Ο Δημήτρης Κανιάρης εδώ και καιρό στοιχειώνεται από τα φαντάσματα του παρελθόντος, μέχρι που ένα τηλεφώνημα από τη Βάσω –μια πρώην του– τον βγάζει από τον λήθαργο. Φοβισμένη του ζητάει να παρακολουθήσει τον φίλο της. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Δημήτρης αποφασίζει να της κάνει τη χάρη όμως αυτή η απλή απόφαση καταλήγει σε εφιάλτη, τη στιγμή που στον δρόμο συναντά εγκληματίες με σκιώδη κίνητρα και πτώματα που εξαφανίζονται.
Μην ξέροντας ποιον να εμπιστευτεί και με μόνο σύμμαχο το πείσμα του, ο Δημήτρης αναλαμβάνει ρόλο ντετέκτιβ για να παρασυρθεί σε μια σπείρα γεμάτη ψέματα, διαφθορά και αίμα, στην άκρη της οποίας κρύβεται μια αλήθεια όμοια με το Κουτί της Πανδώρας, επικίνδυνη και έτοιμη να τα κάνει όλα στάχτη.
Ο Χρήστος Γιαννάκενας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1994, όπου και ζει. Έχει σπουδάσει θεολογία στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών (Α.Ε.Α.Α.) και εργάζεται από το 2019 στην αλυσίδα βιβλιοπωλείων Ευριπίδης. Ασχολείται µε το γράψιµο από το 2012 και έχει συµµετάσχει σε διάφορους διαγωνισµούς διηγήµατος, ενώ συµµετείχε και σε διάφορα έντυπα για το σινεµά και το βιβλίο. Μεγαλύτερες πηγές έµπνευσής του είναι οι συγγραφείς Ρέιµοντ Τσάντλερ, Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ και Τζέηµς Κράµλεϋ, ενώ λατρεύει το κλασικό και το νέο νουάρ σινεµά.
•Ο Δημήτρης-για τους φίλους,Μήτσος-ένας ανήσυχος νέος, βιβλιόφιλος τέρμα (πολύ φίλος μου), εκλεκτικός ροκάς με πλούσιο ρεπερτόριο (ακόμα πιο φίλος μου),αρκετά έως πολύ αθυρόστομος (τσκ τσκ αυτή η νεολαία😑),θολωμένος από κάτι προσωπικά του τραύματα,δέχεται ένα τηλεφώνημα... •Η Βάσω,μια σχέση 💔από τα παλιά,που ξαφνικά ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής... •Αστυνομικοί, υπόκοσμος, τσιράκια, ναρκωτικά, διαφθορά, τύποι με πολλά λεφτά,βρωμιά,και σκουπίδια... ▪︎Ο Δημήτρης, με το πείσμα της νιότης του,με άφθονο αυτοσαρκασμό και την απελπισία αυτού που δεν έχει τίποτα να χάσει,ρίχνεται στην μάχη με όσα εφόδια έχει-τίποτα φοβερό, μόνο μια μικρή προϋπηρεσία ως βοηθός ιδιωτικού ερευνητή. Μία μάχη που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τους εφιάλτες του. 👉Στα θετικά, πρόκειται για μια αστυνομική ιστορία,με νότες pulp και άρωμα hardboiled,που κυλάει εύκολα και χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη με δυσνόητες και περίπλοκες καταστάσεις,μια καλή πρώτη δουλειά που αφήνει πολλές υποσχέσεις για την συνέχεια. Για την υπόλοιπη υπόθεση δεν θα δώσω αλλά στοιχεία, αυτά θα τα ανακαλύψετε μόνοι σας!🔎 👉Στα αρνητικά που μπήκαν σαν σκουπιδάκια στο μάτι μου,ήταν ο υπερβολικός ζήλος κατά τόπους στο λεξιλόγιο,για να υπερτονιστεί το νουάρ και το σκληροτράχηλο του πράγματος-λίγο κράτει εκεί, θα έδινε έξτρα πόντους ποιότητας στο ύφος (για μένα πάντα). Σε αυτά τα λιγοστά σημεία, η μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για το κλασικό hardboiled, τον φρέναρε από το να παρουσιάσει ένα αψεγάδιαστο σύγχρονο αστυνομικό με την ολοδική του σφραγίδα,πράγμα που πραγματικά εύχομαι να συμβεί στο επόμενο. Είναι κάπως ριψοκίνδυνο, ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του σήμερα να πατάει στα χνάρια των βιβλίων που κινούνται στην Αμερική του μεσοπολέμου.Οι πολύ πιστοί φίλοι του είδους θα εντοπίσετε τα σημεία αμέσως,μαζί με καναδυό αστοχίες στην επιμέλεια. ▪︎Τέλος,μισό αστεράκι έκανε φτερά, γιατί όταν η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΑΝΑ ανησυχεί για τον γιόκα της και του λέει ότι ΞΕΡΕΙ, ο γιόκας δεν απαντάει "@*&%#>@! ξέρεις!"😂 :Ελληνίδας μάνας mode on,παντόφλα στο χέρι,μεγάλο ατόπημα κυρ συγγραφέα μου- άρχισες πόλεμο με απρόβλεπτη έκβαση...ξέχνα τα τα μοσχαράκια τα κοκκινιστά - μπάμιες μέχρι να ζητήσεις συγγνώμη από τη μανούλα!😂😂😂 🤘Προτείνεται για ένα απόγευμα στην βεράντα,με ροκ μουσική να ακούγεται από μέσα,με μυρωδάτο καφέ στο φλιτζάνι-ILLY κατά προτίμηση,αλλά άμα έχετε και κάποιον γνωστό να φέρει κάνα "βρώμικο" όσο διαβάζετε,δεν θα έπεφτε καθόλου άσχημα!😋😉 4/5
