Ο τόμος αυτός είναι καρπός μίας αυθόρμητης ανάγκης να ξεκινήσουμε ένα προσκύνημα στα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και να τον αφήσουμε να μας οδηγήσει. Επιλέξαμε οκτώ από τα διηγήματα αυτά: Πάσχα Ρωμέικο, Χωρίς στεφάνι, Ο Αλιβάνιστος, Παιδική Πασχαλιά, Λαμπριάτικος ψάλτης, Στην Αγι-Αναστασιά, Εξοχική Λαμπρή, Η βλαχοπούλα. Η καλαίσθητη έκδοση συνοδεύεται από ένα πλούσιο ηχητικό δίσκο που περιέχει την προφορική αφήγηση των διηγημάτων από τη Σοφία Χατζή που ασκείται να αποδώσει τον ρυθμό των γραπτών του Σκιαθίτη λογοτέχνη με τη συνοδεία της μουσικής που συνέθεσε ο Στέφανος Δορμπαράκης. Η έκδοση προλογίζεται από τον διακεκριμένο φιλόλογο και λογοτέχνη Κωνσταντίνο Γανωτή, ο οποίος μεταξύ άλλων σημειώνει: «Ο λαός μας εκμυστηρεύτηκε στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη τα εσώψυχα του, όπως τ?ν θείο έρωτα της Χριστίνας της δασκάλας προς τον Χριστό, που έγινε ο πιο ταπεινωμένος ανάμεσα στους ταπεινούς, για να στολίσει με τα λουλούδια του Επιταφίου του το τραύμα της ζωής της...». Το κείμενο επιμελήθηκε ο Γιώργος Μπάρλας, ενώ το εξώφυλλο εικονογράφησε η Μαριτάσα Τσιμπλάκη.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (English: Alexandros Papadiamantis) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων που έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε στη Σκιάθο και καταγόταν από ιερατική οικογένεια, γεγονός που επηρέασε βαθιά τόσο την προσωπικότητά του όσο και το συγγραφικό του έργο, καθώς η θρησκευτική παιδεία και η στενή σύνδεση με την τοπική παράδοση διαπνέουν τα περισσότερα κείμενά του. Από νεαρή ηλικία έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, ενώ η εκπαίδευσή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών προσέφερε στη γραφή του θεολογικές και φιλοσοφικές βάσεις που διαφαίνονται σε πολλά από τα έργα του, ιδιαίτερα στην εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής και των ηθικών διλημμάτων των χαρακτήρων του. Παρά τη φιλοδοξία του να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, η ζωή του χαρακτηρίστηκε από φτώχεια και μοναξιά, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, γεγονός που τον κράτησε απομονωμένο από την αθηναϊκή κοινωνική και πολιτιστική ζωή, ενώ ταυτόχρονα τον βοήθησε να παρατηρεί με λεπτομέρεια και στοχασμό τη ζωή του τόπου του και τις κοινωνικές ανισότητες. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1879 με το διήγημα "Η Χειρονομία", και από τότε συνεργάστηκε με πολλά έντυπα, δημοσιεύοντας πλήθος διηγημάτων, άρθρων και κριτικών κειμένων. Η γραφή του Παπαδιαμάντη ξεχωρίζει για τη χρήση του δημοτικού λόγου σε συνδυασμό με καθαρεύουσα, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο λογοτεχνικό ύφος που αποτυπώνει με ζωντάνια και λυρικότητα τις εικόνες της ελληνικής επαρχίας, των παραδόσεων, των ανθρώπων και της φύσης. Στο σύνολο του έργου του, η θρησκευτικότητα και ο ηθικός προβληματισμός συνυφαίνονται με κοινωνική κριτική και παρατήρηση της καθημερινότητας, δίνοντας βάθος στους χαρακτήρες του και δημιουργώντας έναν κόσμο γεμάτο ψυχική ένταση και ατμόσφαιρα. Το πιο γνωστό μυθιστόρημά του, "Η Φόνισσα", θεωρείται κορυφαίο δείγμα της ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας που καταφεύγει στη φρίκη και την κοινωνική απομόνωση, ο Παπαδιαμάντης εξερευνά θέματα όπως η αδικία, η καταπίεση των γυναικών και η κοινωνική ανισότητα. Άλλα έργα του, όπως το "Γυφτοπούλα", "Αι Αδελφαί", "Η Κυρία Δήμα", "Ο Χριστός" και δεκάδες ακόμη διηγήματα, παρουσιάζουν ποικιλία θεμάτων, από την καθημερινή ζωή των Σκιαθιτών και των κατοίκων των νησιών, μέχρι