Ο Ζοφερός Οίκος είναι το ένατο βιβλίο του Ντίκενς και θεωρείται από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα του μυθιστορήματα, με μια πληθώρα κεντρικών και δευτερευόντων χαρακτήρων. Δεν πρόκειται απλώς για ένα σπουδαίο βικτοριανό μυθιστόρημα, έναν σχολιασμό της κοινωνίας και μια σάτιρα του δικαστικού συστήματος. Είναι επίσης ένα ρομάντζο, ένα μελόδραμα, μια από τις πρώτες αστυνομικές ιστορίες στην αγγλική λογοτεχνία, ένα κοινωνικό έπος μεγάλης κλίμακας, καθώς και το πιο ευρηματικό του έργο.
Τον 19ο αιώνα, όπου μαινόταν η μάχη ανάμεσα στο Ρομαντισμό και τον Ωφελιμισμό, την καρδιά και το μυαλό, ο Ντίκενς με το έργο του υπερασπίστηκε και τις δυο πλευρές. Από ιστορική άποψη, το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα συμπίπτει με τη μεταρρύθμιση του αγγλικού ποινικού κώδικα, την παρακμή της αριστοκρατικής τάξης και την άνοδο της σύγχρονης αστυνομικής δύναμης στην Αγγλία, η οποία σηματοδοτεί την πιο συντηρητική περίοδο της ανόδου της μεσαίας τάξης και των ελεγχόμενων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για τη μετάβαση της κοινωνικής δύναμης από την άκαρδη και άδικη αριστοκρατική κοινωνία, με τα προνόμια και τη μυστικοπάθειά της, σε έναν πιο δημοκρατικό κόσμο που κυβερνάται από δικαιοφροσύνη και αίσθηση του καθήκοντος.
Charles John Huffam Dickens (1812-1870) was a writer and social critic who created some of the world's best-known fictional characters and is regarded as the greatest novelist of the Victorian era. His works enjoyed unprecedented popularity during his lifetime, and by the twentieth century critics and scholars had recognised him as a literary genius. His novels and short stories enjoy lasting popularity.
Dickens left school to work in a factory when his father was incarcerated in a debtors' prison. Despite his lack of formal education, he edited a weekly journal for 20 years, wrote 15 novels, five novellas, hundreds of short stories and non-fiction articles, lectured and performed extensively, was an indefatigable letter writer, and campaigned vigorously for children's rights, education, and other social reforms.
Dickens was regarded as the literary colossus of his age. His 1843 novella, A Christmas Carol, remains popular and continues to inspire adaptations in every artistic genre. Oliver Twist and Great Expectations are also frequently adapted, and, like many of his novels, evoke images of early Victorian London. His 1859 novel, A Tale of Two Cities, set in London and Paris, is his best-known work of historical fiction. Dickens's creative genius has been praised by fellow writers—from Leo Tolstoy to George Orwell and G. K. Chesterton—for its realism, comedy, prose style, unique characterisations, and social criticism. On the other hand, Oscar Wilde, Henry James, and Virginia Woolf complained of a lack of psychological depth, loose writing, and a vein of saccharine sentimentalism. The term Dickensian is used to describe something that is reminiscent of Dickens and his writings, such as poor social conditions or comically repulsive characters.
On 8 June 1870, Dickens suffered another stroke at his home after a full day's work on Edwin Drood. He never regained consciousness, and the next day he died at Gad's Hill Place. Contrary to his wish to be buried at Rochester Cathedral "in an inexpensive, unostentatious, and strictly private manner," he was laid to rest in the Poets' Corner of Westminster Abbey. A printed epitaph circulated at the time of the funeral reads: "To the Memory of Charles Dickens (England's most popular author) who died at his residence, Higham, near Rochester, Kent, 9 June 1870, aged 58 years. He was a sympathiser with the poor, the suffering, and the oppressed; and by his death, one of England's greatest writers is lost to the world." His last words were: "On the ground", in response to his sister-in-law Georgina's request that he lie down.
