιασα στα χέρια μου, διάβασα μονορούφι το μισό. Μετά το άφησα για αρκετές μέρες γιατί με ειχαν στοιχειώσει αυτά που διάβασα. Σήμερα πήρα μια βαθειά ανάσα και διάβασα το αλλο μισό. Μοναδική αφήγηση, αλληγορίες που σε χτυπάνε σαν ρεύμα και μια ιστορία που μας τρομάζει γιατί ξέρουμε οτι είναι ενα ενδεχόμενο. Ενα βιβλίο, κοδωνας κινδύνου για την ανθρωπότητα, που όλοι μα όλοι πρέπει να διαβάσουμε. Συγκλονιστικό.
"Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος. Αλλά δεν έχει σημασία. Τι σημασία έχει που πεθαίνω και μαζί μου πεθαίνει ολόκληρη η ανθρωπότητα, αν αυτή η ωραία βραδιά συνεχιστεί να υπάρχει πάνω στη γη."
Μια βαθιά ποιητική δυστοπία για ένα τέλος που δεν είναι τόσο φανταστικό όσο πιστεύουμε. Εξαιρετικό βιβλίο από μια ενδιαφέρουσα και πολλά υποσχόμενη πένα.
Ένα δυστοπικό βιβλίο που τελικά καταλήγει προφητικό για την ολίσθηση του ανθρώπου από την ίδια τη φύση του και την επικείμενη καταστροφή του. Η γλώσσα τόσο άμεση που περιγράφει τα γεγονότα ημερολογιακά δίνοντας πιο έντονη αληθοφάνεια και τονίζοντας τον κύκλο της ζωής του πλανήτη, γιατί σύμφωνα με τον Gunther Anders "προαναγγέλλουμε την Αποκάλυψη μόνο και μόνο για να διαψευδόμαστε"
ναι ο κόσμος είναι υπέροχος . ναι το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά
έπρεπε να γίνει μια τόσο μεγάλη καταστροφή...για να ξαναβρώ όντας ο τελευταίος , την αίσθηση μιας τόσο απλής και βαθιάς ομορφιάς?
από όλες τις αρρώστιες , αυτή έκανε το μεγαλύτερο κακό στην ανθρωπότητα : η αδιαφορία
με τον ίδιο τρόπο που οι πρεσβύτεροι μας είχαν συνεχίσει να ζουν τις δολοφονικές ζωές τους, σκοτώνοντας τα πάντα, μέρα με τη μέρα μεθοδικά...έτσι και εμείς συνεχίσαμε, ματαιόδοξοι και αλαζόνες, να ατενίζουμε την αυτοχειρία της ανθρωπότητας
Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω και που να σταματήσω. Θα γράψω όμως αυτό και θα επανέλθω σε κάνα τρίμηνο για πλήρη κριτική που θα χει μεγαλώσει και άλλο ακόμα μέσα μου: «Τα τελευταία μου λόγια» του Σαντιάγκο Αμιγκορένα, είναι από τώρα το ΣΙΓΟΥΡΟ Νο1 μου στο ετήσιο review με τα καλύτερα βιβλία που διάβασα το 2019. Και είναι ακόμα Μάρτιος. Οπότε, σπεύσατε στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλ��ο που θα πρέπει να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε όλοι.