την εξερεύνηση ψυχολογικών και ηθικών ζητημάτων, αποδεικνύοντας την ευρύτητα της σκέψης και της παρατήρησης του συγγραφέα. Παρά την αναγνώριση που απέκτησε μετά τον θάνατό του, κατά τη διάρκεια της ζωής του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απομονωμένος και δεν απολάμβανε οικονομικής άνεσης. Η αφοσίωση του στην τέχνη της γραφής ήταν τέτοια που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε αυτή, αποτυπώνοντας την ψυχή και τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα με μοναδική λεπτομέρεια. Ο Παπαδιαμάντης πέθανε το 1911, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη λογοτεχνική κληρονομιά που συνεχίζει να μελετάται και να αγαπιέται σε όλο τον ελληνόφωνο κόσμο, ενώ η επιρροή του παραμένει ορατή σε γενιές συγγραφέων και αναγνωστών που αναζητούν την αυθεντική εικόνα της ελληνικής ζωής και κουλτούρας μέσα από τη λογοτεχνία. Οι αναλυτές του έργου του επισημαίνουν την ικανότητά του να συνδυάζει την ακριβή περιγραφή της φύσης, την παρατήρηση της καθημερινότητας και την εξερεύνηση ηθικών ζητημάτων, δημιουργώντας ένα σύμπαν που παραμένει ζωντανό και διαχρονικό, με επίκεντρο την ανθρώπινη ψυχή και την ελληνική παράδοση, ενώ ταυτόχρονα η προσωπική του βιογραφία και οι περιορισμοί της ζωής του προσδίδουν στην αφήγηση μια βαθιά αίσθηση αυθεντικότητας και αφοσίωσης στην τέχνη.
Μία πρωτότυπη έκδοση των πασχαλινών του διηγημάτων με την ανάλογη αφηγηματική υπόκρουση. Παρόντα όλα τα στοιχεία του μεγάλου Σκιαθίτη, ο οποίος «κεντά» και στη μικρή φόρμα με κείμενα που ταλαντεύονται ανάμεσα σε θρησκευτικές παραβολές, βουκολικά παραμύθια, βυζαντινούς ύμνους, ψυχογραφήματα και κοινωνιστικές νουβέλες.
Περίπλοκα σχήματα λόγου, διαλεγμένα καλολογικά στοιχεία, ρητορικά τεχνάσματα και πολλά άλλα. Μία έκδοση πάντως χωρίς γλωσσάρι, χωρίς μεταφραστικό υπόμνημα, ατόφια μεταφορά της ιδιόμορφης καθαρεύουσάς του με το πλήθος διαλεκτικών στοιχείων. Όντας εξοικειωμένος με τη γλώσσα του, δεν στάθηκα στιγμή σε αυτό, αντίθετα το επανεκτίμησα όταν έπεσε στα χέρια μου κατά σύμπτωση, η δεύτερη έκδοση, αυτή στη δημοτική, απευθυνόμενη σε ένα σαφώς νεότερο αναγνωστικό κοινό.
Αναστοχαζόμενος πόσο απόλαυσα τον Παπαδιαμάντη στη δημοτική (σε μικρή ηλικία) και πόσο τον θαύμασα στο πρωτότυπο (σε αναγνωστικό & ερευνητικό επίπεδο), έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα κατά πόσο χρειαζόμαστε αποδόσεις/διασκευές/ενδογλωσσικές μεταφράσεις -πείτε το όπως θέλετε- του έργου του. Προφανώς, το λεξιλογικό και εκφραστικό αμάλγαμα που συγκροτεί το έργο του, δε δύναται να αποδοθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στη σημερινή μορφή της ελληνικής. Και αυτό δεν οφείλεται φυσικά στην «απαίδευτη» νεολαία που «έχει λειτουργικό λεξιλόγιο 50 λέξεων». Οι γλωσσαμύντορες και τρομολάγνοι που τα ισχυρίζονται αγνοούν προφανώς τις έννοιες της γλωσσικής αλλαγής αλλά και τα διχαστικό γλωσσικό ζήτημα που μόλις το 1976 λύθηκε (νομικά και όχι ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια) στη χώρα μας.
Κατ’ εμέ, ούτε ευθύνεται η πολύπαθη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής, αλλά μάλλον της νέας ελληνικής. Συνεπώς, θα συμφωνήσω με τη γνώμη κάποιων πολύ πιο ειδικών, οι οποίοι εισηγούνται την δημιουργία εκδόσεων με το πρωτότυπο κείμενο και την απόδοσή του αντικρυστά για τους μικρούς αναγνώστες και αντίστοιχες μόνο με το πρωτότυπο, συνοδευόμενο από αξιόλογο γλωσσάρι και μεταφραστικό υπόμνημα για τους μεγαλύτερους. Ο Σκιαθίτης οφείλει να είναι προσιτός στο ευρύ κοινό, χωρίς γλωσσικά ταμπού αλλά και σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο.