Το κείμενο είναι αναμφίβολα σημαντικό. Γιατί; Πρώτον γιατί στην απολογία του ο Σωκράτης συνοψίζει τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του: σοφία είναι να γνωρίσουμε την άγνοια μας, είμαστε ‘κακοί’ λόγω μη γνώσης του Καλού, επιδίωξη του ανθρώπου οφείλει να είναι πάντοτε η Αρετή, η οποία ´ουκ εκ χρημάτων γίγνεται’, οι πολλοί δεν αποφασίζουν πάντοτε και κατ’ανάγκην σωστά και το ‘ιδιωτεύειν’ παρά το ´δημοσιεύειν´ είναι αναγκαίο για την ‘σωτηρία’, ενώ ο ‘ανεξέταστος βίος’ είναι ‘αβίωτος βίος‘. Σημαντικές όμως είναι και οι τελικές γραμμές της απολογίας, όπου σκιαγραφείται ο ‘μεταφυσικός´ Σωκράτης να διατυπώνει την ιδέα-πρωτοφανή για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο-ότι ίσως η μετά θάνατον συνθήκη να είναι ´καλύτερη’ από την επίγεια και αυτός οδεύοντας προς τον θάνατο να είναι πιο τυχερός από τους ‘περιλειπόμενους’.
Παρά την σημασία όμως του αρχαίου κειμένου, η απόδοση του στη νέα ελληνική φοβάμαι πως είναι κατά τόπους προβληματική. Μου είναι δύσκολο να κρίνω την υφολογική της συγγένεια με το πρωτότυπο, αλλά μπορώ με βεβαιότητα να διαπιστώσω ότι σε αρκετά σημεία η σύνταξη που επιλέγεται από τον Στάντη Αποστολίδη είναι τόσο σχοινοτενής που χρειάζεται να διαβάσει κανείς δυο και τρεις φορές το κείμενο για να καταλάβει το νόημα του. Συχνά μάλιστα χρειάστηκε να ανατρέξω στο ίδιο το πρωτότυπο (που ευτυχώς αντιπαραβάλλεται στην μετάφραση) προκειμένου να καταλάβω. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν γνωρίζω αρχαία ελληνικά!
Ταυτόχρονα η γλώσσα (κι εν μέρει η ορθογραφία) που επιλέγεται συχνά ξενίζει. Επί παραδείγματι, δεν υπάρχουν καθόλου απόστροφοι-το ´που’πεσε’ γίνεται ‘πούπεσε’- ή χρησιμοποιούνται ‘παράξενοι’ ιδιωματικοί τύποι όπως ‘διό’ αντί για ‘διότι’ ή ‘καθό’ αντί του ‘καθότι’ ή ´ξον αν θέτε’ αντί του ´εκτός εάν θέλετε’ δημιουργώντας έναν-κατά την κρίση μου-γλωσσικό αχταρμά! Επιπρόσθετα, επιλέγονται λέξεις όπως πχ ‘ξεκαπίστρωτοι’ αντί του ‘ακόλαστοι’ που θα μπορούσε κάλλιστα να μείνει αμετάφραστο (όλοι καταλαβαίνουν τι σημαίνει) ή ‘σταυρωτήδες‘ αντί του ‘καταψηφισάμενοι’ του πρωτοτύπου μόνο και μόνο επειδή η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί κάποτε από τον Ρένο. Αυτό γίνεται την ίδια στιγμή που ο μεταφραστής κατηγορεί ευθέως παλιότερες μεταφράσεις για έλλειψη ‘ακρίβειας’!
Το άλλο στοιχείο που με ‘ενόχλησε’ ήταν η φλυαρία του μεταφραστή τόσο στα υποσέλιδα σχόλια όσο και στην εισαγωγή. Τα σχόλια συχνά καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της σελίδας, οι επαναλήψεις δεν λείπουν και η πληροφορία που παρέχεται υπερβαίνει κατά πολύ πιστεύω τις ανάγκες του μέσου πεπαιδευμένου αναγνώστη. Θεώρησα υπερβολική την τόσο ‘εντατική’ βιβλιογραφική τεκμηρίωση, που περισσότερο θα ταίριαζε σε μια επιστημονική πραγματεία ή διατριβή στο θέμα.
Εξίσου ‘ακαταλαβίστικα’ και δύσκολα προσπελάσιμα με την απόδοση του πρωτοτύπου βρήκα και τα δυο κείμενα του Ρένου στο τέλος του βιβλίου.
Η έκδοση του Gutenberg αποτελεί ένα κόσμημα, όπως πάντοτε άλλωστε, και είναι μεγάλη χαρά να κρατάς ένα τέτοιο βιβλίο στα χέρια σου και να το διαβάζεις.