«… Ο Θεός τον έστειλε αυτό τον άνθρωπο, να μου το θυμηθείτε».
«Ο Θεός ή ο διάολος;» είπε σιγανά ο μπαμπάς σκύβοντας το κεφάλι.
1911, Μακεδονία. Το σώμα ενός αναίσθητου άντρα εντοπίζεται στα περίχωρα μιας πόλης. Εκείνος, όταν συνέρχεται, ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα. Ποιος είναι, άραγε, αυτός ο άνθρωπος, η παρουσία του οποίου θα αποδειχτεί καταλυτική τόσο για την πορεία της πόλης όσο και για τη ζωή των κατοίκων; Πρόσφυγας, τυχοδιώκτης, δολοφόνος; Εμπνευσμένος δημιουργός, ενσάρκωση των ονείρων του καθενός ή ένας πολύ βολικός αποδιοπομπαίος τράγος;
Στο πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα, όπου οι προσωπικές αφηγήσεις διαπλέκονται με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του περασμένου αιώνα αλλά και με στοιχεία της λαϊκής παράδοσης και αρχέγονους μύθους, στις φωνές των ηρώων έρχονται να προστεθούν και άλλες. Η ελιά, το ποτάμι, ο λαφιάτης, τα πουλιά, ζωντανοί μα και αγαπημένοι νεκροί, νομάδες, πλανόδιοι και μετανάστες, ο καθένας με τον τρόπο του αφηγείται το δικό του κομμάτι της ιστορίας περιδιαβάζοντας τις εποχές και ανασυνθέτοντας το άρωμα της καθεμιάς, σε μια περιοχή που υπήρξε ανέκαθεν σταυροδρόμι εθνικοτήτων, θρησκειών και γλωσσών.
Ένας στοχασμός πάνω στην πορεία της ανθρώπινης μοίρας, όπου φύση και πολιτισμός συνυφαίνονται με το τυχαίο, τον έρωτα, τη μοναξιά αλλά και τον καθαρτήριο ρόλο του γέλιου.
Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι και εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ως λογοτέχνης πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο Μακάο (Πόλις 2002, Μεταίχμιο 2005, Κέδρος 2019), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ. Το 2004 εξέδωσε το μυθιστόρημα Τέσσερις εποχές - Λεπτομέρεια (Μεταίχμιο), το 2005 το παιδικό μυθιστόρημα Στις 11 & 11’ ακριβώς (Παπαδόπουλος). Η αναπαράσταση (Μεταίχμιο, 2009) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ, Το δείπνο (Κέδρος, 2012) και Οι ανησυχίες του γεωμέτρη (Κέδρος, 2014) συμπεριλήφθηκαν αντίστοιχα στις βραχείες λίστες Μυθιστορήματος και Διηγήματος των Λογοτεχνικών Βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ. Το 2018 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου (Κέδρος). Παράλληλα, μεταφράζει γαλλική λογοτεχνία και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.
Στο πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα η Λίλα Κονομάρα αφηγείται τις ιστορίες από το 1911 που φτάνουν ως το 2018.
Η αφηγητρια περιγράφει την ιστορία του καθενός κατοίκου της περιοχής, για την οποία γνωρίζουμε μόνο τον εντοπισμό της κάπου στη Μακεδονία. Οι χαρακτήρες της αντέχουν στο χρόνο, δε μεγαλώνουν ηλικιακά κι αυτό το ευρηματικό λογοτεχνικό παράδοξο είναι κάτι που συναντάμε πρώτη φορά την ελληνική λογοτεχνία.
Το μυθιστόρημα ξεκίνα με τον Μανώλη, έναν άγνωστο ήρωα, χωρίς μνήμη και παρελθόν. Οι κάτοικοι τον χρησιμοποιούν παντού: τους βοηθάει στους κήπους, κάνει αγιογραφίες, πολεμά, γίνεται ερωτικό αντικείμενο.
Ο αστυνόμος, ο ιερέας κι η γυναίκα του, ο καθηγητής κι ο αδερφός του, ο περιπτεράς, ο γιατρός συνδέουν τις ιστορίες τους με τον Μανώλη. Θα' λεγε κανείς ότι αυτός είναι ένα πλάσμα με υπερφυσικές δυνάμεις, ένα πλάσμα μαγικό. Παρόλο που στο μυθιστόρημα προσωποποιούνται άψυχες οντότητες όπως το φίδι, η ελιά, το ποτάμι, δε χάνει τη ρεαλιστική του χροιά.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας κι ο τρόπος που εξιστορεί τα γεγονότα μαγεύουν τον αναγνώστη μέσα από τη διαμόρφωση ενός γλαφυρά εικονοπλαστικού λόγου.
Η βραχεία έκταση των κεφαλαίων αποτρέπει την κούραση του αναγνώστη και ορισμένα κεφάλαια διανθίζονται από μια χιουμοριστική διάθεση.
Γιατί όμως "μπόγος"; Γιατί μέσα σε αυτή τη σπονδυλωτή ιστορία, που είναι γεμάτη συναισθήματα, εικόνες κι ιστορικά γεγονότα, οι άνθρωποι γίνονται φορείς υλικών πραγμάτων και συναισθημάτων που μπορούν και χωρούν σε... έναν μπόγο.
