Σε μια απομακρυσμένη γειτονιά της Αλεξανδρούπολης, μια οικογένεια μοιράζεται σε δύο αντικριστά σπίτια. Οι γυναίκες, σύζυγοι και θυγατέρες, δεν φαίνεται να απολαμβάνουν ειδυλλιακή μεταχείριση. Όταν ένα πρωινό ο πατέρας-αρχηγός της οικογένειας βρίσκεται νεκρός στην αυλή, κύριο μέλημα των συγγενών θα είναι η απόκρυψη των συνθηκών του θανάτου του, όπως και η συγκάλυψη του επαίσχυντου μυστικού που τον προκάλεσε. Δύο γυναίκες, ανιψιές του νεκρού, καταφέρνουν να δραπετεύσουν από τον οικογενειακό κλοιό και διηγούνται παράλληλα με τη δική τους ιστορία, τη σχέση τους με την κόρη του νεκρού θείου τους, τη Νόρα. Η Νόρα, ευφυής και ασταθής ψυχικά, είναι το κύριο πρόσωπο της ιστορίας. Γίνεται αντικείμενο λατρείας και διεκδίκησης των δύο γυναικών που αφηγούνται τα γεγονότα, δίνοντας η καθεμιά τη δική της εκδοχή. Ο καθρέφτης είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούν για να διηγηθούν και, ταυτόχρονα, να προστατευτούν από μια αμφιλεγόμενη αλήθεια, από τον τρόμο και από την πρόσωπο με πρόσωπο αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Όπως ο Περσέας, χρησιμοποιούν τον καθρέφτη ως μέσο για να αντικρίσουν τα γεγονότα και την κατά κράτος επικράτηση του κακού χωρίς να μαρμαρώσουν. Οι έννοιες της δικαιοσύνης, της τιμωρίας, της συγχώρεσης και της εξιλέωσης παραμένουν μετέωρες. Ο καθρέφτης, ανάλογα με τη γωνία που τον κοιτάς, αντανακλά κάθε φορά μια διαφορετική εικόνα. Τρεις γυναίκες, τρεις χώρες, τρεις πόλεις. (Ελλάδα, Ιταλία και Σουηδία). Μέσα στο σκοτεινό πλαίσιο της αφήγησης, κινούνται και τρία φωτεινά πρόσωπα: Ένας νεαρός αγρότης από την Αλεξανδρούπολη, μια μετανάστρια από τη Ρωσία και μια Ιταλίδα καθηγήτρια. Τρεις γυναίκες από την παιδική τους ηλικία μέχρι την ενηλικίωση, δύο εκδοχές της πραγματικότητας και μία ακόμα, αυτή της Νόρας, που δεν υπάρχει πουθενά. Ο δικός της καθρέφτης μένει σιωπηλός μέχρι το τέλος.
Η Γεωργία Συλλαίου γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική μουσική και τραγούδι στo Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και, ακολούθως, σύγχρονα μουσικά ρεύματα και θέατρο στην Αυστρία, στη Γερμανία και στην Ολλανδία. Έχει δημοσιεύσει λογοτεχνικά κείμενα στα περιοδικά "Εντευκτήριο", "Δέκατα", "Πανδώρα", "Ένεκεν", "Jazz and τζαζ", "Θεσσαλονικέων Πόλις", "Αναγνώστης", κ.ά. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ μουσικής και έχουν εκδοθεί δώδεκα προσωπικά της CD. Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων "Στο ακρωτήρι" (Εκδόσεις Οδός Πανός), κυκλοφόρησε το 2012.
Μια σπειροειδής αφήγηση που εκκινεί από την περιφέρεια και συνεχώς πλησιάζει την καρδιά των τραυματικών γεγονότων χωρίς να την φτάνει ποτέ. Ένα μεγάλο στοίχημα αυτή η υπαινικτική γραφή που τo κερδίζει σε ένα μεγάλο βαθμό η Γεωργία Συλλαίου. Στα συν του βιβλίου οι διακειμενικές αναφορές, πότε ρητές και πότε κεκαλυμμένες - οι πιο γοητευτικές για τον επαρκή αναγνώστη. Εμένα προσωπικά μου έκλεισε πολλές φορές το μάτι ο Tenesee Williams... 3.5 stars
Ένα περίεργο βιβλίο, οι σκέψεις των δύο αφηγητριών μπερδεύονται, δεν έχουν οιρμό και είναι γεμάτες υπονοούμενα και μισόλογα. Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και αφήνει μια μικρή αίσθηση ανατριχίλας...