Θέλω να γράψω τι εντύπωση μου άφησε το "Αίμα στις Στάχτες" αλλά ταυτόχρονα κάτι με κρατάει πίσω και μου λέει άστο να πάει... Είναι το πρώτο του βιβλίο. Δώσε ελαφρυντικά. Ίσως ακόμα να μην έχει βρει το δρόμο του. Μη το πετάξεις στην πυρά να γίνει "Στάχτες" Ο Δημήτρης λοιπόν είναι ένας βιβλιόφιλος νέος, που η μοίρα, η τύχη, η ζωή, τον έμπλεξε άσχημα. Όταν εμφανίστηκε η πρώην του μετά από χρόνια ξανά, και του ζήτησε να κάνει τον ντετέκτιβ για χάρη της. Έχοντας μια μικρή ελάχιστη εμπειρία πάνω σε αυτό και αφου αμφιταλαντεύτηκε αρκετά, αποφάσισε να το κάνει. Και έπεσε με τα μούτρα. Τα οποία μούτρα, του τα έσπασαν πλειστάκις. Της χρονιάς του έφαγε και μυαλό δεν έβαλε. Νέο παιδί και πήγε και έπεσε στα σκατα με τη θέληση του. Η εξελιξη της ιστορίας δεν τον άφησε φυσικά να κάνει πίσω. Και λογικό γιατί αλλιώς δε θα υπήρχε βιβλίο. Έπεσε όμως πολύ ξύλο. Βία, αίμα κλωτσομπουνίδια, και βρισίδι. Ανελέητο βρισίδι. Τόσο που απο ένα σημείο και μετά έχασα ποιος βρίζει ποιον. Σε πολλές σελίδες οι διάλογοι υπήρχαν μόνο για να βριστούν οι ήρωες μεταξύ τους. Ουτε ξέρω πόσες φορές είδα γραμμένη τη λέξη γ@μημένο. Καταλαβαίνω να αποκαλεί ο ένας ήρωας τον άλλον "Μπρό. Ο συγγραφέας είναι νεαρός και προφανώς θέλει να συμβαδίσει με το ρεύμα της εποχής. Σε κάποιο σημείο παρακάτω διαβάζω :"Παραγγέλνουμε δύο σουβλακια με κοτόπουλο και τραβάμε σε ξεχωριστές γωνίες να ξαλαφρωσουμε τις φούσκες μας" Νιώθω λες και ακούω 55αρηδες νταλικιέρηδες το 1990 και όχι νέους το 2022. Τα δυο παραπάνω παραδείγματα στο μυαλό μου δεν έχουν σχέση με λογοτεχνία. Και σίγουρα το ενα δε συνάδει με το άλλο. Οι δε χαρακτηρισμοί για τις γυναίκες ηρωίδες ήταν εξευτελιστικοί. Ίσως να έχω χάσει επεισόδια. Και οι αναγνώστες πια να θέλουν να διαβάσουν για ξύλο, βια, αίματα, σπασμένα μούτρα, και μαγκιά να ξεχειλίζει από τα μπατζάκια. Ο Δημήτρης πάντως που πήγε να το παίξει μάγκας μάζεψε της χρονιάς του. Διαφθορά, υπόκοσμος, όπλα, βρώμικο χρήμα. Είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά ενός νουάρ μυθιστορήματος. Φτάνει όμως μόνο αυτό για να χαρακτηριστεί νουάρ; Διαβάζω στο οπισθόφυλλο "Υποδειγματική νουαρ ατμόσφαιρα" Και αναρωτιέμαι τι έχει πάει τόσο λάθος.
Δε συνηθίζω να αναφέρω άλλα βιβλία όταν γράφω τη γνώμη μου για κάποιο. Αλλά εδώ θα πω χωρίς να το πάω πολύ μακριά ή και εκτός συνόρων, ότι στο δικό μου μυαλό υποδειγματικη νουάρ ατμόσφαιρα έχει το "Κασκο" του Γκάκα και ας γράφτηκε 20 χρόνια πριν. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι λίγοι και σήμερα που υπηρετούν το νουαρ με το σωστό τρόπο.
Ελπίζω στο επόμενο βιβλίο ή τόλμη και η μαγκιά των ηρώων να φανεί μέσα από απο το χαρακτήρα τους, τις πράξεις τους, και κάποιες δυνατές σκηνές, και όχι μόνο μέσα από τις βρισιές που ανταλλάζουν μεταξύ τους.
Ο Χρήστος μου προσέφερε δωρεάν ένα αντίτυπο του βιβλίου για μια ειλικρινή κριτική, αν και οφείλω να πω ότι κάποια στιγμή πιθανότατα θα το αγόραζα έτσι κι αλλιώς, μιας και τα αναγνωστικά μας γούστα ταιριάζουν τόσο πολύ και σίγουρα θα ήθελα να δω την πρώτη του δουλειά. Λοιπόν, πρόκειται για ένα ικανοποιητικότατο σκληροτράχηλο νουάρ με κινηματογραφική πλοκή και εθιστική γραφή, που εκτός όλων των άλλων διαθέτει ακόμα και στοιχεία γουέστερν με όλο το πιστολίδι, το ξύλο και τις... μονομαχίες που υπάρχουν εδώ κι εκεί, ενώ φυσικά διαθέτει την απαραίτητη αγωνία για το πώς θα καταλήξει η όλη ιστορία, έτσι ώστε να κρατήσει στην τσίτα τους αναγνώστες. Βέβαια, οφείλω να πω ότι δεν είναι για όλα τα γούστα, ας πούμε δεν θα το πρότεινα σε κάποιον που θέλει να διαβάσει μια ιστορία μυστηρίου στην οποία θα αναζητά κίνητρα και άλλοθι για να ανακαλύψει τον κακό, θα το πρότεινα όμως σε όσους θέλουν να διαβάσουν μια σκληρή ιστορία γεμάτη βία, ένταση και αγωνία, με λίγο μυστήριο για το τι κρύβεται πίσω απ' όλα όσα βλέπει ο πρωταγωνιστής. Η γραφή είναι πολύ καλή, με ωραίο χιούμορ, ολοζώνταντους διαλόγους και ορισμένες πινελιές λυρισμού στις περιγραφές και τις σκέψεις τους συμπαθητικού πρωταγωνιστή, ενώ η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετική. Γενικά, για πρώτη προσπάθεια είναι πολύ καλή, εμένα μια φορά με άφησε ικανοποιημένο και χορτασμένο, αν και σίγουρα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Ελπίζω να υπάρξουν και επόμενα βιβλία, είτε με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Κανιάρη είτε όχι.
Ένα νέο αστυνομικό μυθιστόρημα με έντονο κινηματογραφικό στοιχείο που θα μπορούσα άνετα να το δω σαν ταινία. Είχε μυστήριο, αγωνία, δράση, σοκαριστικές σκηνές, εξελίξεις και διαλόγους που υπήρξαν στιγμές που με άφησαν άφωνη. Ο πρωταγωνιστής μας σε καμία περίπτωση δεν είναι αψεγάδιαστος, αλλά αντιθέτως έχει ένα παρελθόν που τον στοιχειώνει και ένα παρών στο οποίο μέσα από τις πράξεις του κάνει ότι μπορεί για να εμπλακεί στην περίεργη αυτή σκοτεινή υπόθεση, χωρίς να έχει είναι αυτός ο ρόλος του ή το επάγγελμα του.
