Η Ολίβια και ο Θάνος ξεκινούν μια νέα ζωή στον πλανήτη Γκλίζε. Στην τεχνολογικά εξελιγμένη αποικία του Έσπερου, που είναι χτισμένη μέσα σε οργιαστική βλάστηση, συμβιώνουν αρμονικά άνθρωποι από όλα τα μέρη του παλαιού κόσμου μαζί με ζώα και ανθρωποειδή. Μέσα στο κλίμα χαράς και ευφορίας που φαίνεται να διακατέχει τους κατοίκους της Γκλίζε, η Ολίβια είναι σκεπτική, σχεδόν μελαγχολική. Μια τυχαία συνάντηση με τον από χρόνια χαμένο θείο της, αλλά και η ανακάλυψη των καλά κρυμμένων υπόγειων λουτρών στο σύνορο με την απαγορευμένη ζώνη τη φέρνουν αντιμέτωπη με παράξενα οράματα. Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συναντά όποτε καταδύεται στον πυθμένα των λουτρών;
Πίσω στη Γη, ένας νεαρός διανομέας βρίσκει νεκρό τον ηλικιωμένο παραλήπτη του δέματος που μεταφέρει, εξερευνά το διαμέρισμά του και ανακαλύπτει ένα γράμμα που απευθύνεται στον ίδιο.
Κινούμενη στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, η νουβέλα κρύβει στο κέντρο της την αναζήτηση του εαυτού και της μνήμης, διερευνά τα ρευστά όρια της ταυτότητας και συνάμα αγγίζει το μυστήριο του τέλους.
Η Ούρσουλα Φωσκόλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986 και εργάζεται ως γραφίστρια. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ και επιμελείται τη σελίδα του στο διαδίκτυο. Μεταφράσεις και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Νέα Ευθύνη, Νέο Επίπεδο, Το Δέντρο, (δέ)κατα, Ένεκεν, manifesto, Ακτή, Θράκα, Πλανόδιον και Φρέαρ.
Το βιβλίο της "Το κήτος" (Κίχλη 2016) απέσπασε το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα / Έναστρον.
Νομίζω πως αυτό το είδος sci-fi έχει αρχίσει σιγά σιγά να γίνεται το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος.
Η Ολίβια και ο σύντροφός της, Θάνος, μόλις έχουν φτάσει στον πλανήτη Γκλίζε, σε μια από τις αποικίες του Έσπερου. Όλα είναι όμορφα και πράσινα και η Ολίβια νιώθει μια ζεστασιά και μια οικειότητα με το μέρος και τους ανθρώπους που ζουν εκεί. Ίσως σε ένα ανησυχητικό βαθμό. Και μετά βρίσκει τα λουτρά. Και μετά αρχίζουν τα οράματα. Και η Ολίβια δεν ξέρει τι συμβαίνει, γιατί τώρα, γιατί σε αυτήν. Σε ποιον να μιλήσει. Και μαζί της αναρωτιόμαστε κι εμείς. Και τότε έρχετε στο δεύτερο μέρος μια γλυκιά έκρηξη της συνειδητοποίησης του τι συμβαίνει. Κι εκεί που σκεφτόμουν ρε συ ωραίο αυτό που διαβάζω, κατέληξα λίγο να το αγαπάω.
Η γραφή της Ούρσουλας Φωσκόλου είναι φανταστική! Όταν είχα διαβάσει την Παναγία των Εντόμων θυμάμαι την είχα χαρακτηρίσει υπνωτιστική και το ίδιο ισχύει κι εδώ. Σε κρατάει και σε κάνει να διαβάσεις τη μια λέξη μετά την άλλη μέχρι να φτάσεις στο τέλος.