Ερμιόνη Η εικόνα Από τον πρώτο καθρέφτη «Στον καθρέφτη δεν βλέπω , δεν βλέπω τον δολοφόνο των στιγμών και των συμβάντων, βλέπω όμως επαναλαμβανόμενους θανάτους χωρίς να γνωρίζω τον δράστη. Και η υποψία ότι ανάμεσα στους ενόχους ή στα θύματα μπορεί να συμπεριλαμβάνομαι και εγώ δεν μου αρέσει και τόσο.»
Ύβρις και Αδράστεια Νέμεσις Μια νουβέλα που θα μπορούσε να είναι αρχαία τραγωδία. Μια πικρή ιστορία ενηλικίωσης. Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο ενότητες με διαφορετική αφηγήτρια η κάθε μια. Κάθε αφήγηση είναι ένα θραύσμα που όταν ενώνεται με την άλλη φτιάχνει μια φριχτή ιστορία. Τρία κορίτσια μεγαλώνουν στην Αλεξανδρούπολη των αρχών της δεκαετίας του 80. Η Ερμιόνη, η μικρότερη αδελφή της η Στέλλα και η πρώτη τους ξαδέλφη η Νόρα. Η Νόρα έχει χάρη, ομορφιά, ταλέντο, εξυπνάδα. Οι δύο αδελφές ανταγωνίζονται πια θα κερδίσει την αγάπη της. Πάνω από τα κορίτσια απλώνεται η βαριά σκιά του κηδεμόνα τους του θείου Αντρέα. Άνθρωπος βίαιος και αυστηρός, πατέρας της Νόρας, κυβερνά την οικογένεια σαν δεσπότης. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα πολλά συμβαίνουν αλλά κανένας δεν μιλά. Η ευρύτερη οικογένεια σιωπά. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μην ραγίσει το προσωπείο της αξιοπρέπειας που φορούν. Οι σιωπές είναι πιο εύγλωττες, σχεδόν εκκωφαντικές και ο αναγνώστης καλείται να αφουγκραστεί, να μαντέψει τι λένε. Η μεγαλύτερη σιωπή είναι της Νόρας, αν και είναι το κέντρο του σύμπαντος, ο ήλιος τους, παραμένει σιωπηλή. Την φωνή της δεν θα την ακούσουμε ποτέ. Μόνο από τις αφηγήσεις των άλλων θα την γνωρίσουμε. Ένα ατύχημα θα σώσει τα κορίτσια. Μια αποθήκη θα καταρρεύσει και θα σκοτώσει τον δυνάστη. Οι δύο αδελφές θα ξεφύγουν η μια στην Ιταλία και η άλλη στην Σουηδία. Όσο όμως μακριά και να πάνε τα τραύματα παραμένουν και κυριαρχούν πάνω τους. Θα επιστρέψουν χωριστά στον γενέθλιο τόπο για να αναμετρηθούν με το παρελθόν αλλά το μόνο που θα βρουν είναι μια έρημος κατοικημένη από ζωντανούς νεκρούς. Θα ξαναφύγουν με μια ελπίδα ότι τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν στις προσωπικές τους ζωές. Το μέλλον είναι μπροστά και έχει την μορφή της μικρής κόρης της Στέλλας. Μόνο η Νόρα δεν θα μπορέσει να ξεφύγει. Ο θάνατος του πατέρα – αφέντη ήρθε αργά για αυτήν. Θα παραμείνει ένας ήλιος που έσβησε πριν προλάβει να λάμψει.
Στέλλα Το ράγισμα Από τον δεύτερο καθρέπτη «Απέστρεψα το πρόσωπό μου από τον καθρέφτη και έκλεισα τα μάτια σφιχτά.»