Μου άρεσε αρκετά αυτή η πρώτη επαφή με το έργο του νέου αυτού συγγραφέα και το διάβασα πολύ γρήγορα, δεδομένου ότι διαβάζω αρκετά αργά. Μου άρεσαν όλα τα στοιχεία που συνέθεσαν την ιστορία αυτή, πως οι χαρακτήρες και ειδικά ο πρωταγωνιστής μας είναι πολυδιάστατοι και τίποτα δεν είναι όπως πραγματικά φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η γρήγορη πλοκή, η ωμή γραφή του, οι εξελίξεις και οι ανατροπές ελπίζω να σας συνεπάρουν, όπως συνεπήραν και εμένα.
Όταν ξεκίνησα το 2019 να γράφω το Αίμα στις στάχτες, είχα την πρόθεση να αφηγηθώ τη νουάρ ιστορία που έλειπε από το ράφι της βιβλιοθήκης μου, κι ας μην ήξερα ακριβώς την πλοκή της. Γνώριζα ήδη πως ήθελα η δράση να τοποθετείται σε μια Αθήνα σκοτεινή (πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας), όπως και ήξερα πως ήρωας δεν θα ήταν κάποιος εκπρόσωπος του νόμου, παρά ένας νεαρός που μπλέκεται σε μια επικίνδυνη υπόθεση και αναλαμβάνει ρόλο ντετέκτιβ, με βασικά προσόντα την επιμονή και την ξεροκεφαλιά που θα τον οδηγήσουν στη λύση. Αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω εξαρχής ήταν οι λεπτομέρειες πίσω από την υπόθεση και την πλοκή, όμως από τη στιγμή που άφησα τον Δημήτρη Κανιάρη να ξεκινήσει την αφήγησή του, τα συνάντησα όλα μπροστά μου. Ο ήρωάς μου είναι ένας λούζερ με τραυματικό παρελθόν που διαθέτει όμως ένα δαιμόνιο μυαλό ντετέκτιβ το οποίο καταπνίγει για πολλούς λόγους. Αυτό βέβαια αλλάζει άρδην, όταν η Βάσω, μια πρώην του που έχει καιρό για χαμένη, τον βρίσκει και του ζητάει να παρακολουθήσει τον Σοφό, τον υπεύθυνο για τη θεατρική ομάδα στην οποία συμμετέχει και νυν σύντροφό της. Παρά την αρχική του άρνηση ο Δημήτρης αποφασίζει να τη βοηθήσει, όμως σύντομα ανακαλύπτει πως αποτελεί κομμάτι του παζλ ενός παράλογου μυστηρίου. Όση αποφασιστικότητα και να έχει όμως, η αλήθεια που κρύβεται στο βάθος του τούνελ μπορεί να ανατρέψει τα πάντα γύρω του και να τα κάνει στάχτη. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως αγαπώ το νουάρ. Όχι τόσο το κλασικό αστυνομικό, αυτό που στηρίζεται στην επίλυση ενός γρίφου και την εύρεση του ενόχου, αλλά περισσότερο το σκοτεινό αδερφάκι του, όπου ο γρίφος είναι το «γιατί» και όπου όλοι είναι ένοχοι και τα όρια της ηθικής και της δικαιοσύνης είναι δυσδιάκριτα κι εύκολα προσπελάσιμα. Μαζί με όλα αυτά, όμως, το νουάρ μπορεί να λειτουργήσει και σαν καθρέφτης της κοινωνίας, δείχνοντάς μας έναν κόσμο όπου η διαφθορά κινεί τις μαριονέτες του συστήματος και που, κάποιες φορές, βρίσκει απέναντί του κάποιον που παύει να είναι απλός παρατηρητής και αντιδρά σαν καμικάζι, δίχως να υπολογίζει τις συνέπειες. Αυτή την παράδοση τηρεί και το Αίμα στις στάχτες, παρουσιάζοντας μια αφήγηση με δάνεια από τις παραδόσεις του κλασικού σκληροτράχηλου αστυνομικού (Raymond Chandler), του πολιτικοποιημένου γαλλικού νεο-πολάρ (Jean-Patrick Manchette) και του κοινωνικά καυστικού λάτιν νουάρ (Paco Ignacio Taibo II), όπου ο ρυθμός είναι κινηματογραφικός, η απαλή τζαζ αντικαθίσταται από σκληρό ροκ και η βία εμφανίζεται σταδιακά, αλλά όταν ξεσπά είναι απόλυτη και καταστροφική. Σε αυτή την ιστορία ελάχιστοι είναι αθώοι και στο τέλος κανείς δεν μένει αλώβητος ή άφθαρτος, με έναν ήρωα που αρχικά μοιάζει χαμένος από χέρι, όμως στην πορεία γίνεται ο χαμένος που τα παίρνει όλα. Αυτή είναι η πρώτη ιστορία μου με ήρωα τον Δημήτρη Κανιάρη και ελπίζω όχι η τελευταία.
Ένα βιβλίο νέου συγγραφέα διάβασα και πάλι αυτές τις ημέρες, αυτή τη φορά ένα με αστυνομική χροιά. Ο Χρήστος Γιαννάκενας δοκιμάζεται στη μεγάλη φόρμα μετά τα διηγήματα και τα άρθρα και μαζί με το Μεταίχμιο μας φέρνουν το «Αίμα στις στάχτες». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με νουάρ ατμόσφαιρα, που όμως δεν έχει σαν πρωταγωνιστή κάποιον αστυνομικό ή κάποιον ιδιωτικό ερευνητή, επιθεωρητή ή ντετέκτιβ. Βασικός ήρωας είναι ο Δημήτρης Κανιάρης, ένας νέος άντρας που βασανίζεται από τους δικούς του κρυμμένους σκελετούς και τα φαντάσματα που δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί τη νύχτα. Ένας ήρωας χωρίς ηθικούς φραγμούς.
