Η ιέρεια με το τατουάζ ίσως να είναι το πιο απρόβλεπτο, πρωτότυπο και ανατρεπτικό βιβλίο των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, αν αναλογιστεί κανείς πως οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς επικεντρώνονται θεματικά είτε σε ιστορικές μυθιστορίες είτε σε θέματα σύγχρονου κοινωνικού προβληματισμού και ερωτικής αναφοράς. Η νέα συγγραφική κατάθεση της Τραυλού απέχει πολύ από το να αποτελεί μια χιλιοειπωμένη ιστορία. Το έργο της δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα κοινωνικό, ιστορικό, ψυχογραφικό ή μυστηρίου αλλά διαθέτει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και επιπλέον ο αναγνώστης θα συναντήσει μες στις σελίδες του αρχετυπικά σύμβολα, λαογραφικά και μυθολογικά στοιχεία, διαχρονικές φιλοσοφικές αναζητήσεις και φεμινιστικές ανησυχίες με την πιο ορθολογική, εξισορροπιστική και ελκυστική μυθιστορηματικά προσέγγιση που θα έχει διαβάσει ποτέ.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το βιβλίο απαρτίζεται από τρία ευδιάκριτα μέρη, εκ των οποίων τα δύο πρώτα είναι ιδίας περίπου έκτασης ενώ το τρίτο συνοπτικότερο με σαφή στόχο να συγκεράσει και να συνδέσει τα δύο προηγούμενα κλείνοντας τους μυθιστορηματικούς κύκλους που έχει δημιουργήσει η συγγραφέας στις δύο άλλες ενότητες, στις οποίες η πλοκή διαδραματίζεται με χρονική απόσταση τριών χιλιάδων ετών της μιας απ’ την άλλη.
Στα δύο πρώτα πολυσέλιδα μέρη του ο αναγνώστης θα ανακαλύψει όχι μόνο μια άκρως ενδιαφέρουσα πρωτοεπίπεδη μυθοπλασία αλλά θα διαπιστώσει πως αυτή τη φορά τα «υλικά», τα ερεθίσματα και οι επιρροές της συγγραφέως εκπέμπουν σε άλλο μήκος κύματος και οι αναλύσεις μπορούν να φτάσουν σε απίστευτο βάθος για έναν εμβριθή αναλυτή.
Στην πρώτη ενότητα γνωρίζουμε τους δύο βασικούς ήρωες την συγγραφέα και αρχαιολόγο Αίθρα Μπάξερ και τον αρχαιολόγο Κορνήλιο Μπλεκ, ένα ζευγάρι εραστών στη φάση του χωρισμού για έναν τραγικό λόγο: Η Αίθρα έχει πρόσφατα χάσει τον σύζυγο και τον γιο της σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη τη μέρα που ανακοίνωσε στη μητέρα και τον άντρα της την απόφασή της να πάρει διαζύγιο. Από την κατάθλιψή της επιχειρεί να την βγάλει ο Κορνήλιος παραχωρώντας της τη θέση του στις ανασκαφές που διενεργεί η διάσημη ανθρωποαρχαιολόγος Άντριαν Μάγιορ η οποία αναζητά αρχαιολογικές αποδείξεις για την ιστορική ύπαρξη των Αμαζόνων, θέμα που είχε απασχολήσει την Αίθρα Μπάξερ κατά τα φοιτητικά της χρόνια οδηγώντας την να εκπονήσει μια πρόταση για έρευνα η οποία ουδέποτε ευοδώθηκε. Ένα κομβικό συμβάν και μια συγκυρία καταλυτική ωθούν την Αίθρα να δεχτεί την πρόταση, να βρεθεί στα Αλτάια όρη στο πλευρό της Μάγιορ και μιας πλειάδας ακόμη επιστημόνων και να πραγματοποιήσει την έρευνα που αποτελούσε τη νεανική της φιλοδοξία, καταλήγοντας όχι μόνο να είναι παρούσα τη στιγμή που ανακαλύπτουν τη μούμια μιας ιέρειας με σώμα γεμάτο τατουάζ αλλά και να εντοπίσει μια βαθύτερη αλήθεια για την ίδια της την ύπαρξη, ανασκάπτοντας ταυτόχρονα την ψυχή της και το μακρινό της παρελθόν.