" "Πόσες καταιγίδες αντέχει κανείς;" φώναξα σε κάποιον αόρατο συνομιλητή και μην παίροντας, φυσικά, απάντηση, κλοτσούσα τα έπιπλα και τους τοίχους....Ολων οι καρδιές ραγίζουν κάποτε, έτσι δεν είναι; Ε, λοιπόν, μου φαίνεται πως η δική μου ράγισε εκείνο το πρωινό."-Γεωργία Συλλαίου, Ο δικός της καθρέφτης, εκδόσεις Πόλις ΥΓ τρεις καθρέφτες, Ερμιόνη, Στέλλα, Νόρα, τρεις πόλεις, πολλά κάτοπτρα, ραγίσματα και τρυφερότητα μαζί με πόνο και ευωδιά. Μια ιστορία που χαδευει και πονά την γυναικεία ψυχή αλλά της δίνει πνοή ένα "αχ" σφιχτης αγκαλιάς και που δυστυχώς αφήνει ραγίσματα που πλέον δεν μας αφήνουν αδιάφορες/ους ⚘️
This entire review has been hidden because of spoilers.
«Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο», γράφει ο Τολστόι στη θρυλική πλέον πρόταση που ανοίγει την Άννα Καρένινα – προφανώς χωρίς να έχει εφαρμόσει κάποια αρκούντως ικανοποιητική επαγωγική μέθοδο (από το επιμέρους στο γενικό). Πόσες δυστυχισμένες (και πόσες ευτυχισμένες) οικογένειες είχε δηλαδή θέσει υπό παρακολούθηση ο δαιμόνιος λογοτέχνης/φιλόσοφος για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η δυστυχία έχει κάποιο σοβαρό έρεισμα στην πρωτοτυπία και τη μοναδικότητα, ή, αντιστρόφως, η ευτυχία χαρακτηρίζεται από τέτοια ομοιομορφία;
Τίποτα από όλα αυτά τα θαυμαστά δεν ισχύει. Δυστυχώς, και μόνο διαβάζοντας κάποιος λογοτεχνία, μπορεί να συνειδητοποιήσει, όχι ακριβώς ότι η δυστυχία τείνει προς την ομοιομορφία (ή η ευτυχία στη μοναδικότητα), αλλά, καθώς η λογοτεχνία δεν μπορεί παρά να συνιστά στην καλύτερη περίπτωση απείκασμα της πραγματικότητας, ότι αποτυγχάνει παταγωδώς ως εργαλείο εξαγωγής συμπερασμάτων. Η λογοτεχνία αποτυγχάνει να προσφέρει στον αναγνώστη τις ποιότητες που υπόσχεται στους απανταχού αναγνώστες του ο Τολστόι μέσα από αυτή την εντυπωσιακή πρώτη πρόταση, χωρίς όμως αυτό να έχει τον παραμικρό αντίκτυπο στην αξία του έργου του. Γιατί η λογοτεχνία είναι μιας άλλης τάξης συνθήκη: όλα εκπηγάζουν από την αφήγηση και όλα επιστρέφουν στην αφήγηση – στην ιστορία. Και ο συγγραφέας κρίνεται πάντα από τη δυνατότητά του να αφηγηθεί, πειστικά, μια ιστορία. Εξάλλου, κανένας συγγραφέας που παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά δεν πιστεύει ότι αυτά που αφηγείται έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα, ή, αν το πιστεύει, και έχει το σθένος να εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση, γνωρίζει καλά ότι αυτά που αφηγείται τείνουν να παίρνουν μορφές που ξενίζουν και ξεβολεύουν καθώς εμφανίζονται εκθετικά πιο πολύπλοκα από αξιομνημόνευτες αποφθεγματικές δήθεν αλήθειες.
Η Γεωργία Συλλαίου (Θεσσαλονίκη, 1962), εικάζω, σαγηνεύεται από αυτή την τολστοϊκή ρήση και πιστεύει ότι η δυστυχία της οικογένειας που μας αφηγείται χαρακτηρίζεται από κάποια μοναδικότητα· από τον «δικό της τρόπο». Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο. Η συγγραφέας αφήνεται σε μια εξιστόρηση που τείνει σε μια ομοιόμορφη κοινοτοπία της δυστυχίας, παρά τις αγνές προθέσεις της και τις εκλάμψεις κάποιων σημείων που ερεθίζουν τον αναγνώστη σε καίρια σημεία του μύθου της.