Η ιστορία μας παρουσιάζει μια δικαστική υπόθεση που υπάρχει χρόνια, αλλά δύσκολα -όπως φαίνεται- θα κλείσει. Στην υπόθεση αυτή εμπλέκονται αρκετά και διαφορετικά άτομα και η αντίθεση τους είναι εκείνο που ξεχωρίζει. Κάποιοι πιστοί στο δικαστικό σύστημα, άλλοι αδιάφοροι για την κληρονομιά και άλλοι τελείως άπληστοι για τα παντα. Η μοίρα όμως έχει διαφορετικό τέλος για όλους τους. Ξεχώρισα τον Τζαρντάις και την Έστερ για την καλοσύνη τους και την αφοσίωση τους μέσα στις τόσες δυσκολίες που αντί να εγκαταλείψουν και να αποσυρθούν, βγήκαν ακόμα δυνατότεροι.
“That house is so bare - so exposed! So desolate, stark, arid and denuded! So Bleak!”
Οποιος θέλει να διαβάσει ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο, με στοιχεία αστυνομικού, ρομαντζου και σάτιρας-για το δικαστικό σύστημα- να το επιλέξει. Χρειάζεται λίγη υπομονή στον πρώτο τόμο μέχρι να συνηθίσετε τα πολλά ονόματα, αλλά όσο πλησιάζεσαι και φτάνετε στο τέλος του θα σας αποζημιώσει και με το παραπάνω.
Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, η υπόθεση Τζαρντάις και Τζαρντάις, είναι σε εκκρεμμότητα στο δικαστήριο του Τσάνσερι για πολλά χρόνια. Με μια ατμόσφαιρα καταθλιπτική εως και ζοφερή και με μια πληθώρα χαρακτήρων, ο Dickens σατυρίζει, ειρωνεύεται και καυτηριάζει το δικαστικό σύστημα και τους δικηγόρους, την αριστοκρατία, ακόμη και το πολιτικό σύστημα. Οι χαρακτήρες που εμπλέκονται αρκετοί και στον πρώτο τόμο ιδιαίτερα, αν δεν κρατάς σημειώσεις τουλάχιστον με τα ονόματα και τις ιδιότητες τους, θα χαθείς. Από την Έστερ που είναι ίσως η κεντρική αφηγήτρια - πέραν του παντογνώστη αφηγητή - τον Τζον Τζαρντάις κηδεμόνα και κεντρικό διάδικο, τον Λόρδο και τη Λάιδη Λέστερ, την Έιντα και τον απερίσκεπτο Ρίτσαρντ μέχρι τους δικηγόρους Τάγκιλχορν και Βόουλς, τον μικρό Τζο και τους αντιγραφείς, όλοι τους αναπτύσσονται με λεπτομέρεια και βάζουν το λιθαράκι τους να ολοκληρωθεί αυτό το εξαιρετικό βιβλίο!
"Υπάρχει τίποτα λογικό στην υπόθεση Τζαρντάις και Τζαρντάις; παραλογισμός και αδικία στην επιφάνεια, παραλογισμός και αδικία στον πυρήνα και στον πυθμένα, παραλογισμός και αδικία απ'την αρχή ως το τέλος - αν υπάρξει ποτέ τέλος."
Charles Dickens- Ο Ζοφερός Οίκος. Βιβλίο που στα πρώτα δύο τρίτα που δημιουργούσε μια αμφιθυμία..Από την μια η αδιαμφισβήτητη ικανότητα του Ντίκενς να δημιουργεί φαινομενικά δαιδαλώδη αλλά στην ουσία προσεκτικά στημένα, πολυπρόσωπα μυθιστορήματα με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες, απολαυστικά διαλογικά μέρη, καυστικό χιούμορ και διαχρονικό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο (στην προκειμένη περίπτωση για την πανταχού παρούσα ηθελημένη αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος). Και από την άλλη... λίγο κάποια υπέρμετρη φλυαρία, μια υπεραναλυτικότητα περιγραφών και μια ροπή προς την έντονη δραματοποιηση μου υπενθύμιζαν ότι έχει συγγραφεί σε παλιότερες (και ξεπερασμένες) εποχές. Ευτυχώς όμως στο τελευταίο τρίτο, όταν όλα τα γρανάζια της καλοκουρδισμένης αφήγησης μπαίνουν στην θέση τους, εντείνεται το ενδιαφέρον και η απόλαυση και ανταμείβεται ο υπομονετικός αναγνώστης. Σε τελική αποτίμηση πολύ αξιόλογο και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα, αλλά- για μένα- υποδεέστερο των Μεγάλων Προσδοκιών και της Ιστορίας Δύο Πόλεων που διάβασα στο πρόσφατο παρελθόν.