Μιλάει για την μνήμη και τη ζωή και το θάνατο, και τις χαμένες και τις δεύτερες ευκαιρίες και είναι γεμάτο ελπίδα, παρηγοριά και ομορφιά και μια γλυκιά μελαγχολία. Και δεν ξέρω τι να σας πω για να σας πείσω να το διαβάσετε, αλλά εγώ το βρήκα εξαίσιο και θαυμάσιο και έχει μπει στα καλύτερα της χρονιάς! Να το αναζητήσετε!!
Υ.Γ. Τα βιβλία της Ούρσουλας Φωσκόλου έχουν τους καλύτερους τίτλους και τα καλύτερα εξώφυλλα!
"Να έχεις, παιδί μου, κάποιον ν'αγαπάς, φρόντισε να 'χεις κάποιον να τον σκέφτεσαι τα βράδια, να ξαπλώνεις στο κρεβάτι και η σκέψη σου να τον ακολουθεί".
Θα το χαρακτήριζα ως ένα wholesome (τελικά) βιβλίο που ξεκινάει με το premise της επιστομονικής φαντασίας αλλά το χρησιμοποιεί ως βάση για να θίξει ζητήματα ταυτότητας, μνήμης, πλήρους ζωής, ζωής μετά θάνατον κτλ. Αποτελείται από 2 μέρη, ένα εντελώς πιο κοντά σε επιστημονική φαντασία, όπου παρουσιάζεται μια αποικία στα όρια της ουτοπίας και σετάρει το περιβάλλον και τους πρωταγωνιστές και ένα δεύτερο μέρος, πιο κοντά σε όσα ήδη γνωρίζουμε επί Γης, όπου δίνεται η λύση του μυστηρίου, με πολύ γλυκό τρόπο. Προσωπικά δεν είμαι σίγουρη αν μου απαντήθηκαν όλα τα ερωτήματα που προέκυψαν στο πρώτο μέρος, νοιώθω ότι αφέθηκαν κάποια loose ends, θα ήθελα να είναι το βιβλίο πιο εκτενώς σε κάποια σημεία και να δίνει περισσότερες απαντήσεις. Βρίσκω την γραφή της Φωσκόλου εξαιρετική και τόσο όσο λυρική & περιγραφική, που να μην κουράζει αλλά να αποδίδει τις περιγραφές έτσι, ώστε οι εικόνες να ξεπροβάλλουν στο μυαλό σου ζωντανές.
Υπέροχο το εξώφυλλο, δεν έχω λόγια. Όπως και ο τίτλος, μακάρι να μπορούσαμε να πάμε όλοι τόσο ήσυχα.
Ενθουσιάστηκα πραγματικά γιατί: 🍃 Η ιστορία έχει κάτι το καθησυχαστικό που ισορροπεί με μια μόνιμη αίσθηση πως κάτι δεν πάει καλά. 🍃 Η αποικία στον άλλον πλανήτη που περιγράφει είναι γεμάτη στο πράσινο, σαν το εξώφυλλο! 🍃 Δεν χρειάζεται να σου αρέσει η επιστημονική φαντασία για να σου αρέσει το συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν επικεντρώνεται δηλαδή σε αυτό το κομμάτι. Θα μπορούσε να διαδραματίζεται και κάπου αλλού. 🍃 Ήταν μικρό βιβλίο, με μικρά κεφάλαια των 6 σελίδων κυρίως, που διαβάζεται νεράκι. 🍃 Η αναγνωστική χρονιά δεν με πήγε πολύ καλά φέτος, διάβασα αρκετές μετριότητες, οπότε χάρηκα που σπάει αυτό το μοτίβο. 🍃 Χάρηκα επίσης επειδή η συγγραφέας είναι Ελληνίδα και είναι σπάνιο παιδιά όσο να πεις να διαβάσεις κάτι wow. Ήταν καλή αγορά από την έκθεση βιβλίου!
Σίγουρα το προτείνω αν θέλετε κάτι μικρό, ευκολοδιάβαστο, έξυπνο και σχεδόν μεθυστικό.