Ενδιαφέρουσα δυστοπική ιστορία, που ουσιαστικά είναι ο μονόλογος του τελευταίου ανθρώπου πάνω στη Γη. Ο βασικός χαρακτήρας του διηγήματος κάνει έναν τελευταία απολογισμό εκ μέρους του ανθρώπινου είδους και την τελευταία στιγμή αντιλαμβάνεται πως ο πλανήτης μας και γενικά η Φύση θα συνεχίσουν να υπάρχουν και χωρίς εμάς. Είμαστε πολλοί "φρέσκοι" σε αυτόν τον πλανήτη για να μπορέσουμε να τον βλάψουμε, και ειδικά στις μέρες μας μπορούμε να το κατανοήσουμε ακόμα πιο εύκολα. Ο Αμιγκορένα πατάει πάνω σε σκέψεις άλλων προγενέστερων συγγραφέων όπως ο Μπόρχες και ο Χέντερλιν έτσι ώστε να εδραιώσει τη δική του φιλοσοφία. Δεν αποφεύγει όμως διδακτικούς και νουθεσίες, τα οποία ναι μεν δεν είναι ενοχλητικά αλλά κάνουν πολλές φορές το κείμενο αφελές. Υπάρχουν και αρκετά διανοήματα όμως που ίσως εντυπωσιάζουν εκ πρώτης όψεως αλλά δε δίνουν το βάθος που θα ήθελε ο συγγραφέας. Σαν διήγημα έχει δυναμική η οποία όμως χάνεται κατά τόπους αλλά συνολικά διαβάζεται πολύ εύκολα. 3/5
Μάλλον ανήκω στη μειοψηφία των Ελλήνων αναγνωστών που διάβασαν και συγκλονίστηκαν από τούτο το βιβλίο, μιας και προσωπικά δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα. Παραδέχομαι ότι πρόκειται για ένα υποβλητικό και υπαρξιακό δυστοπικό μυθιστόρημα που δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και είναι ικανό να προβληματίσει σοβαρά όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητας, όμως μου φάνηκε κομμάτι υπερβολικό και σε σημεία μη πειστικό, ενώ γενικά αυτού του στιλ τα βιβλία με φιλοσοφικές προεκτάσεις δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, γιατί λίγο-πολύ βαριέμαι την κάθε είδους κατήχηση. Βέβαια, το βιβλίο το διάβασα μονορούφι, χωρίς καμία διακοπή, κάτι που σημαίνει ότι αν μη τι άλλο η αφήγηση με καθήλωσε και η γραφή γενικά μου άρεσε. Όμως, όπως έγραψα στην αρχή, δεν ενθουσιάστηκα, ούτε συγκλονίστηκα ιδιαίτερα.
Summer is supposed to be leaving us tomorrow, but Athens hasn't realized it, since there's a mini heatwave... This very fact, this late relisation reminded me of this book I read recently (unfortunately I think there's no English translation yet), Santiago Amigorena's Mes Derniers Mots (My Last Words), in which the narrator is the last man standing. Strangely enough, it was very easy to read. Very easy to go through the destruction of the world as we know it, the demise of mankind. Maybe it was too tough to even grasp while reading it, but I find myself returning to some bits of it as I read the news, or as I talk to someone about the virus that must not be named. I even took it off the shelf to read some parts to my husband last night. I highly recommend it to anyone who wants to reflect on the current events or to the protection of the environment overall. If you can read Greek or French, that is. 🤷♀️
Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τις εκδόσεις Gutenberg , διαβάζεται γρήγορα και σε βάζει σε εύστοχους προβληματισμούς για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας . Η εισαγωγή της μεταφράστριας και το παράρτημα στο τέλος που το συνοδεύουν το ολοκληρώνουν ακόμα πιο πολύ με εξαιρετικό τρόπο .
Es una novela post-apocalíptica dónde Amigorena lleva más allá este modelo narrativo y lo convierte en el canto del cisne del ser humano. El narrador, que escribe en primera persona, es el último ser humano. Jamás otro ser humano se ha visto frente a semejante soledad y sin embargo la voz narrativa, que es una de las principales cualidades de la novela, resulta serena y modulada, a pesar que también aborda hechos atroces y perturbadores, a pesar que narra la catástrofe definitiva de la especie humana, transmite mucha paz. Sospecho que en última instancia de lo que, habiendo buscado el caso más extremo, habla es de aceptar la soledad e, imaginando la aniquilación de la civilización, la reconciliación con la naturaleza.
Esta novela la adquirí en 2022, cuando la pandemia del Covid todavía coleaba y condicionaba muchos de los actos del día a día. A Amigorena ya lo conocía a través del cine, justamente lo que me llamó la atención fue que el argumento de la novela me recordaba fuertemente a la película italiana "Last words", de temática post-apocalíptica. Y tanto que me recordaba a esa película. Tanto es así que dicho largometraje es una adaptación de esta novela. Había olvidado por completo que se partía de un libro. Decir que novela y largometraje tienen ciertos puntos en común, en grandes rasgos sí son similares, pero su parentesco es bastante lejano. Tras leer la novela y comprobar dichas diferencias, en cuanto caracterizaciones de los personajes, situaciones y contextos, la verdad es que no me parece un fracaso. La novela de Amigorena narra algunas escenas pero en verdad en su impronta abunda más la reflexión filosófica y el repaso a la situación global que condujo al desastre es a grandes números, no se desarrolla mediante escenas. El único punto dónde coinciden obra original y adaptación es que el protagonista es un joven, realiza un viaje por la Europa devastada y acude a La Llamada, una gran convocatoria, pregonada por cada calle del mundo, para reunir en un sólo campamento a los restos de la especie humana. En el libro, en su momento álgido, se reúnen un poco más de 1.300 personas.