Η Συλλαίου, ενώ ξεκινάει την αφήγηση της ιστορίας της άρτια, σταδιακά πιάνεται σε παγίδες που στήνει η ίδια στον εαυτό της. Ενώ ο αναγνώστης παρασύρεται, όπως και πρέπει, σε μια ροή διανθισμένη με λεπτομέρειες που χαρίζουν στο κείμενο ακριβώς τις δόσεις υπαινικτικότητας που απαιτούνται –η εμμονή της Νόρας να αποφεύγει τη σωματική επαφή, το απλανές βλέμμα της προς «ένα σημείο που δεν μπορούσε να εντοπίσει κανείς άλλος», ή, ακόμη και η ύπουλα γραφική περιγραφή του θείου Αντρέα ως κάποιου που εμφανίζεται να φοράει διαρκώς «μια ριγέ πιτζάμα»– παρόλα αυτά τα πολύ βασικά για την καταβύθιση του αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα υποβόσκουσας νοσηρότητας, η συνταγή κακοφορμίζει. Και κακοφορμίζει γιατί η Συλλαίου δεν εμπιστεύεται τις δυνάμεις της, δεν αρκείται στην απλότητα της γραφής της καθώς αρχίζει να ακούγεται η πολυπόθητη δική της φωνή, γιατί αρχίζει να την τρώει το σαράκι του εντυπωσιασμού.
«Δεν έχουμε ξεκρεμάσει ακόμα τα κάτοπτρα. Ανάλογα με το φως και τη θέση των κρυστάλλων, τα αντικείμενα δείχνουν άλλοτε στιλπνά και συμμετρικά, άλλοτε θαμπά και στραπατσαρισμένα. Όταν τα απογεύματα κάθομαι και τα χαζεύω όπως σαλεύουν με την παραμικρή κίνηση των χεριών της Λίζας, καταλαβαίνω ότι δεν μπορεί να υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, μονάχα μία αλήθεια. Όλα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή από ένα τυχαίο γύρισμα, από μιαν ανεπαίσθητη στροφή. Μια ελάχιστη ρωγμή στο γυαλί αρκεί για να θαμπώσει όλη η εικόνα του κόσμου, ή να ραγίσει μια καρδιά για πάντα. Κάτι που μονί��ως θα μας διαφεύγει μπορεί, πολύ εύκολα, να μας εξουθενώσει και τελικά να μας τσακίσει».
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ψυχογράφημα με φόντο 3 γυναίκες. Οι αφηγήτριες δύο, οι δυο αδερφές που είδαν τους γονείς του να σκοτώνονται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα με το θείο τους ν’ αναλαμβάνει τη φροντίδα τους. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου οι 2 αδερφές αφηγούνται τις εμπειρίες και τα βιώματα τους καθώς και τα γεγονότα που καθόρισαν την πορεία τους μέσα από το δικό του καθρέφτη, τα θραύσματα του οποίου διαμόρφωσαν τις ζωές τους. Σαν αναγνώστης καταλαβαίνεις αν και οι αφηγήτριες αποφεύγουν να φωτίσουν τα σκοτεινά σημεία, ότι κάτι συμβαίνει, ότι πίσω από τις κλειστές πόρτες των δύο σπιτιών κρύβονται ανείπωτα μυστικά. Η φωνή της τρίτης ηρωίδας θ’ ακουστεί μόνο από τις δύο αδερφές. Η καθεμία αναζητά το δικό της τρόπο λύτρωσης, τον δικό τους τρόπο να υπερπηδήσουν το σκοτεινό παρελθόν, ν’ αναδυθούν από τις στάχτες τους σ’ ένα κόσμο γεμάτο πόνο που κάποιες πληγές θα συνεχίσουν να αιμορραγούν και δεν επουλώνονται με τη συγκάλυψη και την κακοποίηση να πληγώνει συνειδήσεις. Ωραία απεικόνιση αυτού του πόνου από τη συγγραφέα. Μου άρεσε πολύ.