Σε αντίθεση με το άκρως ρεαλιστικό πρώτο μέρος του βιβλίου που ξεκινά σαν την εκρηκτική εισαγωγή μιας όπερας με τον θρήνο και τη συντριβή της πρωταγωνίστριας για το χαμό του γιου της, στο δεύτερο εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη μεταφέροντάς τον νοερά περίπου στα 1000 π.Χ., σε μια εποχή που η Αίθρα Μπάξερ αναλαμβάνει τον ουσιαστικό της ρόλο στο μυθιστόρημα. Στις σχεδόν τριακόσιες σελίδες αυτού του μέρους μια ηρωίδα-έκπληξη μιλά σε πρώτο πρόσωπο και αφηγείται την ιστορία της, μια αφήγηση με τη γοητεία παραμυθιού, γεμάτη θεϊκή μαγεία και μια πλοκή γοητευτική στην οποία κινούν τα νήματα κακόβουλοι αρχαίοι θεοί που λειτουργούν σαν μάγισσες με άγρια ένστικτα, Αμαζόνες και αιμοσταγείς ιέρειες, φτερωτά άλογα και αλλόκοτα μαγεμένα πλάσματα οδηγώντας ωστόσο αβίαστα τον αναγνώστη να συλλάβει τα μηνύματα της συγγραφέως και τους ιδεολογικούς άξονες που διατρέχουν το έργο της. Τα συμβολιστικά και τα μυθικά στοιχεία κυριαρχούν. Η Τραυλού οικοδομεί τον δικό της μύθο πάνω σε λαογραφικά στοιχεία, αρχετυπικά σύμβολα και θρύλους τόσο της αρχαίας ελληνικής όσο και της αρχαίας Σκυθικής παράδοσης, παρουσιάζοντας τους ήδη γνωστούς από το Α’ μέρος του βιβλίου της ήρωες σε καινούριους ρόλους, αποσαφηνιστικούς συμπεριφορών στην τωρινή τους ζωή.
Η σκηνή που ανασύρεται η μούμια της ιέρειας από τον τάφο, η συνάντηση της Αίθρας με τη γυναίκα-ελάφι, η στιγμή που εντοπίζει στην τωρινή της ζωή θαμμένο το αρχαίο της σώμα ή η στιγμή που ανακαλύπτει ποια στην πραγματικότητα ήταν η μητέρα της αποτελούν κορυφαία δείγματα συγγραφικής δεινότητας για τα οποία το βιβλίο αξίζει όχι απλώς να διαβαστεί αλλά να μελετηθεί σε βάθος.
Κορυφαίο εύρημα του βιβλίου αποτελεί ένας απίστευτα απρόβλεπτος και κατ’ ουσίαν αδύνατος έρωτας ανάμεσα σε ένα ελάφι και έναν λύκο, σύμβολα εμφανή των δύο φύλων μέσα από τα οποία η Τραυλού υπογραμμίζει το ρόλο του ιδεολογικού και θρησκειολογικού πλαισίου όπου τα φύλα αναγκάζονται να διαμορφώσουν τις σχέσεις τους και να καθορίσουν τις ταυτότητές τους.