Δεν ξέρω τι μπορώ να πω που να μην έχει ήδη ειπωθεί γι αυτό το βιβλίο. Ζεστό και τρυφερό, όπως θα έπρεπε να είναι η ζωή μας. Όταν το ξεκίνησα, δεν ήμουν σίγουρη ότι ήταν για μένα, τι ξέρω από επιστημονική φαντασία; Απολύτως τίποτα... Κι όμως, η επιστημονική φαντασία είναι ένα απλό μονοπάτι που μας οδηγεί στην εξερεύνηση της μνήμης, της επιθυμίας, της της πλευράς του εαυτού μας που έχουμε αφήσει στο σκοτάδι. Και προχωρώντας σε αυτό το μονοπάτι, ζεσταίνεται κάπως το μέσα μας.. Όμορφη γραφή, περιγραφική όσο πρέπει, λυρική και μελαγχολική όσο χρειάζεται. Όνειρο ήταν και πάει, μόλις 173 σελίδες...
Super mikro tronik plasma, σε super electronic phasma, από τον πλανήτη happy, σου στέλνω κοσμική αγαπή.
Η Ολίβια κι ο σύντροφός της Θάνος, ξεκινούν μια νέα ζωή στον ουτοπικό πλανήτη Γκλίζε, στην αποικία Έσπερος. Ο νέος κόσμος είναι συγκλονιστικά πράσινος, απλώνεται μπροστά τους αφήνοντάς τους αποσβωλομένους. Με τρεις ήλιους, φυτά γνωστά κι άγνωστα, πεδιάδες και ζούγκλες, λίμνες κι ένα κλίμα καλοκαιρινό, με ζώα που γνωρίζουμε αλλά κι άλλα πιο περίεργα, με ανθρώπους κάθε ηλικίας κι ανθρωποειδή να συμβιώνουν σε πλήρη αρμονία.
«Μακάριοι κι ευτυχείς» το motto χαιρετισμός των κατοίκων, το οποίο σου βγάζει μια κωμικότητα και νομίζεις ότι δε μπορεί, κάτι παίζει εδώ. Μήπως είμαι σε cult; Όχι μωρέ. Συν του ότι η τεχνολογία έχει κάνει αλματώδη πρόοδο σε σημείο που βάζεις μια μικρή συσκευή μέσα στο αυτί σου και η ΑΙ φωνή μπορεί να σε καθοδηγεί, να εξηγεί, να μεταφράζει άγνωστες γλώσσες ώστε να επικοινωνείς με όλ@ ανεξαιρέτως και γενικώς όλ@ στον πλανήτη Happy, εεε Γκλίζε ήθελα να πω, φαίνονται τόσο ξένοιαστοι. Τόσο.. ανάλαφροι κι απαλλαγμένοι απ’ τον πόνο της παλιάς ζωής στη γη.
Στον Έσπερο συναντάει και το θείο της. Κοίτα να δεις, ένα χωριό είναι κι ο νέος πλανήτης τελικά που λένε. Πιάνει και μια δουλίτσα κι από ‘κει να, στην άλλη πλευρά του κτηρίου φαίνεται η απαγορευμένη ζώνη, πυκνή από σκοτεινά σύννεφα, τίποτα άλλο δε βλέπεις. Η περιέργεια της γαργαλάει τις σκέψεις.
Η περιέργεια την οδηγεί σε μια πόρτα κι ένα κρυμμένο υγρό μυστικό, όπου θα κολυμπήσει εκστατικά μέσα σε αναμνήσεις προσπαθώντας να ανακαλύψει τι συμβαίνει αλλά και τη σημασία του. Η διαίσθηση δεν ξεγελάει. Όσο θολή κι αν είναι. Και στο Δεύτερο Μέρος του βιβλίου, μια εξομολόγηση θα διώξει τα σύννεφα μια για πάντα.