Supongo que puede estudiarse al detalle a nivel filológico y filosófico. Porque el texto ya digo que está escrito en primera persona, lo que leemos en la página en teoría es la escritura del propio narrador, de ese último ser humano. Entonces, ¿para quién escribe si es la última persona? Después de él ya no hay destinatarios posibles. Supongo que ahí entramos en el terreno pedregoso de Maurice Blanchot, que la escritura es la voz mediante la cual la conciencia acalla la soledad y escinde el silencio. Por otro lado también podríamos decir que conecta con otro libro que he leído de Amigorena El gueto interior, el libro acerca de la memoria familiar del autor, de su abuelo Vicente, emigrante judío que llegó a Argentina antes de la II Guerra Mundial. Porque la necesidad que mueve a la escritura es la comunicación con la memoria, el hecho de escribir empuja a fijarla, profundizar y reflexionar, la escritura es el mecanismo de la mente desarrollándose.
A un nivel menos hermenéutico, la novela por su puesto cuenta unos hechos, una historia que seguir, aunque sea a grandes pinceladas, pinceladas suaves y escasas pero coloridas y brillantes. El narrador recuerda los atroces tiempos en su París natal. En los años previos a que acudiera a la Llamada presencia todo tipo de hechos macabros en un París abandonado a la buena de dios, un lugar sin ley en la que no había ni agua ni comida y ciertas bandas de gente violenta y peligrosa deambulaba por las calles. En su viaje hacia Atenas, el punto de destino de la Llamada, encuentra un continente despoblado, apenas un par de encuentros con moribundos. En otro punto del libro otro testimonio da a conocer hechos verdaderamente espeluznantes. Pero también tiene muchos momentos para la belleza, en ese último campamento se establece la mayoría del tiempo una comunidad harmoniosa, dónde todos trabajan para todos. Hay amistad, hay comunidad. Es el mundo como debería haber sido. Si se vive según lo que ofrece la tierra, no hay miseria y necesidad, según se expone en otro pasaje del libro.
Y eso mismo conecta con otra capa del libro. Es una lástima no haber leído el Hiperión de Hölderin, la novela poética dónde el autor alemán se imagina viviendo la utopía. Todavía no la he leído y sin embargo a grandes rasgos la conozco, es de conocimiento popular esa célebre cita, El hombre es un dios cuando sueña y un mendigo cuando reflexiona, frase también citada en Mis últimas palabras junto con otros pasajes de Hölderin. Si se trata de una historia sobre un eremita en Grecia eso lo conecta la historia de Mis últimas palabras, ambas obras, desde ángulos diferentes, escenificaban esa comunidad ideal. La nota melancólica es que en la novela de Amigorena es la última convivencia de la especie.
Entre las preocupaciones y problemas que plantea Amigorena está la cuestión del capitalismo, como el crecimiento insensato y desmedido lleva al mundo primero a la superpoblación y luego, cuando se han superado los límites para abastecer de alimento a los habitantes, a la despoblación y de ahí a las crisis climáticas, sociales, luego surge algo llamado el Virus y en unas cuantas décadas los trece mil millones de habitantes del planeta se diezman de forma dramática, la esperanza de vida no llega a los treinta años y luego ya viene el final. Amigorena las expone con muchos datos, posiblemente ficticios. También traza fechas, específicamente la novela se narra desde 2086. Intuyo que todo ello también tiene un propósito, porque se nos habla de algo muy hipotético, es un ejercicio de imaginación y sin embargo el autor también quiere que el contexto no resulte demasiado brumoso, le otorga cierto horizonte específico, deduzco yo, para mover a la reflexión acerca de la plausibilidad de todo este relato que hemos leído y ayudar a que nos hagamos una idea de en qué términos se desarrollan las sucesivas catástrofes.
Es una novelita de poco más de 100 páginas, los párrafos son como versos, con mucho interlineados en cada página y sin embargo el uso de la elipsis, la concentración de la prosa y su carga lírica poseen fuerza, una carga poética mucho más sustanciosa y conmovedora que la mayoría de textos y narraciones que se idean a propósito del peligro del gran colapso. Una voz narrativa de gran potencia abordando un temática definitiva y absoluta. La verdad es que ha superado mis expectativas más optimistas.
Πολύ καλό βιβλίο. Έμεινα πολύ εντυπωσιασμένος και ικανοποιημένος που ακόμα σήμερα υπάρχουν συγγραφείς που συνεχίζουν την τεράστια παράδοση των μεγάλων.