Οι ήρωες της Κονομάρα, στον βαθμό που βιώνουν καταστάσεις δύσκολες, όπως ο πόλεμος κι η δικτατορία διακατέχονται από μια δυσβάσταχτη θλίψη. Στο τέλος, όμως, καταφέρνουν να σταθούν όρθιοι και να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Η Λίλα Κονομάρα μέσα από το νέο πολυφωνικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Ο μπόγος» φιλοδοξεί να δώσει στον αναγνώστη μία ματιά στην Ιστορία της Ελλάδας του εικοστού αιώνα, όχι μέσα από την ξερή παράθεση των πολιτικών γεγονότων, αλλά μέσα από θραύσματα από τις ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων. Εστιάζει, δηλαδή, στην ιστορία της καθημερινότητας, στην ψυχολογία του πολίτη και στο πως τα ιστορικά γεγονότα περιπλέκουν συνήθως τις ζωές του λαού.
Η αρχή γίνεται το 1911 στην ύπαιθρο της Μακεδονίας όπου ένας χωροφύλακας συντάσσει μία αναφορά για το σώμα ενός αναίσθητου άνδρα που εντοπίστηκε ξαφνικά. Κατόπιν, το ίδιο γεγονός προσεγγίζεται από την πλευρά μιας νοσοκόμας, ενός γιατρού και μιας εφημερίδας της εποχής.
Η συνέχεια περιλαμβάνει μνήμες των βαλκανικών πολέμων και σκέψεις περί τη συμβίωση χριστιανών- μουσουλμάνων, του αγροτικού ζητήματος, τη σχέση κολίγων-τσιφλικάδων, αλλά και του αντιεβραϊσμού στον Μεσοπόλεμο. Ακολουθούν η Κατοχή, ο Εμφύλιος, ο χωρισμός σε Αριστερούς και Δεξιούς μεταπολεμικά, αλλά και η Χούντα, το Κυπριακό και ο πόλεμος του Βιετνάμ. Οι τελευταίες αφηγήσεις αφορούν όψεις τη σύγχρονης ζωής όπως τα ινστιτούτα αισθητικής και κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook. Η Κονομάρα επιλέγει να τελειώσει το βιβλίο επανερχόμενη σε αφηγήσεις που σχετίζονται με εγκλήματα στη σύγχρονη εποχή. ΣΧΕΤΙΚΑ
Αξιοπρόσεκτη είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί κάθε φορά η συγγραφέας, προσαρμοσμένη στην ιδιότητα κάθε προσώπου που εξομολογείται, αλλά και οι γλαφυρότατες περιγραφές της μέσα από μικρές περιόδους που κάνουν τον αναγνώστη να φαντάζεται όμορφες εικόνες της Μητέρας Φύσης, όπως την παρακάτω:
«Είχε ρίξει πολλές βροχές τον τελευταίο μήνα. Κατεβασιές ολόκληρες. Το ένα νερό έσμιξε με το άλλο, γη και ουρανός πλέχτηκαν αξεδιάλυτα. Κύλησε ο καιρός. Μπήκε η άνοιξη.
Ο ήλιος είχε διαλύσει την πρωινή ομίχλη που κατέβαινε απ’ το βουνό. Θα ήταν μία ζεστή μέρα. Κυλούσε με δύναμη προς τον κάμπο, ίδιο κι όμως αλλιώτικο κάθε ξημέρωμα. Έτρεχε, έτρεχε το νερό. Γλιστρούσε πάνω στις πέτρες, έγλυφε τα βράχια και προχωρούσε. Αλλού βάθαινε κι αλλού ξεχείλιζε μουσκεύοντας τους κορμούς των δέντρων. Στο πέρασμά του το χώμα βλάσταινε. Τα φύλλα στα δέντρα γυάλιζαν κι οι κορμοί ήταν ακόμα υγροί».
Μέσα από τις πολλές και διαφορετικές απόψεις των απλών ανθρώπων του λαού-μιας παπαδιάς, ενός καθηγητή, ενός γιατρού, ηλικιωμένων, νεαρών, ανδρών, γυναικών και άλλων πολλών αναφαίνεται η επίδραση της Ιστορίας στις ζωές του ελληνικού λαού, οι απόψεις των ανθρώπων, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου και οι επιλογές των ανθρώπων ή η μη επιλογές τους καμιά φορά που στις οποίες τους εξαναγκάζει η ίδια η Ιστορία όταν δεν έχουν εναλλακτική.
Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο αξίζει να διαβάσουμε κυρίως για την πρωτότυπη προσέγγιση της συγγραφέως για την νεοελληνική ιστορία, αλλά και για την άρτια χρήση της ελληνικής γλώσσας από μία έμπειρη λογοτέχνιδα, τόσο στις περιγραφές, όσο και στους διαλόγους και τους μονολόγους. Αυτή κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο να ξεχωρίζει. Αναδημοσίευση από το tetragwno.gr