Και πάνω εκεί που κοιμάται και δεν κοιμάται, ο Δημήτρης δέχεται ένα τηλεφώνημα από μια πρώην του, τη Βάσω. Εκείνη του ζητά να συναντηθούνε και ούτε λίγο ούτε πολύ, του ζητάει να παρακολουθήσει τον φίλο της, έναν τύπο που ο Δημήτρης γνώριζε από παλιά και δεν συμπάθησε ποτέ. Δεν έχει καταλάβει καλά καλά γιατί η Βάσω τον επέλεξε για κάτι τέτοιο και η ιστορία μπερδεύεται καθώς ένα πτώμα εμφανίζεται και εξαφανίζεται μυστηριωδώς κι ο Δημήτρης αρχίζει να τρώει το πρώτο «ξύλο».
Με μια αρχή σαν κι αυτή, που δεν προμηνύει τίποτα καλό για το μέλλον του Δημήτρη, εκείνος αποφασίζει να μην εγκαταλείψει την υπόθεση και προσπαθεί να μάθει γιατί γίνονται όλα αυτά, γιατί ο ίδιος βρέθηκε ξαφνικά μπλεγμένος σε μια υπόθεση που βρωμάει ναρκωτικά από μακριά και που έχει πάει το πτώμα. Αστυνομία και εγκληματίες βρίσκονται σε μπλεγμένοι σε μια σπείρα που όσο πάει και περιστρέφεται και κάνει τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα για το Δημήτρη, που άκρη ψάχνει και άκρη δε βρίσκει.
Με γλώσσα ωμή και σύγχρονη, ο συγγραφέας μας μεταφέρει μια Ελληνική πραγματικότητα, που ευτυχώς δεν είναι πραγματικότητα για τους περισσότερους από εμάς. Ή τουλάχιστον αυτό θέλω να πιστεύω. Σίγουρα μια κάποια επαφή θα βρει ο αναγνώστης με τα θέματα που προβληματίζουν το νεαρό ήρωα και τον κάνουν να υποφέρει. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να ζήσει ήρεμα κι ανέμελα τη ζωή του έχοντας ένα τόσο μεγάλο βάρος στη συνείδησή του; Ακόμα κι αν η ευθύνη δεν ήταν δική του για ό,τι έγινε.
Το πρωτόλειο του συγγραφέα δεν είναι βέβαια χωρίς αδυναμίες. Όμως η γρήγορη, ακόμη και κινηματογραφική πλοκή αλλά και η ίδια η ιστορία του, το στήσιμό της όπως φυσικά και η εξέλιξή της, αποζημιώνουν τον αναγνώστη. Τον βάζουν να σκεφτεί τα ηθικά διλήμματα που δημιουργούνται στην πορεία. Από το παρελθόν του ήρωα και το γεγονός που τον στοιχειώνει, μέχρι την τελευταία πράξη του πριν κλείσει η αυλαία. Ο αναγνώστης αναρωτιέται τι θα έκανε αν ήταν στη θέση του ήρωα. Πως θα αντιδρούσε στο γεγονός του παρελθόντος. Αν θα κατάφερνε να το ξεπεράσει ή αν θα βρίσκονταν σε μια κατάσταση όπως αυτή του Δημήτρη. Αλλά βέβαια και αν θα επέλεγε την αυτοδικία ή την επίσημη οδό της δικαιοσύνης.
Ένα σχετικά μικρό βιβλίο που διαβάζεται ακόμα πιο γρήγορα!
Ενώ στην αρχή δεν με τραβούσε και διάβαζα ελάχιστα με συνεχή διαλείμματα, αυτό στην πορεία άλλαξε, και στο τέλος κατάφερε να με κάνει να πάρω το μέρος του πρωταγωνιστή. Θίγει ένα ζήτημα που τους περισσότερους από 'μας μας πονάει. Κάποιες εικόνες θα μείνουν χαραγμένες μέσα μας. Υπάρχει πολλή βία, μουσικές επιλογές του γούστου μου κι ένας πρωταγωνιστής που στο τέλος με κέρδισε και σίγουρα θα διάβαζα την επόμενη περιπέτειά του
Αν σου αρέσει ο κυνισμός του Μπουκόφσκι, αν σου αρέσει η συμπαθητική μιζέρια του Σον Ντάφι (από τη σειρά βιβλίων του Άντριαν ΜακΚίντι), αν σου αρέσει ένα ωραίο ροκ και μέταλ σάουντρακ, αν σου αρέσει η αθηναϊκή ασχημομορφιά, τότε αυτό το βιβλίο είναι για εσένα. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, από έναν νέο άνθρωπο που κάνει μπαμ ότι λατρεύει το είδος και ήθελε να αποτίσει φόρο τιμής στους αγαπημένους του συγγραφείς. Ο Χρήστος Γιαννάκενας παρουσιάζει ένα ντεμπούτο που διαβάζεται νερό και σε αρπάζει από τα μούτρα. Όλα καλά εδώ. Τόσο καλά που μόνο καλύτερα μπορούν να πάνε.
Δυο ευχάριστες ώρες ταξιδεύοντας προς Ζυρίχη. Δεν είναι Ρ Τσάντλερ ούτε Φ Κερρ. ´Demi-noir´. Θα ήθελε μια femme fatale σε semi- πρωταγωνιστικό ρόλο και λίγο πιο πολύ ανάπτυξη χαρακτήρων. "Δεν μπορείς να κερδίσεις αν δεν έχεις τι να χάσεις."
Ούσα αδιανόητα περήφανη για τον Χρήστο ως προς την έκδοση του ντεμπούτου του Αίμα στις Στάχτες, μπορώ με σιγουριά να πω πως η αναγνωστική του εμπειρία ήταν άκρως απολαυστική. Το πιο αναζωογονητικό στοιχείο του βιβλίου για μένα είναι το χιούμορ του, που παρέχει ένα συνεχή ρυθμό στην αφήγηση και στον παλμό της ιστορίας, και που επισφραγίζει την αληθοφάνεια των διαλόγων και των χαρακτήρων του. Από τα πιο γνήσια και πολύτιμα στοιχεία της αφήγησης είναι και η τρυφερότητα. Σαν silver linings, υπάρχουν μικρές χαραμάδες φωτός σε κάποιες σκηνές, τόσο (παν)ανθρώπινες μα και τόσο προσωπικές, που λάμπουν μέσα στη noir ατμόσφαιρα και δίνουν μια αίσθηση τρυφερότητας στο ήδη ρεαλιστικό και πολυεπίπεδο προφίλ του ήρωα κι όσων συμπορεύονται στο πλάι του. Αναμένοντας λοιπόν να ανταμώσουμε ξανά αναγνωστικά με τον Δημήτρη Κανιάρη και κάποιους από τους υπέροχους αυτούς συνοδοιπόρους του (ω ναι, για τη μητέρα του, την Κατερίνα και τη Μπίρα μιλάω), εύχομαι τούτο το βιβλίο να αποτελέσει μονάχα την αρχή για όλα όσα έχει να μας προσφέρει απλόχερα ο Χρήστος συγγραφικά.