Charles Dickens certainly put the “bleak” in bleak. This second volume of BLEAK HOUSE tantalizes the reader with hope, because for all his assailing of greed and corruption, Dickens always provides a glimmer of hope (albeit without wings). Originally written in installments, publisher David D. Nickerson produced a set of the works of Charles Dickens with easy-to-handle volumes, so the book sizes were manageable. So, I soldiered on with this second volume hoping that my favorite character would survive.
So much for hope.
Other reviewers have written far brighter and more detailed reviews, so I will simply say that these are some of the slimiest characters from the Dickens universe. Yuck! And the legal barristers are vultures, something to which modern-day readers can nod in agreement. The streets are slimy, the weather is slimy, the hands of villains are slimy.
And yet, it is a masterpiece. How Dickens could keep track of all the intertwining plots and characters is beyond me, but it kept me reading in earnest. I cheered for any optimistic news and silently hissed when the legal vultures made gains. Dickens, dude.
Ένα βιβλίο γραμμένο το 1852 στην βικτωριανή εποχή.
Ένα βιβλίο που περιστρέφεται σε 3 θέματα:
Το δικαστικό σύστημα της εποχής, το οποίο στηλιτεύει. Υποθέσεις διαθηκών που κρατάνε δεκαετίες με αποτέλεσμα να επηρεάζουν τις ζωές των εμπλεκόμενων. Άνθρωποι πεθαίνουν και οι υποθέσεις ακόμα εκδικάζονται. Στηλιτεύει την απουσία της δικαιοσύνης και τον γραφειοκρατικό μηχανισμό της Αγγλίας (μου θύμισε Κάφκα). «Ο πιο σπουδαίος κανόνας του αγγλικού νόμου είναι να γεννάει δουλειές για λογαριασμό του»
Τις κοινωνικές συνθήκες της Αγγλίας εκείνης της εποχής: τα παιδιά, τις άθλιες συνθήκες υγιεινής, τη φτώχεια, τις ταξικές αδικίες και την εξαθλίωση που επέφερε η μαζική συρροή στα αστικά κέντρα, λόγω της βιομηχανικής επανάστασης.
Το μυστήριο και το ερωτικό στοιχείο
Η ομίχλη είναι βασικό στοιχείο του βιβλίου, όπου περιγράφει το Λονδίνο, το δικαστήριο και τους διαδίκους.
Λέγεται πως ο Ζοφερός Οίκος πίεσε και συνεισέφερε να αλλάξει το δικαστικό σύστημα στην Αγγλία. Μιλάμε για ένα μεγαλειώδες λογοτεχνικό έργο, πολύ περιγραφικό που ωθεί τον αναγνώστη να το εικονοποιήσει, καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης.
Στα μείον του να αναφέρω ότι επαναλαμβάνεται και πλατειάζει σε αρκετά σημεία, με αποτέλεσμα να κουράζει λίγο τον ανυπόμονο/επιπόλαιο αναγνώστη (στον Α τόμο).
After taking months over volume 1, I speeded through volume 2 in two days! And it even turned out to be a favourite Dickens for me. (A Tale of Two Cities is still my first favourite.)
Μυθιστόρημα που δημοσιεύθηκε σε 20 συνέχειες, έχει πολλούς χαρακτήρες και αρκετές δευτερεύουσες πλοκές. Αφηγήτρια είναι εν μέρει η ηρωίδα του μυθιστορήματος Έστερ Σάμερσον και… ο ίδιος ο Ντίκενς στο ρόλο του παντογνώστη αφηγητή. Στο κέντρο του Ζοφερού Οίκου βρίσκεται η Τζάρνταϊς και Τζάρνταϊς, η πιο μακροχρόνια, απελπιστική και εξοντωτική εκκρεμοδικία όλων των εποχών (στο σύμπαν του βιβλίου, φυσικά), μια εξαιρετικά μακροχρόνια δικαστική διαμάχη στο Δικαστήριο του Τσάνσερι, αποτέλεσμα της σύνταξης πολλών διαθηκών από τον ίδιο κληροδότη, υπόθεση που όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του 1853, βασίζεται σε πολλές πραγματικές υποθέσεις. Ισχύει ότι σε πραγματική αντίστοιχη δικαστική υπόθεση, διαθήκη που αναγνώστηκε το 1797 αμφισβητήθηκε και επικυρώθηκε το… 1859. Ο Ζοφερός Οϊκος, (Bleak House) μολονότι αποτελεί σάτιρα και επικρίθηκε ως υπερβολή, ωστόσο συνέβαλλε τα μάλα στη μεταρρύθμιση του αγγλικού δικαστικού συστήματος, οδηγώντας στη θέσπιση μιας σειράς μεταρρυθμίσεων στη δεκαετία του 1870.