Με γραφή λυρική, τρυφερή και σπιρτόζικη, βασισμένη σε υπαρκτό πρόσωπο, η Ούρσουλα μας μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου το μέσα μπορεί να εναρμονιστεί με το έξω και η γαλήνη της ψυχής δεν είναι απλά πια αυταπάτη. Γυρίζω την τελευταία σελίδα και το τοποθετώ στο συρτάρι της καρδιάς μου.
Ένα βιβλίο που μιλάει για την ταυτότητα και τη μνήμη, με όχημα την επιστημονική φαντασία, θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον (αν όχι ουάου και personal fav).
Έλα που τα χαλάμε στην επιστημονική φαντασία της Φωσκόλου. Μια επιστημονική φαντασία ξεπερασμένη, ό,τι πιο κοντά σε επιστημονική φαντασία για κάποιον γύρω στα 50-60, που μάλλον δεν έχει ασχοληθεί καθόλου (ή ελάχιστα). Αυτό θα έπρεπε να είναι και το κοινό που βρίσκει ουάου το βιβλίο.
Οι δε όποιες ενδιαφέρουσες ιδέες της Φωσκόλου έμοιαζαν ανολοκλήρωτες, με αποτέλεσμα να μένουν μετέωρες και να μην μπορούν να έχουν γερή υπόσταση (πχ η σκηνή που μιλάει για τη διερεύνηση της σωματικής μνήμης μέσα από τη σεξουαλική διέγερση).
Αν θαύμασα κάτι στη συγγραφέα εδώ, είναι η ζωντανή και πολύ πετυχημένη περιγραφή του φυσικού κόσμου. Μέχρι εκεί, όμως.
Η Φωσκόλου πήγε ήσυχα σε ένα είδος που μόνο ήσυχα δεν έπρεπε να πάει. Κρίμα.
Τολμώ να πω ότι δ��ν το περίμενα, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ! Ευφάνταστο βιβλίο και πολύ καλά γραμμένο. Θέλει λίγο το χρόνο του να κάτσει μέσα σου, και σε ανταμείβει με το παραπάνω! Πολλά μπράβο στη συγγραφέα.
Το #mindgame το σωστό , το τίμιο, που σε κάνει να ολοκληρώνεις ένα βιβλίο σε μία μέρα, παρά το φορτωμένο σου πρόγραμμα. Το θες; Ε παρ’ το!
Αγαπώ τα έξυπνα βιβλία. Αγαπώ τα βιβλία που παίζουν με το μυαλό μου και το κερδίζουν. Το βιβλίο αυτό υπήρξε ένα από αυτά και εγώ ένιωσα πλήρης και ευτυχής ολοκληρώνοντάς το.
Επιπλέον, αν κι έχω υπογραμμίσει αρκετές φορές τη δυσανεξία μου στις (περιττές πάντα) περιγραφές, οφείλω να τονίσω πως εδώ κάθε λέξη υπήρξε πολύτιμη σταγόνα σε έναν ωκεανό εικόνων. Η εικονοποιία, άλλωστε, είναι τέχνη κι εγώ θαυμάστρια όσων την κατέχουν.
Το «Ήσυχα να πας», χωρισμένο στα δύο, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο δύο διαφορετικές εμπειρίες. Στο πρώτο μέρος χτίζεται εύστοχα, μπροστά στα μάτια σου, ένας τροπικός κόσμος, μια κατασκευασμένη ζούγκλα, που διέπεται από κανόνες, με σένα να σκέφτεσαι : «Αχ! Να μια δυνατή δυστοπία». Είναι όμως;
Κι έρχεται το δεύτερο μέρος σαν αποκάλυψη, για να αναθεωρήσεις κάθε σου σκέψη. Ένα ένα απαντάται κάθε σου ερώτημά φέρνοντας τη λύτρωση. Πυροτεχνήματα σκάνε σιγά σιγά στο μυαλό σου, και το σκοτάδι μετατρέπεται σε φως. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να ολοκληρώνουν τον κύκλο τους μέσα σε μια αγκαλιά, υπό την προστασία μιας ανθρώπινης ασπίδας, περιτριγυρισμένοι από αγάπη, από τη θαλπωρή της φύσης, όντας οι εαυτοί τους.