Για να εισέλθει κανείς σ' έναν χώρο μπορεί γενικά να το πράξει με διάφορους τρόπους. Να χτυπήσει ευγενικά την πόρτα και να περιμένει να του πουν "περάστε", να περιμένει απ' έξω μέχρι κάποιος να τον φωνάξει, ή ακόμη και να προσμένει μία πρόσκληση προτού εμφανιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συγγραφέας με μια δυνατή κλωτσιά άνοιξε διάπλατα την πόρτα και είπε στα απορημένα πρόσωπα του χώρου του μυθιστορήματος: "Χαιρετώ την παρέα, με λένε Χρήστο Γιαννάκενα. Κρατήστε το όνομα".
Αναμφίβολα, αυτό που διακρίνεται στο πρώτο βιβλίο του Χρήστου είναι το αφηγηματικό ταλέντο του. Οι σελίδες ρέουν αβίαστα και σε τραβάνε σαν δίνη σε μια σκοτεινή Αθήνα γεμάτη παρανομία και σκληρόπετσους τύπους του υποκόσμου. Ο συγγραφέας ήθελε να γράψει μία ιστορία με νουάρ ατμόσφαιρα και το πέτυχε. Εξού και τα πέντε αστεράκια.
Έξυπνοι διάλογοι, σκηνικά γουέστερν, πιστολίδι, ξύλο, αυτοδικία, και άλλα τέτοια ωραία. Το «Αίμα στις Στάχτες» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νεαρού Χρήστου Γιαννάκενα, εντάσσεται στην ευρεία κατηγορία του crime fiction και, για πρωτόλειο, κρίνεται άκρως επιτυχημένο.
Βεβαίως και υπάρχουν μικρά μειονεκτήματα που θα εντοπίσει ο έμπειρος αναγνώστης αστυνομικών, αλλά η γρήγορη πλοκή, οι έξυπνες ατάκες και η ωραία γραφή, δίνουν ασφαλώς θετικό πρόσημο στο όλο εγχείρημα.
Κατά την άποψή μου, το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν το βάθος του μυθιστορηματικού ήρωα - και εξηγώ περαιτέρω: Σε μια τέτοια ιστορία, όπου ο βασικός αφηγητής δεν είνια αστυνόμος ή ντετέκτιβ, χρειάζεται απαραιτήτως να υπάρχουν στοιχεία αναγκαία και ικανά για να τον ''χώσουν'' στην υπόθεση. Εδώ, η αποκάλυψη του backround του ήρωα είναι σημαντική, είναι αληθοφανής, είναι εν τέλει επαρκής για να δικαιολογήσει την ιδιοσυγκρασία και τις πράξεις του. Πολύ καλός χειρισμός από έναν νέο συγγραφέα που φαίνεται ότι θα έχει αξιόλογη συνέχεια.
An excellent crime thriller. A very good book especially for a young author. •This book has one of the greatest characters i have ever read, with a relatable and vunerable protagonist. • The story is very interesting and realistic, about crime bosses that are not larger than life but real people with bad intentions. All the characters are very good written and every one has a backround and a purpose to the story. No one is just useless meat. • The writer wrote very good and intense scenes that can make you anxious and make you feel. I wont spoil them but be prepared • The book has tons of movie references which are fun to "see" and he uses those along with some songs to make understand the state of mind of the protagonist, or to paint you the picture better.
Είμαστε πάντα επιεικείς με τους νέους :-) Δείχνει να έχει δυνατότητες, θεωρώ πως αν προσέξει λίγο κι αν τον βοηθήσει ένας καλός επιμελητής, θα τα πάει καλά στο μέλλον. Η κριτική του Γιώργου στον Ιστό, με την οποία απολύτως συμφωνώ: https://www.istos.gr/literature/revie...
Πραγματικά ευχαριστήθηκα αυτό το βιβλίο πολύ περισσότερο από όσο περίμενα και ειδικά στο τέλος. Χρήστο συγχαρητήρια για το πρώτο σου βιβλίο και σου εύχομαι να γράψεις πολλά ακόμα.
Ενδιαφέρον ντεμπούτο από τον Χρήστο Γιαννάκενα που διηγείται σς πρωτο πρόσωπο μια σκληροτράχηλη ιστορία με αρκετό μπιστολίδι μπουνίδι και κάμποσα από τα καλά και αναμενόμενα κλισέ του είδους που τόσο αγαπήσαμε. Χαρντμποιλ ατμόσφαιρα ενταγμένη στην σύγχρονη Ελλάδα με το απαραίτητο πολιτικό υπόβαθρο ώστε να αποκτάει και κάποιο βάθος. Διεφθαρμένοι μπάτσοι (οι μπάτσοι πουλουν την ηρωίνη το γνωστο καλτ σύνθημα δικαιώβνεται εν μερει εδώ) Εξαρχειοπαρακμή με φοιτητογκόμενες γουαναμπή ηθοποιές μπιχλομαλλιάδες και καλα ιδεολογους συνεργατες των αρχών σπρωχτες ναρκωτκών υπαλληλίσκοι των πιο καταχθόνιων αφεντικων που υποτίθεται οτι καταγγέλουν, επιχειρηματίες που θα θυμήσουν γνωστές φιγούρες ενα σχεδιο πολιτικής αναταραχής και μεσα σε όλα αυτα δυο αντιήρωες αποδίδουν δικαιοσύνη. Ο Κάνιαρης που ειναι και ο αφηγητής της ιστορία και η μπατσαρα ο Γεωργιου που ειναι μια γνωριμη αξιαγάπητη φιγουρα(ως προς το στυλ ) που θυμίζει και άλλους αντισυμβατικους ήρωες μπάτσους. Γρήγορος ρυθμός με γραμμικό τρόπο επαγωγικά οδηγει στο αναπόφευκτο τέλος χωρις μαγικές ανατροπές που δεν κολλούν ουτε με την λογική ούτε με την εσωτερική συνοχή της ιστορίας. Σωστός όγκος 200 σελ καπου 50-55000 λέξεις γιατι νισάφι πια με τα τούβλα που οι μισές σελίδες εινα άσχετες με την υπόθεση. Γραμμένο σε πρωτο ενικό. Μοναδική μου ένσταση τα ψυχολογικά του ήρωα που κάπου εχει πολυφορεθεί. Ισως να ήτα μια αναποφευκτη μοντέρνα πινελιά σε εναν κατα τ άλλα αρκετα στυλιζαρισσμένο αφήγημα. Γνωμη μου πάντα την οποία μετέφερα κατι ιδιαν και στον συγγραφέα ειναι πως ο Κάνιαρης αν ενηλικιωθεί ψυχικά και καπου αντρωθεί μαζί με τον Γεωργίου θα δείρουν πολύ κόσμο.