Αφήνοντας κατά μέρος την πλοκή (κύρια και δευτερεούσες), θα πω ότι ο Ντίκενς ήταν πραγματικά μπροστά από την εποχή του. Με την εκκρεμοδικία να υπάρχει πάντα στο βάθος, ορατή, υπαρκτή αλλά μέχρις ενός σημείου δευτερεύουσα ως αντικείμενο της ιστορίας, δίνεται η ευκαιρία στο συγγραφέα να εκφράσει το βαθιά ανθρωπιστικό πνεύμα του, ξένο σχεδόν στην εποχή του, να στηλιτεύσει πληθώρα κακώς κειμένων και συχνά να ανεβάσει τη θερμοκρασία με το βιτριολικό του χιούμορ και με ειρωνεία στα όρια του τσεκουράτου σαρκασμού. Από την κοφτερή του πένα δε γλιτώνουν ούτε καν οι αυτόκλητοι σωτήρες μιας μακρινής και ομιχλώδους Αφρικής που δεν μπορούν καν να βάλουν τάξη στο ίδιο τους το σπίτι, οι σιχαμεροί τοκογλύφοι, η αδράνεια του δικαστικού συστήματος που εξοντώνει τους διαδίκους, οι δικηγόροι που καρπώνονται τα οφέλη αυτής της αδράνειας, ακόμη και οι παντελώς άχρηστοι κύριοι των οποίων η «καθώς πρέπει» συμπεριφορά είναι το μοναδικό προσόν τους και όχημα για να επιβιώσουν (και συχνά να την περάσουν ζάχαρη) σε ένα κόσμο γεμάτο φτώχεια, αδικία, εκμετάλλευση, αρρώστια και θάνατο.
Στο πρώτο μέρος, όπως τα χώρισε ο Gutenberg, γνωρίζουμε τους βασικούς πρωταγωνιστές (μεταξύ άλλων και την σε ρόλο αφηγήτριας έκθετη Έστερ, της οποίας την κηδεμονία αναλαμβάνει ένας από τους βασικούς διάδικους της καταραμένης υπόθεσης), τον Τζαρνντάις (ο εν λόγω διάδικος), τον νομομαθή κύριο Γκάμπι (ερωτευμένο με την δίδα Έστερ), τον Τζο που γυρίζει στους δρόμους χωρίς να έχει πολλά να κάνει... αλλά έχοντας πολλά να δει, τον αθώο και γελοίο Ρϊτσαρντ (άτομο εμφανώς με καραμπινάτη διάσπαση προσοχής) κηδεμονευόμενο επίσης του Τζαρντάις που αλλάζει τις μαθητείες πιο συχνά από τα πουκάμισα, την γλυκιά και όμορφη Έιντα (μνηστή του Ρίτσαρντ), η οποία εκτός του ότι αποτελεί την αγαπημένη της Εστέρ, μέχρι τα μισά του δρόμου δεν έχει κάνει κάτι αξιοσημείωτο. Αυτούς πλαισιώνουν πολλοί ολοζώντανοι και τρισδιάστατοι χαρακτήρες, όλοι με τα ελαττώματα και τις αρετές τους (όπως η παραφρονεμένη κυριούλα που είναι διαρκώς παρούσα στα δικαστήρια και μάρτυς σε πολλά γεγονότα), δημιουργώντας έναν πολύχρωμο και παλλόμενο από ζωή και συναίσθημα καμβά πάνω στον οποίο ο Ντίκενς ζωγραφίζει την εποχή του και τις αδυναμίες της, χωρίς να ξεχνά να δίνει δραματικούς τόνους με αποκαλύψεις πάνω στην πλοκή και διασυνδέσεις -αρχικά αφανείς- των χαρακτήρων.
