Πριν γράψω οτιδήποτε, μια σημαντική προειδοποίηση. Ο Roland Barthes ξεκινάει το ολιγοσέλιδο άρθρο του με τίτλο "Ο θάνατος του συγγραφέα" (The Death of the Author) με μια φράση από το Sarrasine του Balzac και αποκαλύπτει όλη την ουσία της υπόθεσης του έργου. Αν το συγκεκριμένο βιβλίο βρίσκεται στη λίστα σας με τα προς ανάγνωση ΜΗ διαβάσετε το άρθρο του Barthes.
Ο Roland Barthes, Γάλλος φιλόσοφος και κριτικός λογοτεχνίας (1915 – 1980) καταπιάνεται με ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας που αφορά τη συγγραφή, την ανάγνωση και τον τρόπο πρόσληψής τους. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στα 1967 στο Αμερικανικό περιοδικό Aspen, αρ. 5–6. Γενικά, κάθε φορά που κάποιος φιλόσοφος θέλει να διαφοροποιηθεί από τους προγενέστερούς του, κάνει και μια κηδεία πχ ο θάνατος του θεού, ο θάνατος του έθνους, ο θάνατος του συγγραφέα, ο θάνατος του υποκειμένου, ο θάνατος του εμποράκου. Ειδικά εδώ ο Barthes κάνει έναν διαχωρισμό ανάμεσα στον Συγγραφέα (Author) και τον συγγραφέα (writer). Είναι, κατά την άποψή του, η γλώσσα αυτή που δρα και παριστάνει και όχι το άτομο καθεαυτό:
"Η εικόνα της λογοτεχνίας που συναντούμε στη σημερινή εποχή επικεντρώνεται τυραννικά στον συγγραφέα, στο πρόσωπό του, την ιστορία του, τα γούστα του, τα πάθη του. Η κριτική περιορίζεται, συνήθως, στο να λέμε πως το έργο του Baudelaire προκύπτει από την αποτυχία του ως άνθρωπος, του Van Gogh από τη ψυχική νόσο του, του Tchaikovsky από το βίτσιο του. Αναζητούμε διαρκώς την ερμηνεία του έργου στον άνθρωπο που το παρήγαγε, λες και μέσα από την περισσότερο ή λιγότερο διαφανή αλληγορία της μυθοπλασίας, να υπάρχει μονάχα η φωνή του ενός και ιδίου προσώπου, του Συγγραφέα, που κατέθεσε τις εκμυστηρεύσεις του".
"the image of literature to be found in contemporary culture is tyrannically centered on the author, his person, his history, his tastes, his passions; criticism still consists, most of the time, in saying that Baudelaire's work is the failure of the man Baudelaire, Van Gogh's work his madness, Tchaikovsky's his vice: the explanation of the work is always sought in the man who has produced it, as if, through the more or less transparent allegory of fiction, it was always finally the voice of one and the same person, the author, which delivered his "confidence".
Αυτήν την καθιερωμένη αντίληψη επιθυμεί να ανατρέψει ο Barthes προτάσσοντας τη σημασία της ερμηνείας του κειμένου, έξω και πέρα από το δημιουργό του:
"Γνωρίζουμε πως ένα κείμενο δεν αποτελείται από μια σειρά λέξεων που αποκαλύπτει ένα μονοδιάστατο "θεολογικό" νόημα (το μήνυμα του Συγγραφέα - Θεού), αλλά είναι ένα πεδίο με πολλές διαστάσεις, στο οποίο συζευγνύονται και αντιπαρατίθενται διάφορα είδη γραφής, κανένα από τα οποία δεν είναι πρωτότυπο: Το κείμενα είναι ένας ιστός αναφορών, που προκύπτουν από τις χιλιάδες πηγές του πολιτισμού".
"We know that a text does not consist of a line of words, releasing a single "theological" meaning (the "message" of the Author-God), but is a space of many dimensions, in which are wedded and contested various kinds of writing, no one of which is original: the text is a tissue of citations, resulting from the thousand sources of culture".
Αν βγάλουμε τον Συγγραφέα από την εξίσωση παύει η ανάγκη να αποκρυπτογραφήσουμε (decipher) ένα κείμενο. Οπότε πλέον η κριτική μπορεί να κάνει μια περιδιάβαση ακολουθώντας και ξετυλίγοντας τα νήματα της αφήγησης, βρίσκοντας το νόημα προκειμένου να το απολέσει στη συνέχεια:
"Η συγγραφή προϋποθέτει αδιάκοπα το νόημα, αλλά πάντα προκειμένου να το εξαϋλώσει. Προχωρεί σε μια συστηματική απαλλαγή από το νόημα. Έτσι η λογοτεχνία (θα ήταν καλύτερο, από εδώ και πέρα να λέμε η συγγραφή), αρνούμενη να αποδώσει στο κείμενο (και στο κόσμο ως κείμενο) ένα "μυστικό", δηλαδή ένα απόλυτο νόημα, απελευθερώνει μια δραστηριότητα την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως αντιθεολογική, δεόντως επαναστατική, γιατί αρνούμενοι να συλλάβουμε το νόημα σημαίνει τελικά την άρνηση του Θεού και των υποστάσεών του, της λογικής, της επιστήμης, του νόμου".