3.5* Είναι μια εξαιρετική έκδοση μαζί με τα απαραίτητα παραρτήματά της που επεξηγούν την διακειμενικότητα με τον Υπερίονα του Χαίλντερλιν και επίσης επί εποχής κορονοϊού δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει ότι ο συγγραφέας ήταν το 2015 όταν το έγραψε πέντε χρόνια μπροστά από την εποχή του. Τότε μπορεί να χαρακτηριζόταν δυστοπικό, τώρα όμως απλά επίκαιρο....
"Μου είπε: αυτοί οι άνθρωποι έδιναν μερικές φορές σε άλλους ανθρώπους να φάνε και να πιουν, αλλά στη γη έδιναν να φάει και να πιει σε κάθε γεύμα τους. Δ��ν υπήρχε μέρα που να πιουν μια γουλιά νερό χωρίς να στάξουν πρώτα λίγο στο χώμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να φάνε έναν άνθρωπο και να μη θάψουν ένα κομμάτι της φρέσκιας σάρκας του στη μητέρα-γη. -Αυτοί οι άνθρωποι, μου είπε κλαίγοντας, πίστευαν ακόμη. Πίστευαν ακόμη σε κάτι.
Όταν προσπάθησα να τον παρηγορήσω, ο Θεός τραβήχτηκε απότομα. Κι έφυγε.
Δεν ήταν ανάγκη να μου εξηγήσει αυτό που είχα ήδη καταλάβει: ότι είχε πιστέψει στις δοξασίες τους, ότι είχε πάρει μέρος στις ορδές αυτές, ότι είχε φάει κι αυτός ανθρώπους ζωντανούς."
Δε βρίσκω τα λόγια να μιλήσω για την εμπειρία που είχα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Αυτή τη στιγμή μπορώ να μιλήσω γι' αυτό μόνο με αποσπάσματα, είτε του ίδιου του Αμιγκορένα, είτε του "Υπερίωνος" του Χέλντερλιν, με τον οποίο συνομιλεί διακειμενικά σε όλη τη διάρκεια του έργου.
"-Είναι ωραίο που δυσκολεύεται ο άνθρωπος να πεισθεί για το θάνατο εκείνου που αγαπάει και κανείς δεν θα έχει πάει στον τάφο φίλου χωρίς την κρυφή ελπίδα να συναντήσει πράγματι εκεί τον φίλο. -Τι λες γι' αυτό, Μπελαρμέν;"
Μελλοντολογικό αφήγημα, φιλοσοφικό, πολιτικό, μυστικιστικό και, επιπλέον, εξαιρετικά λόγιο: πολυάριθμες οι αναφορές του σε σημαντικά κείμενα με προεξάρχον το επιστολικό μυθιστόρημα του γερμανού ρομαντικού Χαίλντερλιν με τίτλο ΥΠΕΡΙΩΝ Ή Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Συχνά φρικιαστικό και αποτρόπαιο, γραμμένο όμως με γλώσσα ποιητική, πηγαίο λυρισμό και τρυφερότητα! Η Ακρόπολη των Αθηνών, σύμβολο της πολυπόθητης ισορροπίας μεταξύ ανθρώπινου πολιτισμού και Φύσης, καλεί τους τελευταίους ανθρώπους να σχηματίσουν μια κοινότητα υπό την αιγίδα της και να σκεφτούν τα λάθη και τα πάθη της Ανθρωπότητας που την οδήγησαν στον αφανισμό, λίγο πριν αφήσουν την τελευταία τους πνοή. Σημαντικά για την κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα τα δύο παραθέματα, από τον Gunther Anders και τον Marcel Proust, που προλογίζουν το κείμενο στέλνοντας ένα ελπιδοφόρο μετα-αποκαλυψιακό μήνυμα. Άνετα 4.5 αστεράκια
Από τα αναγνώσματα που σε αφήνουν έμπλεο συναισθημάτων και όλα τα λόγια μοιάζουν περιττά. Θα ταίριαζε περισσότερο να παραθέσω κάποια αποσπάσματα, αλλά και πάλι θα έπρεπε να αντιγράψω εδώ, όλο το βιβλίο. Εξαιρετική μετάφραση και επιμέλεια της έκδοσης στα ελληνικά.