Το μυθιστόρημα απαιτεί υπομονή για να ανταμείψει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας αρχίζει την αργόσυρτη οικοδόμηση ενός πλούσιου και πολύπλοκου σύμπαντος, με ρυθμό που ενδεχομένως κουράζει τον αναγνώστη -τον σύγχρονο μάλλον ακόμη περισσότερο. Είναι εύκολο να παραιτηθεί κανείς στις 300 περίπου πρώτες σελίδες, όπου παρουσιάζεται αργά-αργά το υπόβαθρο, χωρίς ιδιαίτερη εξέλιξη στην πλοκή. Σταδιακά, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικής -και εξαιρετικά σύνθετης- αρχιτεκτονικής οικοδόμημα, που σταδιακά αρχίζει να επιδεικνύει και κινητικότητα, και μάλιστα ενδιαφέρουσα. Η εικόνα της αγγλικής κοινωνίας που αναδύεται είναι μάλλον ζοφερή. Είναι τόσο ζοφερή που δυσκολεύεται κανείς να την αντιστοιχίσει με την περίοδο της μεγάλης ακμής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Και όμως... Και καθώς η πλοκή εξελίσσεται ακόμη περισσότερο, αρχίζει να γίνεται και δραματική και συναρπαστική, και να επιταχύνεται συνεχώς, απορροφώντας πλέον τον αναγνώστη. Οι λύσεις, ή μάλλον οι καταλήξεις, των πολλών, αριστοτεχνικά αλληλοδιαπλεκόμενων ιστοριών είναι συνήθως τραγικές, με την εξαίρεση αυτής της πρωταγωνίστριας και του στρατιώτη. Η τελική εντύπωση; Πρόκειται για μεγάλη λογοτεχνία.
After the horrors of Oliver Twist (horrors in terms of the quality of that book), this is a relief to read. Although, it’s a book that requires close attention. It is very long and comprehensive, and—admittedly—I got lost a few times in the various characters and storylines.
So why still four stars? Because I recognize the brilliance of certain plotlines and characters, and above all, the central theme—the background of the protracted lawsuit—resonates with me. Probably a far more striking critique of the injustice of the justice system than The Trial by Kafka.
Plaisant à lire et à suivre mais l'intrigue est ridicule honnêtement. Elle représente des problèmes moraux qui n'existent plus aujourd'hui. Ce tome est très émouvant par contre la fin me laisse dubitative.
Voila ma participation au victober. Qu'on ne me reparle plus de littérature victorienne jusqu'à l'année prochaine.
Bleak House is big and is a challenge to read due to some of the words and phrasing from the time period being confusing, but it has such an incredible plot and cast of characters. I agree with those who think it is Dickens's best book.
Is it possible to have such a character as Mr Vole? Described as a pimply vampire, he really embodies a money-eating system as that of the judicial system in 1800 Britain.
Three stars only because the book is very long. So, I would only recommend it to the brave and steady reader.
Η λέξη αριστουργημα θα έλεγα ότι δεν αποδίδει στην εντέλεια αυτό το βιβλίο. θα πω μόνο. πως όποιος δεν έχει διαβάσει αυτό το...σκοτεινό σπίτι. δεν διάβασε ποτέ το πιο ολοκληρωμένο από κάθε άποψη βιβλίο που γράφηκε ποτέ.