«Όλα ξεκινούν μ ένα ξύπνημα δυνατό σαν σφαλιάρα, από αυτά που όλοι μισούν και κανείς δεν αποφεύγει. Στην προκειμένη η σφαλιάρα είναι το «Bulls on Parade», ένας ήχος κλήσης σε όλα τέλειος πέρα από ξυπνητήρι.» Και έτσι απλά ξεκίνησα και εγώ με την σειρά μου το ταξίδι σε αυτό το βιβλίο αλλά και το ταξίδι μου στην αστυνομική λογοτεχνία. Δεν θα γράψω για το βιβλίο και τους χαρακτήρες σε αυτό το κείμενο. Καλύτερα να τα ανακαλύψετε μόνοι σας. Αυτό για το οποίο θα γράψω όμως είναι η εντύπωση που μου έκανε. So stay with me όσο ακολουθώ την νεράιδα της αστυνομικής λογοτεχνίας η οποία συγχαίρει τον συγγραφέα Ήμουν τόσο διστακτικός προτού ακουμπήσω το «αίμα στις στάχτες» λόγο του ότι η αστυνομική λογοτεχνία δεν με συγκινεί, στάθηκα τυχερός που βρήκα έναν συγγραφέα με τόσο χιούμορ και επιδεξιότητα όσο και γαμώ τις μεταφορές στην γραφή του, ο οποίος με έπιασε από το χέρι, μου χάιδεψε το σβέρκο και μου ψιθυρίζει στο στο αυτί «Να πας να γαμηθείς εσύ και ο γρύλος σου» Δεν περίμενα να αγκιστρωθώ τόσο εύκολα με ένα βιβλίο. Όπως επίσης δεν περίμενα να το διαβάζω σε μια καφετέρια και να με κοιτάνε τα άλλα τραπέζια επειδή γελάω με τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή… Νιώθω τυχερός που μου πρότειναν το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα και που του έδωσα μια απλή ευκαιρία για να με εντυπωσιάσει. Απλά ευχαριστώ Πραγματικά «εκρηκτικό» Αξίζει να το διαβάσετε.
Ειλικρινά απορώ γιατί εκδόθηκε; Είναι κακό. Γελάς με το ύφος και το λεξιλόγιο. Το μόνο θετικό είναι η αρχική ιδέα της πόλης και του πρόσφατου ιστορικού πλαισίου. Είναι σαν parody αστυνομικό.
Η Βάσω τηλεφωνεί στον Δημήτρη μετά από οχτώ χρόνια και του ζητά να βρεθούν. Είχαν μια σχέση χωρίς αγάπη ή τρυφερότητα και τώρα η Βάσω έρχεται και του ζητά να παρακολουθήσει τον νυν σύντροφό της, γιατί έχει την αίσθηση πως την απατά. Κι έτσι ο Δημήτρης μπλέκει σε μια ιστορία γεμάτη ναρκωτικά, πτώματα, διαφθορά, βρώμικα λεφτά και πολύ ξύλο. Συναντά εμπόδια, αναποδιές και ατυχίες, όμως δεν το βάζει κάτω σαν άλλος «Dirty Harry από τα Lidl», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, γιατί απαιτεί απαντήσεις. Είναι έτοιμος όμως να αντιμετωπίσει το δικό του παρελθόν από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει και στο οποίο ξαναπέφτει ακολουθώντας την άκρη ενός πολύ μπερδεμένου νήματος;
Ο Χρήστος Γιαννάκενας έγραψε ένα αξιόλογο, ανατρεπτικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωτότυπη πλοκή και ενδιαφέρουσες εξελίξεις που φέρνουν τη μια ανατροπή μετά την άλλη. Το στυλ της γραφής είναι γεμάτο ρεαλισμό και αποτυπώνει με καλοσχεδιασμένο τρόπο τα γεγονότα σε μια Αθήνα εμπλουτισμένη με ποικίλες και αντίθετες εικόνες, «με παράνομα παρκαρισμένα αμάξια, πατημένα αποτσίγαρα και την αμετανόητη άσφαλτο να προκαλεί ναυτία» (σελ. 24). Γκύζη και Εξάρχεια, πλατεία Βάθη και Ομόνοια, Λυκαβηττός και Κολωνάκι, Χαϊδάρι και διυλιστήρια, είναι τα μέρη όπου οδηγεί τους χαρακτήρες του ο συγγραφέας και τους καλεί να δράσουν σε μια πόλη που ο ίδιος αγαπάει να μισεί: «Από τα γύρω μαγαζιά ακούω την ηχώ του βραδιού της Παρασκευής που όσοι δεν δουλεύουν την επομένη καλοπερνάνε και όσοι δουλεύουν απλώς τα πίνουν» (σελ. 103).