Παρόλο που οι δυστοπίες γενικά τείνουν να με απογοητεύουν, τούτη εδώ είχε στιγμές που πραγματικά ήταν συγκλονιστικές. Λίγο με ξένισε η επιλογή της ορθογραφίας της Πλημύρας, πάντα θα αγαπώ τα δύο μ στη συγκεκριμένη λέξη, καθώς επίσης και η ορθογραφία του ονόματος του Χαίλντερλιν, όπου στις σημειώσεις της μεταφράστριας είναι με "αι", ενώ στο παράρτημα της κ. Αντωνοπούλου είναι με "ε". Λεπτομέρειες μεν, αλλά... 5/5 για τις μικρές, πικρές αλήθειες,τις οποίες, μέσα στην σημαντικότητά του, ο άνθρωπος καμώνεται πως δεν τον αφορούν.
Ο Αμιγκορένα χρησιμοποιεί το δυστοπικό περιβάλλον για να θίξει φιλοσοφικούς προβληματισμούς . Η αποκάλυψη παρουσιάζεται συχνά με διαφορετικό τρόπο στην λογοτεχνία και ο συγγραφέας πρωτοτυπεί, όχι μόνο με το μη γραμμικό είδος αφήγησης και την μικρή του έκταση αλλά και με τον τρόπο που επιλέγει να ειπωθεί η ιστορία. Δεν είναι σενάριο δράσης και ούτε αντιμετωπίζεται ένας εξωτερικός εχθρός, είναι οι σκέψεις του τελευταίου ανθρώπου στην ύπαρξη, μια υπενθύμιση πως η απομάκρυνσή μας από την φύση μόνο ζοφερή κατάληξη μπορεί να έχει.
Η τέχνη παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο, αφενός με τα ονόματα των χαρακτήρων Ουίλιαμ Σαίξπηρ και Μπελαρμέν κι αφετέρου με την αφθονία λογοτεχνικών αναφορών στα έργα συγγραφέων όπως του Μπόρχες, Χέλντερλιν και Ομήρου. Συντροφιά με το ανθρώπινο είδος κατά τον αφανισμό του βρίσκεται η τέχνη μαζί του, με φόντο τον Παρθενώνα και σε σφιχτή αγκαλιά με την λογοτεχνία, ξεψυχά η στερνή απόδειξη της ανθρωπότητας.
Υπάρχει μια φυσικότητα στην αντιμετώπιση του θανάτου από τους χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες των οποίων τις σκέψεις και συμπεριφορές ακολουθούμε έχουν μια ισορροπία, ο επικείμενος θάνατος δεν τους τρομάζει. Ως σύγχρονοι της αποκαλυπτικής περιόδου είναι πιο προετοιμασμένοι για τα επέκεινα. Ταυτόχρονα όμως έχουν θέληση για ζωή. Ο Μπελαρμέν ως νέος, αποζητά να ζήσει στον κόσμο που του έχουν περιγράψει όσοι έζησαν χρόνια πριν το ξέσπασμα του Ιού, κι ο Σαίξπηρ δεν λυπάται τα παιδιά που έφερε στον κόσμο αυτό, όσο κι αν βασανίστηκαν, επειδή πιστεύει πως η εμπειρία της ζωής έχει αξία. Το ίδιο το βιβλίο, αν και πραγματεύεται το τέλος του είδους της ανθρωπότητας υπό πολύ βίαιες και δυσμενείς συνθήκες κλείνει με αισιόδοξο τρόπο,
Ναι. Ο κόσμος είναι υπέροχος. Ναι. Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά Ναι: αυτή ήταν η ύπαρξη μας και μόνο
“Για αρκετές δεκαετίες, ενώ όλοι ήξεραν πως χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από τη δίψα σε ολόκληρο τον κόσμο, συνέχιζαν ωστόσο να χρησιμοποιούν το νερό για να πλένονται. Πώς , μετά από μερικές χιλιετίες ύπαρξης, η ανθρωπότητα κατέληξε να θεωρεί την καθαριότητα πιο σημαντική από τη ζωή; Ιδού άλλη μία τρομακτική ιστορική λεπτομέρεια για την οποία ποτέ κανείς, ευτυχώς δεν θα χρειαστεί να βρει εξήγηση.”
Έχω διαβάσει αρκετά καταστροφολογικά μυθιστορήματα. Το συγκεκριμένο δυστυχώς δε με κέρδισε. Η δε συνομιλία του συγγραφέα με τον Χέντερλιν με αποτελείωσε. Ωραία η ιδέα της συγκέντρωσης των τελευταίων επιζώντων στην Αθήνα, αλλά ο τρόπος γραφής μου φάνηκε μάλλον άνευρος. Διαβάστε καλύτερα Cormac McCarthy ή Fernanda Trias.