Libro avvincente che ricopre tutti i gusti di chi è appassionato dei classici. Un romanzo avvincente che frase dopo frase ti prende sempre di più. A voi commenti sul finale
Les rares survivants qui suivent ce blog se seront peut-être aperçu de mon absence prolongée. Courant septembre je me suis plongée dans Bleak House, aussi connu sous le titre La maison d’Âpre-vent (?) et disponible en Pléiade. Les temps étant durs, je me suis rabattue sur une édition numérique, dont le prix ridiculement bas aurait dû me faire tiquer. On n’arrête pas de se plaindre des tarifs incohérents et exorbitants des livres numériques, moi la première, mais parfois je ne serais pas contre le fait de payer quelques euros de plus pour de la QUALITÉ. En l’occurrence, bien que l’éditeur en question fasse partie des éditeurs à suivre de près, je ne comprends pas que l’on puisse vendre, même à tout petit prix, une traduction ringarde et indigeste, sans la moindre révision. J’ai dû passer plusieurs semaines sur le premier volume, écœuré et fatiguée par les imprécisions, les lourdeurs, les bizarreries de traduction. Ada devient (parfois) Éva, Mr devient M., etc. Je ne parlerais même pas des tournures de phrases tirées par les poils du nez qui rendent la lecture carrément pénible. J’ai donc traîné, oui, j’ai traîné sur du Dickens ! N’y tenant plus, j’ai fini par chercher une autre édition, toujours en numérique, bien plus chère certes, mais dans des prix que je considère comme encore raisonnables. Ici, même traduction, mais RÉVISÉE ! Alors oui, on y trouve encore des choses curieuses, quelques lourdeurs, mais sans commune mesure avec l’autre édition. J’ai donc pu reprendre ma lecture avec plus de plaisir et d’enthousiasme. Notons au passage que la traduction sans révision propose néanmoins une 4e de couverture correcte et sans spoiler, tandis que l’autre semble avoir été rédigée par quelqu’un qui n’a pas lu le livre, mais qui réussit à en dire trop !
Bref ! Une fois le problème de traduction résolu, j’ai pu profiter un peu mieux de ce roman aussi tragique que drôle. Car si le sujet est lourd, Dickens entretient une certaine joyeuseté dans le drame. Un procès qui dure depuis on ne sait même plus quand, des pupilles qui espèrent recevoir un jour leur dû, des amours naissantes, des filiations mystérieuses, des secrets de familles, des personnages charismatiques et d’autres franchement comiques, Dickens nous dresse un sacrée galerie de portraits et de caractères, ainsi qu’une intrigue touffue et dense, où les tenants et les aboutissants ne sont pas évidents de prime abord. Les pièces du puzzle se mettent lentement en place, la raison d’être de certains protagonistes ne saute pas non plus toujours aux yeux. En somme, le genre d’intrigue qui ne souffre pas une traduction alambiquée ! Le fil se dénoue lentement mais sûrement, et tout finit par s’imbriquer habilement. La caricature du système judiciaire de l’époque fait froid dans le dos, on se demande à quel point Dickens a exagéré, et s’il a exagéré. L’absurdité de ce système exagérément complexe rivalise avec celle des rapports sociaux et familiaux. Autre temps, autres mœurs, comme on dit. Bientôt en visionnage, l’adaptation de la BBC, version 2005.
Dickense jsem nikdy moc nemusela a nebýt projektu 1001, tak bych se k němu asi nikdy nevrátila, takže tohle byl první Dickens po cca dvaceti letech. A překvapivě mě to hodně bavilo - asi jsem se k němu buď pročetla, nebo lety dorostla, nebo obojí. Ta knížka se četla úplně sama (byť má přes 1000 stran), popisy, které mě kdysi tak rozčilovaly, jsem si teď vyloženě užívala, možná že i víc než samotný děj. Ten mi místy přišel trošku přitažený za vlasy (např. takového p. Jarndyce bych tedy chtěla v reálu vidět), ale zase to nebylo nic, s čím by se nedalo vyrovnat. Snažila jsem se román číst s vědomím původního dělení na jednotlivé sešity a musím přiznat, že Díckens byl opravdu mistr hangoverů a určitě to té četbě dodávalo i další rozměr (byť já nemusela na pokračování čekat měsíc, ale třeba jen do druhého večera).
Kontext: Další se série knih 1001, která překvapila - letos už několikátá a těším se, co mě čeká za objevy příští rok. Snad u žádné knihy se zatím David tolik neptal, kde jsem a kdy to budu mít dočtené - slíbila jsem totiž, že po tomhle se konečně už pustím do toho Zaklínače (a také jsem se opravdu pustila).
První věta (začátek kapitoly 30): "Richard od nás byl už nějaký čas pryč, když k nám přijela na několik dní návštěva."
Poslední věta: "Ale vím, že moji mazlíčkové malí jsou moc hezcí, že moje děvečka drahá je moc krásná, že můj muž je náramně pohledný a že můj poručník má tu nejzářivější a nejlaskavější tvář, jakou kdy někdo viděl, a že se všichni docela dobře obejdou bez nějaké mojí krásy - třebaže - - KONEC"