«Δε γίνεται με κάποιον τρόπο να μπαίνει μια τελεία στα πράγματα, στη ζωή και στο ίντερνετ, και να χάνονται οι άνθρωποι και η ανάμνηση τους, να σβήνονται τελείως; Delete. Δε γίνεται να μην υπάρχει το ενδεχόμενο να ερωτηθείς πως τα περνούν, να μη γίνεται με τίποτα να ξαναβρεθείτε, να μην υπάρχει η τεχνική δυνατότητα ενός μηνύματος, να μη γίνεται να βρει κανείς τους άλλους πατώντας απλώς δύο κουμπιά, να μη ρωτάει η γαμημένη τεχνητή μνήμη αν θα πληρώσω τα εισιτήρια με τη δική της κάρτα ή με τη δική μου; Δε γίνεται κάπως μια ΑΙ, ένα ρομπότ, ένα software, τέλος πάντων, ταϊσμένο μ’ ένα τρις data το δευτερόλεπτο, να καταλαβαίνει ότι η σκέψη τους μου φέρνει ενοχή, μια αίσθηση σαπίλας και άγχος και ότι πάντα σκέφτομαι με μίσος εκείνη την εικόνα στο Facebook με τον ΦΜ, τα πόδια τους σαν τις ακρίδες που πηδούν στα χόρτα, πλεγμένα σαν μαλλιά, καλοσχηματισμένα, λεπτά, χωρίς καθόλου κυτταρίτιδα, πόδια εντόμων που πηδούν από σημείο σε σημείο; Δε γίνεται κάποια ΑΙ να καταλάβει επιτέλους πως μέσα μου νιώθω σαν ένα χαζό χορτάρι που το τρώνε φίλοι-έντομα με μάτια-οθόνες κινητών; Μα τι βλακείες λέω; Ο ΦΜ δε θα με κοίταζε ποτέ. Τα πόδια των ακρίδων πλέκονται μόνο με πόδια ακρίδων. Εγώ είμαι χρυσόμυγα πασχαλίτσα, η χοντρή καλή θεία που δίνει συμβουλές. Μέχρι να βρουν τον τρόπο να κάνουμε παρέα μόνο με ρομπότ και σεξ μέσω pornhub,μια τεχνολογία απόλυτου delete μας την οφείλουν. Κάτι που με κάποιο τρόπο να βάζει μια τελεία, να σταματάει το χρόνο, να ρίχνει ένα λευκό κενό, μια σιωπή πάνω στις εξελίξεις, κάτι.
Γιατί υπάρχει το Messenger, για να νιώθω διαρκώς ανεπαρκής; Τσεκάρω πάλι το κινητό. Δεν έχει ανοίξει καν το μήνυμα, ούτε τη φωτογραφία μου. Αφήνω το κινητό υπερβολικά κοντά τη λίμνη. Ένας παφλασμός θα μπορούσε να το τελειώσει . Για ένα δευτερόλεπτο χαίρομαι, αλλά αμέσως κάτι μέσα μου γίνεται βαρύ, δημιουργεί μια τρύπα στο έδαφος του εσωτερικού μου κόσμου. Με αηδιάζω. Είμαι το πιο άσχημο εμετικό χορτάρι που έχει φυτρώσει ποτέ στη γη. Δε γίνεται, με κάποιον τρόπο να πληροφορηθείς ότι κάποιος άλλους υπάρχει ακόμα και ζει και έχει κινητό και απλώς δε νοιάζεται για σένα; Δε γίνεται με κάποιο τρόπο, να μην καθίσταται εφικτό να σε βρουν ώστε να μη νιώθεις απόρριψη κάθε φορά που κανείς δε σε ψάχνει; Ένα σκασμός λουζέρια σαν εμένα θα αγόραζαν αμέσως τη μηχανή εξαφάνισης που θα τους έτριβε στη μούρη η Σίλικον Βάλεϊ».
18 διηγήματα χωρισμένα σε ζεύγη 9 ενοτήτων για τη ζωή, για τη γενιά των millennial, μιας γενιάς που της έταξαν τα πάντα και τελικά βρέθηκε να στερηθεί τα πάντα. Άνθρωποι σκορπισμένοι στα πέρατα του κόσμου, ήρωες χαμένοι στη ρουτίνα της καθημερινότητας, ήρωες που έμαθαν να ζουν μέσα από την εικονική πραγματικότητα των social media. Η Βίβιαν Στεργίου με μια απίστευτη ωμότητα και ειλικρίνεια παρουσιάζει τα παιδιά της κρίσης με τις περγαμηνές, το ένα πτυχίο μετά το άλλο να χρησιμεύουν ως κάδρα στο σαλόνι του σπιτιού μας, τα παιδιά εκείνα που σταμάτησαν να ονειρεύονται, που παλεύουν με την μοναξιά, με τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση που τους θέλει σε συγκεκριμένα καλούπια και πρότυπα. 18 ιστορίες για την κατασκευασμένη εικόνα που προωθούμε στα μέσα δικτύωσης, για τα προσωπικά αδιέξοδα, τα άγχη της καθημερινότητας. Πειστικό, συγκινητικό και αισθαντικό. Αξιολογότατη προσπάθεια από τη συγγραφέα. 4*
"Η ίδια η ζωή είναι ανθυγιεινή, γιατί υποτίθεται πως πρέπει να λειτουργώ εγώ σαν καλοκουρδισμένο μηχάνημα που μόλις ξεπεράσει τα όρια χτυπάει συναγερμός, όπως στ' αμάξια που κάνουν όπισθεν και σε προειδοποιούν όταν δεν έχεις χώρο. Θυμάμαι να μαζεύω σαν αλεξικέραυνο το συναίσθημα σου το οποίο, χρόνια μετά, καταλαβαίνω πως ήταν μια απόρριψη ή κάποιου είδους εγκλωβισμός. Εφτά χρόνια μετά, σου λέω να πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου-αφελής σκέψη που την πιστεύω, είτε από βλακεία είτε από ένστικτο επιβίωσης. Γλωσσού, μου λες.Ναι, οκέι, λοιπόν";