Είμαστε αόρατοι, μυστικοπαθείς, μόνοι και δυστυχείς μέχρι τη στιγμή που θα επιλέξουμε να είμαστε ο εαυτός μας• το ποτέ θα έρθει αυτή η στιγμή κι αν θα έρθει είναι μια άλλη ιστορία.
Είναι πολλά τα ζητήματα που θίγονται σε αυτό το βιβλίο, αυτό της ορατότητας, της ταυτότητας, της ανεκπλήρωτης αγάπης, της κρυφής ζωής, της μνήμης, της μετάβασης, του πλήρους τέλους!!
Φοβερή νουβέλα! Ιστορία επιστημονικής φαντασίας, σαν επεισόδιο από το black mirror, μοναδικής σύλληψης και εξιστόρησης, με όμορφες εικόνες και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Θα μπορούσε να είναι και μυθιστόρημα, καθώς μόλις τελειώνει θα ήθελες να έχει κι άλλο. Το πρώτο μέρος είναι αρκετά γοργό και απέριττο, σου δίνει θραύσματα αναμνήσεων τυπικά άσχετα μεταξύ τους, μέχρι που το δεύτερο μέρος έρχεται σαρωτικά να τα κολλήσει εκ νέου και να σε προσγειώσει σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Μοντέρνο, σύγχρονο και καθόλα πρωτότυπο.
Αρχικά με προβλημάτισε με τις αναλυτικές περιγραφές του νέου κόσμου της Γκλιζε αλλά μπορώ να πω ότι στο τέλος με κέρδισε.. το κεφάλαιο των μεταβάσεων είναι το σημαντικότερο και εκεί διαφαίνεται το ταλέντο της συγγραφέως, αλλά το τελευταίο θα ηθελα να είναι εκτενέστερο.. Ένα βιβλίο που θα το πρότεινα!
Τόσο γλαφυρές περιγραφές του εξωγήινου τόπου της Γκλιζε, τόσο έντεχνη αφήγηση που «μπλακμιρρορίζει» και δένει υπεροχα με το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Σπαράξαμε και σήμερα με τις θεματικές της νουβέλας. Δεν ξέρω ποια είναι η αγαπημένη μου Ουρσουλα, η Λε Γκεν ή η Φωσκολου..
Η ικανότητα του συγγραφέα να επινοεί δεν συνιστά απόλυτο μέγεθος που κρίνεται σε κάποιο κενό. Η επινόηση δηλαδή είναι μια δυναμική δεξιότητα που έχουμε χρέος να την αξιολογούμε συγκριτικά με την εκάστοτε εποχή μέσα στην οποία ευδοκιμεί.