"writing ceaselessly posits meaning but always in order to evaporate it: it proceeds to a systematic exemption of meaning. Thus literature (it would be better, henceforth, to say writing), by refusing to assign to the text (and to the world as text) a "secret" that is, an ultimate meaning, liberates an activity which we might call counter-theological, properly revolutionary, for to refuse to arrest meaning is finally to refuse God and his hypostases, reason, science, the law".
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Συγγραφέα αφενός, αλλά και τη γέννηση του αναγνώστη (reader) αφετέρου:
The birth of the reader must be ransomed by the death of the Author.
Στην ουσία ο Barthes μας λέει, σε εμάς τους αναγνώστες, να είμαστε κύριοι του εαυτού μας, να μην υποκύπτουμε σε αυθεντίες και θέσφατα, αλλά να διαμορφώνουμε την προσωπική μας γνώμη ελεύθερα και πως μια πληθώρα απόψεων και ερμηνειών μπορεί να προκύψει από το ένα και αυτό κείμενο, έξω και πέρα από την προθέσεις του συγγραφέα του.
Υπέροχος ο Barthes και εξαιρετικά χρήσιμος για την δική μου θλιβερή περίπτωση. Η ερμηνευτική μου μέθοδος (σσ. Method killed Marilyn), προκειμένου να κατανοήσω το κείμενο συνίσταται κυρίως στη γνώση και τη κατανόηση της βιογραφίας ενός συγγραφέα. Θεωρώ πως προδίδω το κείμενο, τον δημιουργό, τον εαυτό μου, αν πράξω διαφορετικά. Έχω καταντήσει τόσο υπερβολική που ώρες και φορές θα ήθελα να ήξερα τι είχε φάει για πρωινό ο συγγραφέας όταν έγραφε ετούτο ή εκείνο. O Barthes υψώνει ένα τείχος προστασίας γύρω από τους συγγραφείς γιατί κατά μία έννοια τους σώζει από την υπερέκθεση. Μας ενθαρρύνει να εστιάσουμε στο έργο καθεαυτό, να βρούμε εκεί τις απαντήσεις και όχι στην προσωπικότητα, τα γούστα, τις συνήθειες, τα ελαττώματα και τις αρετές του συγγράφοντος. Δεν είναι απαγορευτικό�� ως προς την εύρεση του νοήματος, θεωρώ πως απλώς πιστεύει πως ούτε μια οριστική ερμηνεία υπάρχει, ούτε υπάρχει λόγος να πελαγοδρομούμε προκειμένου να καταλήξουμε σε ένα τελικό συμπέρασμα. Όλα είναι ανοιχτά και διαπραγματεύσιμα.
Αυτό με σκοτώνει. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που έχω γίνει δυστυχισμένη γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω κάτι που διάβασα. Ντρέπομαι που το ομολογώ αλλά έχω βάλει μέχρι τους συναδέλφους μου στη δουλειά να κάνουν brainstorming μέχρι να βρω μια ικανοποιητική απάντηση για ένα αναγνωστικό μου ζήτημα. Και τώρα που το σκέφτομαι αυτό ακριβώς που με κάνει τόσο κακή αναγνώστρια είναι εκείνο που με κάνει καλή στη δουλειά μου, το γεγονός δηλαδή πως αν δεν βρω μια λύση στα προβλήματα των πελατών μου θα σκάσω. Είμαι τόσο επίμονη που θα συνεχίσω να ψάχνω και να ψάχνω και να ψάχνω μέχρι να καταλήξω κάπου. Ζω για εκείνο το "Εύρηκα" που θα με κάνει να ξεκολλήσω και να προχωρήσω παρακάτω. Είναι αυτή η θριαμβευτική αίσθηση του αθλητή που σκοράρει, μια νίκη που εξουδετερώνει προσωρινά τις αδυναμίες, τις ατέλειες, τις ανασφάλειες και τις αποτυχίες που κουβαλάω.
