Ο Θανάσης Τριαρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1970. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Συνεκδότης του περιοδικού "Τα Ποταμόπλοια" (1990-1992) και σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού "Mauve" (2003 και εξής). Από το 2005 συντονίζει τη σειρά των "Αντιρρήσεων" στις εκδόσεις "τυπωθήτω". Στα χρόνια 1996-2001 υπήρξε ακτιβιστής του Δικτύου DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων, ενώ από το 1996 συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του Δικτύου Εθελοντών Δοτών Αιμοπεταλίων Θεσσαλονίκης. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλές εφημερίδες, περιοδικά και δικτυακούς τόπους. Το καλοκαίρι του 2005 διέκοψε τη 18μηνη συνεργασία του με την εφημερίδα "Μακεδονία της Κυριακής" όταν η τελευταία αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κείμενό του που αφορούσε την κομμένη μακεδονική γλώσσα και την αναγκαιότητα διδασκαλίας της στα σχολεία. Έχει εκδώσει 12 βιβλία με πρώτο από αυτά το μυθιστόρημα "Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα" (Πατάκης 2000). Το μυθιστόρημά του "Τα μελένια λεμόνια" πρωτοκυκλοφόρησε το 2005 στο Internet για ειδικούς λόγους (triaridis.gr/melenialemonia). Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την εικονοποιία της Αναγέννησης και με την ιστορία της τέχνης. Από το 2004 λειτουργεί η ιστοσελίδα του (triaridis.gr) όπου φιλοξενούνται το σύνολο των βιβλίων του και περισσότερα από 100 άρθρα και δοκίμια. Αφηγήματα και κείμενά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα ιταλικά.
Σκληρά, τρυφερά, σκοτεινά, ερωτικά, ευαίσθητα, υπέροχα ποιήματα. Αγάπησα και τα ρομαντικά-ερωτικά που περιείχε η συλλογή αλλά λάτρεψα αυτά που ξεβολεύουν και διασαλεύουν βεβαιότητες και γκρεμίζουν θέσφατα. 'Οπως ας πούμε το αριστούργημα ''άρα δεν έγινε ξαστεριά'' ή το ''γράμμα σε έναν αναρχικό φίλο''. Τέτοια αριστουργήματα γράφει ο σπουδαίος θανάσης Τριαρίδης και μπαίνει σε κάποιων το μάτι και σε άλλων την καρδιά. Η αλήθεια κατάμουτρα με πλήρη λογοτεχνικότητα και ποιητική μορφή στα γραπτά του. Άλλο ένα εξαιρετικό ποιητικό βιβλίο.
Παρακολουθώ τον Θανάση Τριαρίδη στα κοινωνικά δίκτυα αλλά και νωρίτερα στην τηλεόραση, και βλέπω καθαρά πως εδώ δεν μπορώ να διαχωρίσω τον άνθρωπο από το έργο του. Όλη του η καλλιτεχνική δραστηριότητα είναι διαποτισμένη από μια ευαισθησία που με λυγίζει∙ μου κάνει καλό - με την έννοια πως με ξυπνάει από τον λήθαργο - που μπλέκομαι στα πόδια του, που διαβάζω τη σκέψη του και τα νοητικά του μονοπάτια. Το "Θα μας ξεπλύνει η θάλασσα" είναι βαθιά βιωματικό, διακρίνονται άμεσα οι προσωπικές του εμπειρίες στον έρωτα, στην "ηθική", στη ματιά προς τα ιστορικά γεγονότα, στις ανοιχτές πληγές αυτού του κόσμου. Τα ποιήματά του λοιπόν δεν είναι άλλο από ένας κυματισμός ευαισθησίας, άλλοτε σκληρά, άλλοτε τρυφερά. Μου αρέσει πολύ αυτός ο άνθρωπος και ό,τι γράφει, όπως το γράφει.
----------------------------
ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΔΡΟΜΟ
Για σκέψου πως μπορεί να πεθάνουμε χωρίς να ακούσουμε μαζί το τρίτο μέρος της Σονάτας Hammerklavier του Μπετόβεν, πως μπορεί να μην δούμε ποτέ πιασμένοι χέρι-χέρι τα νερά του ποταμού Επτ, να μην περπατήσουμε ποτέ ξυπόλυτοι στο δάσος μετά τη βροχή.
Για σκέψου πως μπορεί να μην μας βρει ποτέ αγκαλιασμένους το ξημέρωμα στο Καρύδι, ούτε και το δειλινό στην Σάντα Μαρία ντέλα Σαλούτε, πως μπορεί να σβήσουμε δίχως καν να συναντηθούμε, και όλα όσα είναι να κάνουμε να ματαιωθούν κι έτσι δεν θα ανταλλάξουμε ποτέ στίχους του Τεό Σαλαπασίδη, ούτε θα πετάξουμε πέτρες στη λίμνη του Ζιβερνί.
Για σκέψου πώς μπορεί ένα απόγευμα στον μεγάλο δρόμο να βρεθούμε ο ένας απέναντι στον άλλο, για μια στιγμή ίσως να πεταρίσει το βλέμμα σου, θαρρείς να χαιρετάς μια ζωή που δεν έζησες, κι έπειτα θα προχωρήσουμε ο καθένας μπροστά, ενώ βραδιάζει.
----------------------------
ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΔΑΚΡΥΑ
Σταθήκανε, λοιπόν, στην ταράτσα του Καστέλο Σαντ’Αντζελο και είδανε μαζί την ολόφωτη Ρώμη. Κοίτα, της είπε, την επόμενη φορά που θα ξανάρθεις εδώ πάνω δίπλα σου θα στέκεται κάποιος άλλος κι όλα ετούτα τα φώτα θα έχουν σβήσει και στη θέση τους θα έχουν ανάψει άλλα, καινούρια, άλλες λαχτάρες, άλλες έγνοιες, άλλα πάθη, κι ο Τίβερης που βλέπεις στα πόδια σου τότε θα είναι ένας άλλος ποταμός γιατί όπως είπε ένας αρχαίος σοφός δεν γίνεται να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι.
Έτσι της είπε∙ ήτανε ευτυχώς νύχτα και το κορίτσι χάζευε θαμπωμένο την μαγική πολιτεία κι έτσι δεν είδε τα δάκρυα να τρέχουνε στο πρόσωπό του, τα ίδια πάντοτε δάκρυα που τις νύχτες, επί τόσους αιώνες, κυλούνε στα μάγουλα των ανθρώπων σε εκείνην την ταράτσα του Καστέλο Σαντ’Αντζελο.