Αν η τριαντάχρονη Βίβιαν Στεργίου είναι μια πολλά υποσχόμενη φωνή των millennials, η τριανταπεντάχρονη Ούρσουλα Φωσκόλου εμφανίζεται λίαν συντηρητική. Παρά τη μικρή ηλικιακή διαφορά η απόσταση ανάμεσα στις δύο συγγραφείς είναι αληθινά πολύ μεγάλη. Γιατί όμως μου ήρθε να τις συγκρίνω; Γιατί η θεματολογία τους, σε κάποια σημεία τουλάχιστον, συμπίπτει, άσχετα αν ο τρόπος που την πραγματεύονται, τόσο από πλευράς ύφους όσο και γλώσσας, τις κάνει να απέχουν τόσο πολύ. Η Φωσκόλου, και εδώ μιλάω για το Ήσυχα να πας, απευθύνεται σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινό από αυτό της Στεργίου. Η Φωσκόλου κατ’ αρχάς μιλάει μια παλιά γλώσσα και η επιστημονική φαντασία της είναι οπισθοδρομική – είναι άλλο θέμα γιατί δεν το βλέπουν αυτό οι σαραντάρηδες και πενηντάρηδες που τη διαβάζουν, αλλά ίσως και να μην πρέπει να το βλέπουν, γιατί σε αυτούς απευθύνεται η συγκεκριμένη νουβέλα και έτσι κάποια πράγματα πρέπει να μην τα διακρίνουν με σκοπό να βρεθούν στη θέση να μπορούν να διακρίνουν κάποια άλλα. Η επιστημονική φαντασία τής Φωσκόλου δεν έχει ούτε τη χάρη και το συναίσθημα του Λεμ, ούτε την αναλυτικότητα και τον ψυχολογισμό του Ταρκόφσκι (και των αδελφών Στρουγκάτσκι), ούτε βέβαια την εννοιολογική αιχμή του Ντικ. Δεν τολμώ καν να αναφερθώ στο πού φτάνει το είδος σήμερα αν αναλογιστεί κάποιος το έργο του Τεντ Τσιάνγκ. Αλλά βέβαια δεν τίθεται θέμα σύγκρισης. Αλίμονο! Δεν κρίνω τη Φωσκόλου με τέτοια μέτρα και σταθμά. Αναφέρω τους συγκεκριμένους δημιουργούς γιατί θα ήθελα να αναλογιστείτε πώς ήταν ο κόσμος το 1960 και το 1970 –όταν εκείνοι επινόησαν ό,τι επινόησαν– και πώς είναι ο κόσμος τώρα. Ίσως έτσι να προσεγγίσετε πιο εύκολα αυτό που ανέφερα στην αρχή για τη σχετικότητα της δεξιότητας της επινόησης. Η Φωσκόλου επιδίδεται σε περιγραφές γκάτζετ, ρομπότ, φυτών, ζώων, αλλά και φαγητών· και δεν λέω ότι αυτό το κάνει ανεπιτυχώς αλλά η επιστημονική φαντασία που στηρίζεται σε τέτοιου είδους ποσοτικές επεξηγήσεις και περιγραφές, παραμένει καθηλωμένη σε έναν ορίζοντα γεγονότων που δεν της επιτρέπει να αναπτυχθεί ποιοτικά. Δείτε όμως γιατί αυτό ενδέχεται να λειτουργεί υπέρ του έργου και της συγγραφέως.
Η Φωσκόλου εργαλειοποιεί ακριβώς αυτή την οπισθοδρομικότητα έτσι ώστε να καταστήσει τον μεσήλικα, που εμφορείται από ανησυχίες, κοινωνό θεμάτων έμφυλης ταυτότητας· θεμάτων που όμως η συγγραφέας πραγματεύεται επίσης ιδιαιτέρως συντηρητικά. Έτσι, σε αντίθεση με τη Βίβιαν Στεργίου που επιτίθεται κατά μέτωπο, εκ των έσω, με την ορμή της νιότης, η Ούρσουλα Φωσκόλου υπνωτίζει το αναγνωστικό κοινό της με μια μειλίχια περιήγηση σε έναν πρωτόγνωρο μεν, λίαν συντηρητικό δε, τόπο επιλέγοντας να αποκαλύψει την πλήρη εικόνα της κατασκευής της προς το τέλος του έργου. Το κείμενο χαίρει κάποιων μυθοπλαστικών ικανοτήτων της συγγραφέως, και συνιστά εύρημα και μεγάλη