Όμως, κι εδώ φτάνω στην αιτία που αναζήτησα και διάβασα το άρθρο του Roland Barthes, τι γίνεται στην περίπτωση όπου η ταύτιση του συγγραφέα με το κείμενό του, καταλήγει να μας κάνει να απορρίψουμε ένα βιβλίο εξαιτίας της αρνητικής άποψης που έχουμε γι' αυτόν που το έγραψε; Και δεν εννοώ να μη μας αρέσει αυτό που διαβάζουμε αλλά να μην μπορούμε να διαβάσουμε κάτι που μας αρέσει, γιατί ξέρουμε τι έκανε στη ζωή του ο συγγραφέας. Και δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε αυτά τα δύο. Και καταδικάζουμε το ένα εξαιτίας του άλλου.
Ας μιλήσω με παραδείγματα από την προσωπική μου εμπειρία. Το πιο αγαπημένο μου παραμύθι υπήρξε πάντα "Ο Εγωιστής γίγαντας" του Oscar Wilde. Μεγαλώνοντας αγάπησα με πάθος τη Σαλώμη του και τα άλλα θεατρικά του. Ένιωθα βαθύτατη συμπόνια για τις διώξεις που υπέστη εξαιτίας της σεξουαλικότητάς του. Μέχρι που διαβάζοντας περισσότερα γι' αυτόν, διαπίστωσα πως έκανε αυτό που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε ως σεξοτουρισμό, στην Αφρική, και αγόραζε με τα χρήματά του τις υπηρεσίες νεαρών, ανήλικων αγοριών, τα οποία ενίοτε κακοποιούσε. Ξαφνικά είδα τον γίγαντα σαν μια φαντασίωση ενός παιδόφιλου κι ο κήπος του μεταμορφώθηκε από έναν ασφαλή παράδεισο σε μια καλοστημένη παγίδα. Το ίδιο συνέβη και με τον Thomas Mann, όταν διάβασα τις σεξουαλικές φαντασιώσεις που κατέγραφε στα ημερολόγιά του, για τον ίδιο του το γιο.
Αφορμή για να ξαναπιάσω πάλι αυτό το ζήτημα, ήταν μια βιβλιοφιλική είδηση σχετικά με την έκδοση του νέου βιβλίου της J. K. Rowling, η οποία έκανε κάτι ηλίθιες, τρανσφοβικές δηλώσεις και τώρα φαίνεται πως γίνεται μια εκστρατεία εναντίον του καινούργιου της βιβλίου, από άτομα που δεν το έχουν διαβάσει. Άκουσαν την περίληψη και έβγαλαν αρνητικά συμπεράσματα μέσα από έμμεσες αναφορές σχετικά με αυτό. Μπορεί όντως να είναι ένα κακό βιβλίο. Αλλά αν είναι κακό, είναι κακό αυτό καθεαυτό το έργο ή κρίνεται ως τέτοιο εξαιτίας της απύθμενης ηλιθιότητας αυτής που το έγραψε;
Εδώ είναι ένα παράδειγμα όπου η ανάγκη του διαχωρισμού ανάμεσα στο δημιούργημα και τον δημιουργό του μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε τα πράγματα με μεγαλύτερη ψυχραιμία, να ζυγίσουμε τις καταστάσεις με ακριβέστερα μέτρα και σταθμά. Πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν και ενηλικιώθηκαν με τον Harry Potter, δεν υπάρχει λόγος να αισθάνονται εξαπατημένοι. Τα βιβλία που διάβασαν είναι η δική τους ιστορία, όχι η ιστορία της J. K. Rowling και της κάθε J. K. Rowling. Αν πήραν από αυτά πράγματα, σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα που τους βοήθησαν να γίνουν καλύτεροι τότε οι προθέσεις και οι απόψεις της συγγραφέως δεν ακυρώνουν το κείμενό της.
Κι αυτό ακριβώς προτίθεμαι να κάνω κι εγώ από εδώ και στο εξής. Εννοείται πως δεν θα αλλάξω τη μέθοδό μου άρδην (πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι) αλλά θα την προσαρμόσω έτσι ώστε να μη στερούμαι τις αναγνωστικές μου απολαύσεις επειδή ένας απαίσιος άνθρωπος έτυχε να γράψει εξαίσια βιβλία. Θα τα ερμηνεύσω όπως εγώ θέλω. Αν ένα βιβλίο μου αρέσει δεν είναι υποχρεωτικό να μου αρέσει και ο συγγραφέας και δεν χρειάζεται πλέον να αισθάνομαι ούτε θυμό, ούτε απώλεια, ούτε προδοσία. Στο μέτρο του δυνατού τουλάχιστον. Υπέροχος ο Roland Barthes ο οποίος για πρωινό έτρωγε δυο μελάτα αυγά, μια φέτα ψωμί και έπινε μαύρο καφέ, χωρίς ζάχαρη (Roland Barthes by Roland Barthes εκδ. University of California Press, 1994, σελ. 81).