Ο Δημήτρης Κανιάρης είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα: διαβάζει Raymond Chandler, Paco-Ignacio Taibo και Jean-Patrick Manchette και ακούει Soundgarden, Sleep και Rage against the Machine. Χάρη στον αστυνομικό πατέρα του και τις αγαπημένες του ιστορίες ήθελε πάντα να γίνει ντετέκτιβ, μόνο που η εμπειρία τού έδειξε πως δε θα τα καταφέρει ποτέ σ’ αυτόν τον τομέα κι έτσι σύντομα τα παράτησε. Τα είχε αφήσει όλα πίσω του όταν εμφανίστηκε ξανά η Βάσω Λύρα στη ζωή του και του ζήτησε αυτήν την περίεργη χάρη, μόνο που το ένστικτό του του λέει να μην μπλέξει ξανά αλλά ο ίδιος αγνοεί την περηφάνια του, με την ιδέα πως κάποιος χρειάζεται τη βοήθειά του να τον κολακεύει υπέρ το δέον. Ο Δημήτρης είναι ένας «απλός» άνθρωπος, έχει πείσμα και τσαγανό, δυστυχώς όμως πετάει εξυπνάδες και δεν ξέρει πού να σταματήσει, οπότε αυτό του φέρνει συνέχεια μπελάδες. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έχει καταφύγει σε αντικαταθλιπτικά, έχει κάνει και μια απόπειρα αυτοκτονίας και γενικά θέλει να καταστραφεί. Κάπου εκεί όμως πετάγεται και μια μικρή λάμψη ελπίδας και θέλησης να κάνει το σωστό, πάντα όμως με λάθος τρόπο, διώχνοντας με τη συμπεριφορά του ή / και απομονώνοντας όσους τον αγαπάνε ή θέλουν να τον βοηθήσουν, δυναμιτίζοντας κάθε επιτυχημένο βήμα στην έρευνα και τινάζοντας τα πάντα στον αέρα. Συναναστρέφεται ανθρώπους που βάζουν το λιθαράκι τους στις εξελίξεις των γεγονότων ή του χαρίζουν λίγα λεπτά ηρεμίας, όπως η μάνα του ή η Κατερίνα που τον αγαπάει ακόμη αλλά δεν αντέχει τις τάσεις αυτοκαταστροφής του, λίγα λεπτά πριν τους κάνει πέρα ξανά και ξανά. «Βήματα και κακές σκέψεις είναι οι μόνοι μου φίλοι σ αυτήν την περιήγηση λάθος αποφάσεων και την αίσθηση πως σε όλη μου τη ζωή αιωρούμαι χωρίς να ελέγξω κάτι απ’ όσα συμβαίνουν γύρω μου» (σελ. 153). Πώς θα μπορέσει λοιπόν να ξετυλίξει το νήμα αυτής της ασύλληπτης περιπέτειας; Υπάρχει περίπτωση οι περιπέτειές του να τον αλλάξουν; Κι αν ναι, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;
Το κείμενο έχει πολλά θετικά γνωρίσματα, όπως λεπτό χιούμορ («Μπαρ. Ναι, μόνο αυτό βγάζει νόημα να πεις γι’ αυτό το μέρος. Σε όλα τ’ άλλα απέτυχε», σελ. 36), ειρωνεία («Αφού βρίσκω κάπου να φάω ένα σουβλάκι με έξτρα κρεμμύδι και ελάχιστη σαλμονέλα…», σελ.59), έξυπνες ατάκες («Το χαμόγελό του δεν αποδίδει δικαιοσύνη σε κανέναν πλην του Δαρβίνου που θα έτριβε τα χέρια με μια ακόμα απόδειξη πως εξέλιξη κάπου σταμάτησε», σελ. 84), τρυφερότητα, όπως με τη μάνα του Δημήτρη («Βλέπω τη «ζακέτα» έτοιμη να ξεπηδήσει απ’ τα χείλη της αλλά μάλλον η βιασύνη και το σκοτάδι στο βλέμμα μου λειτουργούν αποθαρρυντικά στην όποια παρατήρηση και οδηγούν σε ένα πρόσεχε», σελ. 54) και αναπάντεχες εξελίξεις, με τον κάθε ήρωα να αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, χωρίς να ξέρεις ποιος είναι πραγματικά ο καλός και ποιος ο κακός. Η υπόθεση αντικατοπτρίζει τη σκοτεινή πλευρά της νύχτας, έχει ξύλο, πιστολίδι και αίματα, έχει ανθρώπινες στιγμές, έχει απρόσμενα περιστατικά και εκκολάπτει ένα αρνάκι που μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σε λύκο, όταν διαπιστώνει πως είναι πιόνι σε ένα άρτια στημένο παιχνίδι. Και τότε… Το «Αίμα στις στάχτες» είναι ένα δυνατό, καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό ντεμπούτο, με έναν χαρακτήρα τόσο αγαπημένο και με τόσες δυνατότητες ανέλιξης (ή καταστροφής) που σίγουρα θα ήθελα και δεύτερη περιπέτειά του.
Τίτλος: Αίμα στις στάχτες Συγγραφέας: Χρήστος Γιαννάκενας Εκδόσεις: Μεταίχμιο Ο Δημήτρης Κανιάρης κεντρικός ήρωας του βιβλίου βρίσκεται πλεγμένος σε μια σκοτεινή ιστορία. Θα δεχθεί ένα τηλεφώνημα μετά από αρκετά χρόνια από μια ξεχασμένη του σχέση. Από απορία και μόνο αποφασίζει να εμφανιστεί στο απρόσμενο ραντευβού. Αυτό που θα ακούσει θα τον ξαφνιάσει αφάνταστα αλλά ένα μικρόβιο μέσα του... το μικρόβιο του ντέντεκτιβ δεν θα τον αφήσει σε ησυχία... θα φέρει την υπόθεση μέχρι το τέλος. Ο Χρήστος Γιαννάκενας πρωτοεμφανιζόμενος στο χώρο του βιβλίου με το πρώτο του βιβλίο αίμα στις στάχτες θα καταφέρει να μας ταξιδέψει μέσα από την υπέροχη γραφή του. Θυμίζει πολύ καλό νουάρ με σύγχρονη γραφή που δεν έχει τπτ να ζηλέψει από τα σκανδιναβικά αστυνομικά. Αρκετά καλό βιβλίο με πολύ καλή πλοκή. Προσωπικά διασκέδασα με το βιβλίο.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο με κινηματογραφική γραφή, έντονη εικονοπλασία και εξαίσια ροή. Ενώ κινείται στα πλαίσια του μοτίβου του noir, καταφέρνει να σκιαγραφήσει πλευρές της σύγχρονης Ελλάδας και να θίξει γεγονότα που τη συγκλόνισαν, χωρίς όμως να χρωματίζεται πολιτικά, ενώ ταυτόχρονα θέτει ζητήματα ηθικής δίνοντας τροφή για σκέψη. Το συστήνω ανεπιφύλακτα
Έχω διαβάσει παλιότερα τη «Μάσκα του Δημήτριου» και τη «Βρώμικη ιστορία» του Eric Ambler, όπως και τον «Μεγάλο Ύπνο» του Τσάντλερ. Το «Αίμα στις στάχτες» -που είχα βρει και αγοράσει σε παλαιοβιβλιοπωλείο μεταχειρισμένο- και πάλι είναι ένα βιβλίο ωστόσο… ιδιαίτερο μέσα στα αναγνώσματά μου.
Ο πρωταγωνιστής, Δημήτρης Κανιάρης, είναι πολύ νεαρός, μόλις στα 28 του, και τον στοιχειώνουν παλιές αναμνήσεις καθώς και μια γενικότερη ηττοπάθεια. Όπως λέει και το τραγούδι, «άλλα θέλω κι άλλα κάνω κι έφτασα ως εδώ».