αρετή του η συγκεκριμένη φορά της αφήγησης: το ότι πρώτα ερχόμαστε σε επαφή με την ιστορία έτσι, και μετά αλλιώς (ζητώ συγγνώμη σε κάποιες εκφράσεις καθότι καταβάλλω και προσπάθεια να μην κάνω σπόιλερ). Δεν είμαι τόσο σίγουρος όμως ότι οι αφηγηματικές ψηφίδες του βρίσκουν ακριβώς τη θέση τους στο γενικότερο πλάνο, αν και αυτό δεν είναι φυσικά κάποιο προαπαιτούμενο. Προτιμώ απλώς μια νέα συγγραφέας να με πείσει πρώτα ότι μπορεί να κατασκευάσει ένα μωσαϊκό που ολοκληρώνεται· να με πείσει δηλαδή ότι επιδεικνύει συνθετικές ικανότητες που ξεφεύγουν από την καλαίσθητη και καλλιτεχνίζουσα εναπόθεση ετερόκλητων στοιχείων στο χαρτί –όπου καλείται ο αναγνώστης να αναπλάσει την ιστορία– και εισέρχονται στο στάδιο κατασκευής μηχανισμών παραγωγής πολυσημίας. Η Φωσκόλου δεν με έπεισε ότι ο βασικός αφηγηματικός ειρμός καταφέρνει να ενσωματώσει δόκιμα ψηφίδες, πέρα από αυτή τη βασική προκείμενη της υπόγειας πισίνας που σαγηνεύει την πρωταγωνίστριά της. Θα ήθελα, για παράδειγμα, να μπορώ να διακρίνω καλύτερα πώς συνδέεται το κεφάλαιο «Πείνα» (σελ. 88-95) με το όλο εγχείρημα και γιατί το συγκεκριμένο δεν αποτελεί ένα δημιουργικό διάλειμμα γαστριμαργικής ευρηματικότητας ανάμεσα στις καταδύσεις της ηρωίδας στην πισίνα, ή θα ήθελα να μπορούσα να διακρίνω τη σημασία της ιστορίας για τις μεταμορφώσεις που αφηγείται η Άνα στην Ολίβια (σελ. 62-65).
Το διάβασα μέσα σε δύο ημέρες. Ήταν ό,τι έπρεπε για μια νωχελική Πρωτοχρονιά: όμορφη γραφή, ωραίες περιγραφές της φύσης, σε μετέφερε στον πλανήτη με την οργιώδη βλάστηση όπου διαδραματίζεται αυτή η νουβέλα, όπου όλα είναι μακάρια και ευτυχισμένα αλλά σου δίνει και μια αλλόκοτη αίσθηση.
Θα ήθελα όμως περισσότερα. Δεν θα πω πολλά προς αποφυγή σπόιλερ, αλλά έμεινα με πολλές απορίες για τον Έσπερο, την εταιρία που εκμεταλλεύεται τον πλανήτη. Θα ήθελα άλλες 150 σελίδες που να ολοκληρώνουν την ιδέα. Θα μου άρεσε να διαβάσω μια ιστορία από αυτή την πλευρά.
Για το λόγο αυτό, ότι δηλαδή το βιβλίο δεν επιμένει στο πώς και παρά το σκηνικό, δεν θα ενέτασσα το βιβλίο στην κατηγορία sci fi ή λογοτεχνίας του φανταστικού. Νομίζω ότι τη συγγραφέα ενδιέφεραν άλλα θέματα και το φανταστικό στοιχείο ήταν απλώς ένα μέσο προς την κατεύθυνση αυτή.
Πολύ ιδιαίτερη νουβέλα. Ιδιαίτερος τρόπος γραφής με το βασικό θέμα να το αντιμετωπίζει η συγγραφέας με απίστευτη τρυφερότητα. Ενδιαφέροντα τα στοιχεία της επιστημονικής φαντασίας μα ακόμα πιο ενδιαφέρον έχει ο λόγος για τον οποίο έπλασε η συγγραφέας όλο αυτό τον κόσμο κάτι που εξηγείται στο δεύτερο μέρος. Μπράβο. Μπήκε στα αγαπημένα μου βιβλία και στην καρδιά μου και στη βιβλιοθήκη μου.
Κινούμενη στην επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, η νουβέλα αυτή ερευνά την αναζήτηση του εαυτού και της μνήμης και τα ρευστά όρια της ταυτότητας και των συνόρων της ζωής και του τέλους της.