Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης υπήρξε συμμαθητής μου. Στο -όχι τόσο μακρινό για μένα, πολύ μακρινό πια για τον ίδιο, που ζει μόνιμα στο Παρίσι- 2ο Λύκειο Ηρακλείου, στην Γ’ Δέσμη, εκείνος καθόταν με την Ελένη, εγώ με τη Δέσποινα. Και οι δύο περάσαμε στην πρώτη μας επιλογή -ο Χρήστος στη Νομική Αθηνών κι εγώ (με τη δεύτερη) Δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Από τότε έχω να τον δω -δεν το λες και πρόσφατα!- μέχρι που συνάντησα το ονοματεπώνυμό του σε μία συνέντευξη και σκέφτηκα «μπα, συνωνυμία, ο παλιός μου συμμαθητής θα είναι τώρα δικηγόρος, όχι συγγραφέας». Επειδή όμως η περιέργεια και το χέρι μου με έτρωγαν, η αναζήτηση στο google με οδήγησε στο βιογραφικό του (εντάξει, και στη φωτογραφία του), οπότε, ναι, ήταν αυτός! Εγκληματολόγος και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας με έδρα το Παρίσι. Not bad, Χρήστο!
Ομολογώ ότι ξεκίνησα το «Στον 5ο όροφο της Νομικής» διστακτικά. Νιώθω πως οι λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος, εμού συμπεριλαμβανομένης, θεωρούμε τους Έλληνες ��υγγραφείς που περπατούν σε αυτά τα τολμηρά μονοπάτια... ταμπού. Ωστόσο, ο Μαρκογιαννάκης, επίσης εραστής του είδους και δηλωμένος οπαδός της Αγκάθα Κρίστι, κατάφερε να χτίσει εξαιρετικά επιτυχημένα μια ιστορία που εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν τόπο: στον 5ο όροφο της Νομικής Σχολής Αθηνών, όπου εντοπίζονται δύο νεκροί, αμφότεροι συνδεδεμένοι με τον Τομέα Εγκληματολογίας.
Στο κυνήγι του δράστη και του ηθικού αυτουργού της διπλής ανθρωποκτονίας ένας παλιός γνώριμος της Σχολής, ο Χριστόφορος Μάρκου, ένας γήινος, καθημερινός, αλλά παράλληλα ευφυής και αφοσιωμένος αστυνόμος. Έχοντας γνώση αρκετών εμπλεκόμενων προσώπων και καταστάσεων λόγω του φοιτητικού παρελθόντος του στο ίδιο κτίριο, ο Μάρκου επικεντρώνει τις έρευνές του στο τμήμα της Νομικής, όπου αποκαλύπτονται επαγγελματικές κόντρες, ερωτικές αντιζηλίες, υπέρμετρες φιλοδοξίες, κρυμμένα πάθη και βαθιά θαμμένα μυστικά.
Η πλοκή θυμίζει παλιομοδίτικο αστυνομικό (είπαμε, επιρροές από Αγκάθα Κρίστι): είναι δομημένη με τρόπο που ναι μεν, δίνει το ψυχογράφημα των βασικών χαρακτήρων, δεν κουράζει δε και δεν υποχρεώνει τον αναγνώστη να... ξενιτεύεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους. Ο συγγραφέας επιλέγει να στρέψει τον προβολέα στους υπόπτους και όχι στον αστυνόμο Μάρκου, ενώ φροντίζει στο τέλος να τους μαζέψει στον ίδιο χώρο για να τους... ξεψαχνίσει και να καταλήξει στην αποκάλυψη του δολοφόνου. Προσωπικά μάντεψα αρκετές φορές λάθος τον δράστη, αφού ο Μάρκου σου δίνει το κίνητρο στο πιάτο, αλλά το... παίρνει την τελευταία στιγμή, σερβίροντάς το σε διαφορετικό ύποπτο κάθε φορά, χωρίς να αφήνει κανέναν ανάμεσά τους -ούτε τον αναγνώστη, να εφησυχάσει ως τις τελευταίες γραμμές και τη λύση του εγκλήματος.