Εντούτοις, στην πορεία φαίνεται πως θα ξεκινήσει να μεταμορφώνεται κι ο ίδιος σε σκληρό, diehard τύπο. Δίνει την εντύπωση δηλαδή ενός τύπου όπως ας πούμε ο Punisher ή ο πρώην στρατονόμος Τζακ Ρίτσερ (του Lee Child), που διαβαίνει το Ρουβίκωνα, περνάει στην παρανομία και υπηρετεί τη δική του «σκληρή» εκδοχή απόδοσης δικαιοσύνης. Και είναι γεγονός πως παρά τις μεθόδους παρακολούθησης που μεταχειρίζεται, ο Δημήτρης Κανιάρης είναι λιγότερο (ως και καθόλου) ο διακριτικός, μεθοδικός Πουαρώ και περισσότερο ο ταύρος εν υαλοπωλείω, που μοιράζει απλόχερα πόνο και… σφαίρες και προχωράει την έρευνα πολύ λιγότερο μέσα από την επαγωγική μέθοδο και πολύ περισσότερο μέσα από την ωμή/πρωτόγονη βία (αυτό που θα λέγαμε στην Πληροφορική... brute force attack).
Εντούτοις, ο Δημήτρης δεν είναι ένας τύπος χωρίς συνείδηση. Γίνεται ίσως στις μεθόδους του σκληρός και «κακός», όχι ηθικός, αλλά δεν είναι αμοράλ. Επίσης, δε μένει έξω από βαθύτερες, υπαρξιακές ανησυχίες, κάτι που προσθέτει στο χαρακτήρα και στο βιβλίο, που δε μιλάει (ευτυχώς) για «καβγάδες, τσαμπουκάδες και όπλα», αλλά για την εξιχνίαση μεγάλης κλίμακας εγκλημάτων που δεν αγγίζουν οι πολλοί (ένα θέμα, μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, φλέγον), μέσα σε ένα φόντο αναζήτησης του εαυτού.
Σε γενικές γραμμές, μια καλή -καλά και έξυπνα γραμμένη, και με πλούσιες παρομοιώσεις- δουλειά από τον (πρωτοεμφανιζόμενο και πολύ νέο) Χρήστο Γιαννάκενα, σε πρωτοπρόσωπη «σκληρή» (μέχρι και… σπλάτερ) αφήγηση.
Μου αρέσει πάντα να διαβάζω στο goodreads τις απόψεις των άλλων αναγνωστών για το βιβλίο που μόλις διάβασα. Συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί τους, τις διαβάζω και τις σέβομαι. Για το βιβλίο του Γιαννάκενα, κάποιες μου προξένησαν εντύπωση. Δεν θα αναφερθώ στην πλοκή, το έχουν κάνει ήδη άλλοι πριν από μένα και το ζήτημα αυτό, φρονώ, πως έχει εξαντληθεί. Τι έχουμε λοιπόν στο "Αίμα στις στάχτες''; Έχουμε ένα νεο-πολάρ, που πληροί όλα τα κριτήρια της σχολής αυτής και κάτι παραπάνω. Είναι σκληρό, είναι έξυπνο, είναι πολιτικο-κοινωνικό, είναι γρήγορο με μικρά σε έκταση κεφάλαια, με πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ταυτόχρονα διατηρεί λυρισμό, ρεαλισμό και συναισθηματισμό. Όλα αυτά σε μία εξαιρετικά επιμελημένη (για μία ακόμα φορά) έκδοση του οίκου Μεταίχμιο. Προσωπικά, το βιβλίο αυτό το διάβασα απνευστί σε λιγότερο από 24 ώρες. Αν και το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι του γούστου μου, το συγκεκριμένο βιβλίο το διασκέδασα και πέρασε μου η ώρα εξαιρετικά ευχάριστα. Δηλαδή, τι παραπάνω να ζητήσει κάποιος από ένα βιβλίο; Δεν λέω ότι ο Γιαννάκενας θα γίνει μετά βεβαιότητας ο νέος Τσάντλερ. Λέω όμως ότι μπορεί και να γίνει. Δεν αξίζει την ευκαιρία του; Διότι αυτό το βιβλίο αποδεικνύει ότι έχει όλα τα εχέγγυα. 4,5 αστεράκια, αλλά η μισή μονάδα πάει πάντα υπέρ του (πρωτοεμφανιζόμενου) μαθητή. Και αν ισχύει ότι κάθε συγγραφικό έργο είναι ωριμότερο από το προηγούμενο, τότε έχουμε να δούμε σπουδαία πράγματα από τον συγγραφέα. Και μάλιστα ενός είδους που δεν έχει και πολλούς επίγονους..
Αυτό το crime ήταν ακριβώς στο στυλ που μου αρέσει. Πρωταγωνιστής του ο Δημήτρης, ένας νεαρός "οργισμένος Βαλκάνιος" που αγαπάει τον Τσάντλερ και τον Μανσέτ. Ένας ήρωας που κουβαλάει δαίμονες από το παρελθόν, πάντα οπλισμένος με ένα σαρκαστικό χιούμορ, το οποίο ανεβάζει επίπεδο την αφήγηση και τους διαλόγους. Μια ιστορία αυτογνωσίας και εκδίκησης που ο Δημήτρης θα πάει μέχρι τέλους. Και ένα πολύ δυναμικό hardboiled ντεμπούτο από τον συγγραφέα, που με κάνει να νιώθω καλά για τη νέα γενιά του ελληνικού αστυνομικού νουάρ.
Πολύ καλή ατμόσφαιρα, με γρήγορες σκηνές που όμως δεν αφήνουν εκκρεμότητες όπως συμβαίνει συχνά. Μια σκοτεινή Αθήνα που πληγώνει και μια ακόμα πιο σκοτεινή Ελλάδα που αφήνει σημάδια σε όποιον αγγίζει. Πολύ καλό ντεμπούτο με πλοκή και δράση που σπάνια βρίσκει κανείς σε ελληνικό μυθιστόρημα.
ΒΙΒΛΙΟ 127 Το βιβλίο είναι πολύ κάτω του μετρίου, στα όρια του βαρετού. Λείπoυν το ενδιαφέρον και η δράση. Ίσως να υπήρχαν 1-2 σύντομα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά το σύνολο ήταν πολύ φτωχό. 1/10