Πυρήνες του βιβλίου αποτελούν αφενός ο μύθος των Αμαζόνων, των γυναικών πολεμιστριών που εμφανίζονται σε πάμπολλα έργα τέχνης από την αρχαιότητα ως σήμερα σε όλους τους πολιτισμούς, σε όλες τις εποχές και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και που η αρχαιολογική σκαπάνη και η εξέταση DNA απέδειξαν πως εμπεριέχει υψηλό ποσοστό ιστορικής αλήθειας, αφετέρου η μούμια της ιέρειας που εντοπίστηκε στο υψίπεδο Ουκόκ, καλυμμένη ολόκληρη με τατουάζ στα οποία κυριαρχούσε το σύμβολο του ελαφιού. Εντυπωσιάζει πραγματικά ο τρόπος με τον οποίο η Τραυλού οικοδομεί αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημα πάνω σε αυτά τα δύο επιστημονικά δεδομένα προχωρώντας πέρα από τα γνώριμα συγγραφικά της ύδατα. Ενώ και πάλι φλερτάρει με τις φεμινιστικές θεωρίες, αυτή τη φορά είναι εξισορροπιστική εκπέμποντας μέσα από τα σύμβολα του βιβλίου ένα μήνυμα αποφυγής των υπερβολών και των ακροτήτων, παρουσιάζοντας τα τρωτά όχι μόνο του πατριαρχικού κοινωνικού μοντέλου αλλά και της μητριαρχικής κοινωνίας των Αμαζόνων. Αναδεικνύει με έμφαση τον ρόλο των κοινωνικών ιδεών και των θρησκειολογικών κατασκευών για τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων σε μια κοινωνία και στηλιτεύει την όποια μορφή βίας υιοθετείται για την θεμελίωση οιασδήποτε εξουσίας. Καθόλου τυχαία η παρουσία των ιερέων και των μάντηδων στο βιβλίο που αντιπροσωπεύουν τους υποδαυλιστές του ανθρώπινου φόβου μπροστά στον θεό-φόβητρο αλλά και η παρουσία του Θόα, βασιλιά της Ταυρίδας ως σκεπτικιστή και αμφισβητία των ανθρωπόμορφων εκδικητικών θεών.
Όποιος όμως ακολουθεί τα βιβλία της Τραυλού θα είναι εύκολο να διαπιστώσει πως υπάρχει μια σταθερή αναφορά που συναντάται τόσο στο Έστω μια φορά όσο και στο η Μήδεια δεν χόρεψε ποτέ: Πρόκειται για την προσέγγιση της μητρότητας σε σχέση με τους υπόλοιπους γυναικείους ρόλους που διαμορφώνουν τόσο την ψυχοσύνθεση των παιδιών όσο και την προσωπικότητα της γυναίκας και η οποία πρέπει πάντα να αξιολογείται ως μία από τις συνιστώσες διαμόρφωσης της γυναικείας ύπαρξης. Δεν βάζει καθόλου τυχαία στα χε��λη του ήρωά της Κορνήλιου Μπλεκ τη φράση: Είσαι τόσα άλλα πράγματα ακόμα, Αίθρα, πέρα από μάνα, έχεις τόσους ακόμα εαυτούς, και είναι λάθος να τους καταδικάσεις σε μαρασμό.
Ταυτόχρονα, μέσα από τη μυθιστορηματική προσέγγιση της αλήθειας και του μύθου γύρω από τις Αμαζόνες αποτυπώνεται και ο διαχρονικός προβληματισμός για τον γρίφο της πρώιμης δημιουργίας των μύθων από τους πρωτόγονους ήδη ανθρώπους και για τις δόσεις αλήθειας που πάντα εμπεριέχουν και που συνήθως κρύβονται κάτω από μια επίφαση υπερβατικότητας και υπερβολής.
Ενώ όμως το βιβλίο βασίζεται σε επιστημονικά, μυθολογικά και θρησκειολογικά δεδομένα και χρησιμοποιεί για την ανοικοδόμηση της πλοκής του άφθονα σύμβολα, κάθε άλλο παρά άψυχο και δυσνόητο είναι. Πρόκειται για ένα έργο «γήινο», οικείο και σαγηνευτικό, όπως είναι πάντα οι μύθοι για την ανθρώπινη σκέψη, γεμάτο διάφανους ψυχοσυναισθηματικά και άρτια δομημένους χαρακτήρες. Η κόκκινη μαγική κλωστή στο δάχτυλο των νεόνυμφων Σκυθών, ο μύθος της γυναίκας-ελάφι στα Αλτάια όρη, το νερό από την πηγή των ελαφιών, ο μανδραγόρας-πεθαμός ως βοτάνι του θανάτου μαζί με τις εμβριθείς αναφορές στους έμφυλους ρόλους πριν 3.000 χρόνια, την ανασύσταση μιας μακρινής εποχής, τους προβληματισμούς που βρίθουν στο μυθιστόρημα και ενεργοποιούν τη σκέψη και τη φαντασία του αναγνώστη, ζυμώνονται αριστοτεχνικά στον συγγραφικό «αναδευτήρα» της Τραυλού για να αναδυθεί ο δικός της μυθικός ιστός, γαρνιρισμένος με φιλοσοφικές πινελιές και αναφορές στα πεδία της συμπαντικής μνήμης, της θρησκευτικής αναζήτησης, της μεταθανάτιας ζωής και της μετενσάρκωσης.
