Το Βουνό δεν ήταν για όλους, παρά μονάχα για εκείνους που είχαν σκοπό να πολεμήσουν τις κατοχικές δυνάμεις μέχρι θανάτου. Και, εξόν από ελάχιστους παλιούς κομμουνιστές, θαρραλέοι κι ανυπότακτοι πολεμιστές έγιναν οι τραχείς χωρικοί· και οι καλόγεροι, και οι πρώην ληστές, και οι κλαρίτες, και οι σκηνίτες, και κάτι αμούστακα παιδιά. Κι άλλοι πολλοί, αλαφροΐσκιωτοι κι αγρίμια. Αρματωμένοι με τα ηρωικά που ξέθαψαν από το οικογενειακό σεντούκι (φουστανέλες, σκουφιά, χιτώνια, χλαίνες, ευζωνικές στολές, τσαρούχια, κάπες, χαϊμαλιά, τσαπράζια, κι από όπλα ό,τι με διάφορους τρόπους είχαν οικονομήσει), πήραν το δρόμο για το βουνό. Ούτε κομματικός στρατός ήταν, μα ούτε και λαϊκός. Με κλέφτικο της παλιάς σχολής έμοιαζαν, σαν να ξαναζωντάνευε το αρματολίκι. Κι ανάμεσά τους, ατάκτως, οι εξής ένδοξοι μαχητές: ο Ορέστης (Αντρέας Μούντριχας) από τον Οξύλιθο της Εύβοιας, ο Κωστούλας (Κώστας Καβρέντζης) από το Νεοχωράκι Τυμφρηστού, ο Θάνος (Φώτης Μαστροκώστας) από τη Σπερχειάδα, κι ο Νικηφόρος (Δημήτρης Δημητρίου) από την Αγόριανη Παρνασσίδος. Ο Λευτέρης Χρυσιώτης (Σπύρος Τσιλιγιάννης) από τη Χρύσσω Ευρυτανίας, ο Περικλής (Γιώργος Χουλιάρας) από τα Καστέλια Παρνασσίδας, ο Νάκος Μπελής από την Ομβρυακή Δομοκού, ο Φώτης Τζαβέλας (Γιάννης Αγγελέτος) από τον Ελαιώνα της Άμφισσας, ο Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου) από τη Λιλαία Παρνασσίδας, κι ο Θεοχάρης. Κι άλλοι πολλοί, χιλιάδες, μαζί κι οι καπετάνισσες, οι γυναικείοι μαχητικοί σχηματισμοί του ΕΛΑΣ.
Ο Άρης ήταν η ψυχή του ΕΛΑΣ. Κι οι αντάρτες του αντάξιοι των γενναιότερων πολεμιστών της ιστορίας μας.-