Το Ταξίδι αποτυπώνει μια σειρά από απρόσωπα ψυχογραφήματα καταφέρνοντας έτσι να αποδώσει το κλίμα της σύντομης εποχής μεταξύ της κύρηξης της ανεξαρτησίας της Κύπρου το 1960 και της Τουρκικής εισβολής το 1974, στην Κύπρο.
"Με το δεύτερο μυθιστόρημά της η Λίνα Σολομωνίδου μπαίνει σταθερά στους πρωτοπόρους του πεζού λόγου στην Κύπρο και διεκδικεί μιαν αξιοπρόσεχτη θέση στη Νεοελληνική λογοτεχνία... Το "Ταξίδι" δεν είναι τίποτε άλλο από την αποκάλυψη της φθοράς. Όσοι ανέβηκαν σ' αυτό το βαπόρι δεν έχουν ελπίδα να φτάσουν πουθενά... Όπου κι αν πάνε θα είναι το ίδιο δέσμιοι των κοινωνικών φραγμών που μόνοι τους χαλκέψανε, θύματα της ίδιας τους ανελευθερίας, φθαρμένοι κι ανέλπιδοι...Κανένας τους δεν αξιώθηκε ένα όνομα. Γράμματα του αλφαβήτου τους ξεχωρίζουν: ο Κ, η Ε, η Τ...Μπορείς μια χαρά να αλλάξεις και να μπερδέψεις τα γράμματα, σε τίποτε δεν θ' αλλάξει η μοίρα τους, γιατί κανένας απ' αυτούς δεν αντιπροσωπεύει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά μια κατηγορία ανθρώπων που ανήκουν σ' αυτήν... Με το "Ταξίδι", μπορούμε αδίσταχτα να πούμε πως αποχτάει η Κυπριακή Λογοτεχνία τον πρώτο συγγραφέα που ανήκει στη "Σχολή του ματιού". Το επίθετο έχει σχεδόν εξαφανιστεί, αντίθετα η λεπτομέρεια γίνεται τόσο σαφής που σου προκαλεί αντιδράσεις παράλληλες με κείνες του προσώπου που τις υφίσταται...
Απόσπασμα από την κριτική της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ, "Τα Νέα", Αθήνα (4η Φεβρουαρίου 1970)