Εν κατακλείδι, θα έλεγα πως αυτό το βιβλίο της Τραυλού είναι ένας φόρος τιμής στην επιστήμη, στη γυναίκα, στους μύθους και εν γένει στην ανθρώπινη ψυχή και τα άβατα σκότη της που η λογοτεχνία επιδιώκει πάντα να τα διασχίζει και να τα διαλύει.
Τέλος, θα σταθώ σε μια δευτερεύουσα σκηνή του βιβλίου. Η ηρωίδα στο β’ μέρος έχει στερηθεί την κόρη της Αγχιμάχη από την θεά Άρτεμη και ψάχνει διέξοδο για τη ματαιωμένη μητρική της στοργή, μεταμορφωμένη σε ελάφι στο ιερό δάσος της θεάς. Η Τραυλού γράφει:
Ένα ελαφίσιο κλαψούρισμα τράβηξε πάνω στην ώρα την προσοχή μου. Κοίταξα παραξενεμένη ολόγυρα. Ένα νεογέννητο ελάφι έκανε τα πρώτα του βήματα δίπλα στην αιμόφυρτη μάνα του που ψυχορραγούσε απ’ το βέλος κάποιου κυνηγού. Η Άρτεμις ήταν πάλι φουρτουνιασμένη, όπως τότε που είχε εξοργιστεί με τον πατέρα μου. Η ελαφίνα είχε ένα άδειο βλέμμα. Η ζωή της στέρευε από στιγμή σε στιγμή. Το ελαφάκι τρέκλιζε τρομαγμένο όσο παρατηρούσε τη μάνα του κι έμπηξε τα κλάματα όταν έσβησε η τελευταία ανάσα της. Απέμεινε μόνο δίπλα στο αδειανό από γάλα και αγάπη κουφάρι της. Την πλησίασε κι έπιασε απελπισμένο τη θηλή της, περιμένοντας να νιώσει τη μουσούδα της να το χαϊδεύει όσο βύζαινε. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Έτρεξα κοντά του και άρχισα να το αγγίζω, να συνηθίσει τη μυρωδιά μου, να πάρει θάρρος και να γυρέψει απ’ το στήθος μου το γάλα που του στέρησε ο κυνηγός. Ένιωσα αγαλλίαση μόνο όταν έπιασε τη ρώγα μου, στην αρχή δειλά κι έπειτα λαίμαργα, χαρίζοντας επιτέλους στο σώμα μου την πληρότητα που του στέρησε η Άρτεμις παίρνοντας μακριά μου την κόρη μου.
Ήδη ανέφερα πολλά. Κάθε αναγνώστης, ανάλογα με το συναισθηματικό, γνωστικό και ιδεολογικό του οπλοστάσιο θα κάνει τη δική του ανάγνωση. Όμως επειδή η Ιέρεια με το τατουάζ είναι ένα βιβλίο πολυεπίπεδο με πυκνή διαστρωμάτωση, απίστευτη ροή, με αξεπέραστα, ευανάγνωστα σύμβολα και απρόβλεπτη, πρωτότυπη πλοκή, στοιχηματίζω πως θα εκπλήξει ευχάριστα καθένα που θα ενσκύψει στις σελίδες του. Και όχι μόνο θα γοητεύσει ως και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη αλλά θα γίνει αντικείμενο μελέτης και συζήτησης.